Δημοκρατία, δημόσιο συμφέρον και λογοδοσία
Shutterstock
Shutterstock

Δημοκρατία, δημόσιο συμφέρον και λογοδοσία

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η δημόσια διακυβέρνηση στις φιλελεύθερες κοινωνίες υποφέρει από πολλά ελλείμματα. Τα τέσσερα πιο σημαντικά σχετίζονται με τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας, τη δέσμευση των εκλεγόμενων αξιωματούχων να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και να λογοδοτούν, και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία οδηγούν σε συσσώρευση μη βιώσιμου δημόσιου χρέους. Η εστίαση στο παρόν δοκίμιο είναι στα τρία πρώτα.

Ειδικότερα, όσον αφορά το δημοκρατικό έλλειμμα, διαπιστώνεται ότι αυτό τροφοδοτείται από: τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων με βάση την αρχή της ελεύθερης αντιπροσώπευσης, τη μαρξιστική επίθεση στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς, τις ιδέες του Κέυνς και των αποστόλων του, και ουχί λιγότερο από τους νεο-μαρξιστικούς ισχυρισμούς περί κρατικής κυριαρχίας. Κατόπιν, με βάση τη θεωρία και την εμπειρία, υποστηρίζεται ότι τα κίνητρα των εκλεγόμενων αξιωματούχων να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον είναι εξαιρετικά αδύναμα, επειδή η ολιγοπωλιακή δομή της πολιτικής αγοράς τούς επιτρέπει να ξεφεύγουν από τον έλεγχο των πολιτών και να αυτονομούνται. Τέλος, αναφορικά με την υποχρέωσή τους για λογοδοσία, σε αντίθεση με τα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίοι είναι ατομικά υπεύθυνοι και ουσιαστικά υπόλογοι στους μετόχους, οι αιρετοί εκπρόσωποι των πολιτών στον χώρο της δημόσιας διακυβέρνησης κρύβουν τις αποτυχίες τους πίσω από το πέπλο της «συλλογικής ευθύνης», και παραμένουν ατιμώρητοι. Με βάση αυτά τα ευρήματα, προτείνεται οι πολίτες να αφυπνιστούν και να επιβάλλουν την αναδιάρθρωση της δημόσιας προς την κατεύθυνση της εταιρικής διακυβέρνησης. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα αναζωογονήσει τη δημοκρατία και θα θέσει τη δημόσια διακυβέρνηση υπό τον έλεγχο των πολιτών ως των μοναδικών φορέων πάσης εξουσίας. 

Εισαγωγή

Όταν τον 17ο αιώνα αναβίωσε το ενδιαφέρον για τη δημοκρατία, ήταν η Αθήνα των κλασικών χρόνων στην οποία στράφηκαν για γνώση και καθοδήγηση οι Δυτικές και άλλες χώρες. Όμως, σε αντίθεση με το αθηναϊκό πρότυπο δημοκρατίας, όπου οι ίδιοι οι πολίτες κατείχαν και ασκούσαν τα καθήκοντα της διακυβέρνησης, για λόγους που δεν χρειάζεται να εξηγηθούν στο παρόν, επέλεξαν ένα σύστημα αντιπροσώπευσης, στο οποίο η διακυβέρνηση ανατίθεται σε αξιωματούχους που επιλέγουν οι πολίτες μέσω εκλογών, οι οποίες πραγματοποιούνται κάθε μερικά χρόνια. Ως εκ τούτου, οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες υποφέρουν έκτοτε από ακανθώδη ζητήματα που έχουν τις ρίζες τους στο λεγόμενο πρόβλημα του εντολέα-εντολοδόχου, τα οποία περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από την παρουσία των πολιτικών κομμάτων.  

