Η εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων στο πολιτικό σκηνικό, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, αποδεικνύεται προς ώρας ότι δεν ανακατεύουν απλώς την “τράπουλα”, αλλά προκαλούν βαθύτερες ανατροπές στο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Οι δημοσκοπήσεις που έχουν δημοσιευθεί την τελευταία εβδομάδα πιστοποιούν τις ανακατατάξεις που συντελούνται και καταλήγουν σε τρία κοινά συμπεράσματα ως προς την κατάταξη των κομμάτων.
Πρώτον, η Νέα Δημοκρατία παραμένει αλώβητη, παρουσιάζοντας μάλιστα ανάκαμψη σε κάποιες από αυτές, παραμένοντας πέριξ του 30% στην εκτίμηση ψήφου, δεύτερον, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη βρίσκεται πλέον στη δεύτερη θέση με μια ξεκάθαρη διαφορά και τρίτον, η Ελπίδα για την Δημοκρατία ασκεί ασφυκτικό “πρέσινγκ” στο ΠΑΣΟΚ, με το οποίο διαγκωνίζονται για την τρίτη και τέταρτη θέση. Κοινό συμπέρασμα σε όλες τις μετρήσεις είναι και οι διαρροές, που καταγράφουν δύο κόμματα που είχαν εμφανίσει αισθητή άνοδο τον τελευταίο ένα χρόνο, η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας, ενώ τρία κόμματα, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και Νίκη, “εξαϋλώνονται”.
Με αυτά τα δεδομένα, κομβικό “στοίχημα” για την κυβέρνηση παραμένει να συσπειρώσει τις εκλογικές της δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η “γκρίζα ζώνη” παρότι μειώνεται, παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι αποτελεί μάλλον “δεξαμενή” αυτή την ώρα για τα δύο πρώτα κόμματα, καθώς από τις έρευνες προκύπτει ότι το 48% των αναποφάσιστων το 2023 είχαν στηρίξει τη ΝΔ, ενώ το 21% τον ΣΥΡΙΖΑ και μόλις το 7% ήταν ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ.
Για την κυβέρνηση, αυτό το σκηνικό επιτείνει την ανάγκη να αξιοποιήσει το “μομέντουμ” για να ενισχύσει την συσπείρωσή της, τον πιο κρίσιμο παράγοντα αυτή την ώρα, την στιγμή, μάλιστα, που στόχος δεν είναι απλώς η διατήρηση της πρώτης θέσης, αλλά η επίτευξη αυτοδυναμίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να τοποθετεί την εκλογική αναμέτρηση, την άνοιξη του 2027 και με ερωτηματικό ποια θα είναι η εικόνα, που θα έχει διαμορφωθεί έως τότε -κυρίως από τον Σεπτέμβριο και μετά όταν τα πολιτικά κόμματα θα έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους στην ΔΕΘ , διατυπώνοντας τον βασικό προγραμματικό τους λόγο- το Μέγαρο Μαξίμου σχεδιάζει την στρατηγική του.
Στο κυβερνητικό επιτελείο αναγνωρίζουν ότι ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης αποτελεί ένα παράγοντα που θα επιδράσει θετικά στην συσπείρωση των δυνάμεών της όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης. Δεν είναι, όμως, ο μόνος. Τα πρόσωπα με τα οποία αντιπαρατίθεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας και για τον λόγο αυτό τα κυβερνητικά στελέχη ανεβάζουν πλέον τους τόνους. Παρότι, κοινοβουλευτικά, το ΠΑΣΟΚ είναι η αξιωματική αντιπολίτευση για την κυβέρνηση, είναι σαφές ότι η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα και η δυναμική, που καταγράφει, διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό περιβάλλον. Η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία αποτελεί έναν χαρακτηριστικό δείκτη, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιλέγεται από το 30% στην μέτρηση της Pulse και από το 29% στην Opinion Poll και τον Αλέξη Τσίπρα να βρίσκεται πλέον στη δεύτερη θέση, με 17% και 13,2%, αντίστοιχα, όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης μένει στο 7% και 4,8%.
Την ίδια ώρα, η έρευνα της Alco έδειξε ότι οι πολίτες ενδεχομένως επαναφέρουν σταδιακά το δίπολο Μητσοτάκης - Τσίπρας, με το 25% να δηλώνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός είναι δυσκολότερος αντίπαλος για τον κ. Μητσοτάκη και μόλις το 15% να κρίνει δυσκολότερο τον Νίκο Ανδρουλάκη. Με τον κ. Τσίπρα να μην έχει μιλήσει ακόμη επί συγκεκριμένων θεμάτων, το κυβερνητικό επιτελείο εστιάζει την κριτική του στα πεπραγμένα του παρελθόντος, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο για παράδειγμα, να δηλώνει, με αφορμή το ντοκυμαντέρ “Στο χιλιοστό” ότι ο κ. Τσίπρας “όσο και να προσπαθεί να επανέλθει για να δοξαστεί κρυπτόμενος, οφείλει να δώσει απαντήσεις σε όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες”, διαμηνύοντας ότι “τίποτα δεν πρόκειται να ξεχαστεί” και ότι η κυβέρνηση οφείλει να μην επιτρέψει “η χώρα να επιστρέψει σε εκείνες τις μαύρες ημέρες”.
Εκτός από τα ευρήματα των μετρήσεων για την δημοσκοπική δύναμη των κομμάτων, στο Μέγαρο Μαξίμου εξετάζουν προσεκτικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και σε αυτό το πλαίσιο, το διακύβευμα της πολιτικής σταθερότητας, που κυβερνητικά χείλη ταυτίζουν ουσιαστικά με την αυτοδυναμία της ΝΔ και μάλιστα, με χαρακτηριστικά “μονόδρομου”, ελλείψει συνομιλητή, όχι απλώς επιστρέφει στην ατζέντα, αλλά αποκτά νέα δυναμική. Είναι ενδεικτικό ότι στην μέτρηση της Pulse, το 54% των ερωτηθέντων απαντά ότι θα ψηφίσει με βάση την προοπτική, ενώ στην έρευνα της Opinion Poll, το 56.6% απαντά ότι θα ψηφίζει με γνώμονα την πολιτική σταθερότητα.
Στον στρατηγικό σχεδιασμό της κυβέρνησης παραμένει πάντα ως αιχμή, η συνέχιση του κυβερνητικού έργου, με επιμονή στα “παραδοτέα”, όπως λένε κυβερνητικά στελέχη, την τήρηση των δεσμεύσεων και τις πολιτικές με απτά αποτελέσματα, αλλά και στη διατύπωση ξεκάθαρων προγραμματικών θέσεων για την επόμενη τετραετία. Η Νέα Δημοκρατία, καταθέτοντας στη Βουλή την πρότασή της για την Συνταγματική Αναθεώρηση, λχ, επιχειρεί να δώσει στίγμα προθέσεων, με τον κ. Μητσοτάκη να κάνει αναφορά στην Ελλάδα του 2030 και να μιλά για “έναν Οδικό Χάρτη που εκσυγχρονίζει τη δημόσια ζωή και το πολιτικό σύστημα, αντιμετωπίζοντας παθογένειες δεκαετιών”.