Για να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα, οι δημοκρατίες υιοθέτησαν συντάγματα και ίδρυσαν θεσμικά όργανα επιβολής των νόμων για να διασφαλίσουν ότι οι αιρετοί αξιωματούχοι ενεργούν για το δημόσιο συμφέρον (1) και ότι υπόκεινται σε λογοδοσία προς τους πολίτες. Οπότε, το ερώτημα που τίθεται είναι: Στις δημοκρατίες Δυτικού τύπου σημειώνεται πρόοδος σ’ αυτά τα μέτωπα; Η απάντησή είναι αρνητική και αυτό που προτίθεμαι να κάνω είναι να εξηγήσω τους πιθανούς λόγους για τις επιδεινούμενες τάσεις, ιδιαίτερα κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Βασικά αίτια του δημοκρατικού ελλείμματος

Οι αιτίες, παλιές και πιο πρόσφατες, που συμβάλλουν στη διεύρυνση του δημοκρατικού ελλείμματος είναι πολλές. Κυμαίνονται, για παράδειγμα, από πολιτιστικές και ιστορικές, έως ιδεολογικές και πολιτικές, όχι λιγότερο συνταγματικές, και ακόμη και ηθικές. Εδώ θα αναφερθώ  σε μερικές για τις οποίες νοιάζομαι ως ενδιαφερόμενος πολίτης, και ως ακαδημαϊκός οικονομολόγος νιώθω ικανός και αρμόδιος να επισημάνω τη θεμελιώδη σημασία τους.

Απαρέγκλιτη έναντι ελεύθερης αντιπροσώπευσης

Αν και οι εκλογές έχουν τα δικά τους προβλήματα, οι δυσκολίες τους δεν συγκρίνονται με την πολυπλοκότητα της εντολής που δίνουν οι πολίτες στους πολιτικούς, και πώς οι τελευταίοι συμμορφώνονται με τους όρους αυτής της εντολής. Με την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι εκάστοτε εκλεγόμενοι πολιτικοί ανακαλύπτουν ότι έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι των πολιτών σε ότι αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες για τα ζητήματα που τους έχει ανατεθεί να διαχειριστούν. Κατά κανόνα αυτό το πλεονέκτημα το εκμεταλλεύονται για δικό τους προσωπικό όφελος. Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ασυμμετρία στην πληροφόρηση είναι εγγενής στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εύλογα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς: Μπορούν οι πολίτες να κάνουν κάτι γι' αυτό, και αν ναι, πώς μπορούν να αποτρέψουν τους πολιτικούς από το να αθετούν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις;  Όταν το 18ο αιώνα οι ειδικοί συζήτησαν αυτό το ερώτημα, χωρίστηκαν σε δύο κύριες ομάδες. Σε εκείνους που υποστήριζαν ότι η εντολή που δίνουν οι πολίτες στους πολιτικούς πρέπει να προσδιορίζεται με απόλυτα συγκεκριμένους όρους. Με άλλα λόγια, αυτό που συνιστούσαν ήταν να ανατίθενται σαφώς προσδιορισμένα έργα στην κυβέρνηση, χωρίς καμία διακριτική ευχέρεια να αποκλίνει (απαρέγκλιτη αντιπροσώπευση). Η δεύτερη προσέγγιση επιχειρηματολογούσε ότι η εντολή που δίνουν οι πολίτες πρέπει να είναι εντελώς ανοιχτή (ελεύθερη αντιπροσώπευση).

Η ιστορία και η εμπειρία επιβεβαιώνουν ότι επικράτησε η δεύτερη προσέγγιση. Γι’ αυτό, δεν προκαλεί έκπληξη ότι στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες οι αιρετοί αξιωματούχοι: α) αναιρούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις και εξαπατούν τους πολίτες, β) εγκρίνουν δαπανηρά προγράμματα τα οποία εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα οργανωμένων μειοψηφιών και λιγότερο το δημόσιο συμφέρον, γ) νομοθετούν κανονισμούς που περιορίζουν συστηματικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών και δ) ακυρώνουν στην πράξη την υποχρέωση της λογοδοσίας, αφού σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση ολιγοπωλίου στην πολιτική αγορά, τα πολιτικά κόμματα αυτονομούνται και οι εκλογές καταλήγουν να γίνονται  μόνο για τους σκοπούς της τυπικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης. Συνεπώς, αυτή η εξέλιξη ήταν η πρώτη μεγάλη υποχώρηση της δημοκρατίας.

Η μαρξιστική επίθεση στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς

Χρησιμοποιώντας ιστορικά στοιχεία από την κλασική Αθήνα έως τις πιο πρόσφατες δεκαετίες, στο βιβλίο Μπήτρος, Καραγιάννης (2011) θεμελιώσαμε το ακόλουθο θεώρημα:

Η δημοκρατία Δυτικού τύπου προϋποθέτει την ύπαρξη ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, η οποία βασίζεται σε τρεις προϋποθέσεις. Ήτοι, πρώτα και κύρια, ατομική ιδιοκτησία, δεύτερον, ελεύθερες και εθελοντικές συναλλαγές, και τρίτον, γενικούς και απρόσωπους θεσμούς που ρυθμίζουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, επιβάλλουν την εκτέλεση των συμβάσεων και επιλύουν τις όποιες διαφορές ανακύπτουν μεταξύ των συναλλασσομένων. Αντίθετα, η ύπαρξη ελεύθερης οικονομίας της αγοράς δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ύπαρξη δημοκρατίας.

Δηλαδή, η παρουσία ελεύθερης οικονομίας της αγοράς είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ανάδυση της δημοκρατίας, αλλά όχι επαρκής. Σε μια χώρα είναι δυνατό να λειτουργεί ελεύθερη οικονομία της αγοράς χωρίς την παρουσία δημοκρατίας, όπως ακριβώς συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Κίνας. Κεντρικό στοιχείο για την ισχύ του θεωρήματος είναι το προαπαιτούμενο της ατομικής  ιδιοκτησίας. Αυτό υπονοεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία στην οποία η ατομική ιδιοκτησία, ιδιαίτερα επί των συντελεστών της παραγωγής, έχει καταργηθεί. Για μια αναμφισβήτητη επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού προσφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα από το κομμουνιστικό μανιφέστο των Marx, Engels (1948, 24).

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κομμουνισμού δεν είναι η κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικά, αλλά η κατάργηση της αστικής ιδιοκτησίας. Αλλά η σύγχρονη αστική ατομική ιδιοκτησία είναι η τελική και πιο ολοκληρωμένη έκφραση του συστήματος παραγωγής και διανομής προϊόντων, που βασίζεται σε ταξικούς ανταγωνισμούς, στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους. Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία των κομμουνιστών μπορεί να συνοψιστεί στη μοναδική αυτή πρόταση: Κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας.  

Συνιστώντας την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, οι Marx και Engels υποστήριξαν ουσιαστικά την αντικατάσταση της δημοκρατίας, ας πούμε, σε βιομηχανικές χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες (ΗΠΑ), από ένα καθεστώς που ονόμασαν Δικτατορία του Προλεταριάτου. Ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα, ξεκινώντας από την επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, οι προτάσεις τους δοκιμάστηκαν και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής καταργήθηκε μόνο στην «Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» της Ρωσίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Αλλά, όπως είναι γνωστό, το πείραμα απέτυχε άσχημα και άφησε αυτές τις χώρες πάμφτωχες (2).

Υπό το φως αυτής της πικρής εμπειρίας και της θεμελιώδους διαφοράς στο άλλο μεγάλο πείραμα με τον κομμουνισμό, που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Κίνα (3),  θα ήλπιζε κανείς ότι οι κλασικοί μαρξιστές στην Ελλάδα και αλλού θα είχαν αλλάξει γνώμη σχετικά με τη σημασία της ατομικής ιδιοκτησίας, αν όχι και της δημοκρατίας. Ωστόσο, όλες οι ενδείξεις είναι ότι παραμένουν πιστοί στις παλιές μαρξιστικές τους πεποιθήσεις και στην ανεξήγητη άρνηση των διαθέσιμων στοιχείων τα οποία πιστοποιούν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ισχύει το αντίθετο.  

Οι ιδέες του Κέυνς και των αποστόλων του

Αν και τώρα γνωρίζουμε ότι η μεγάλη ύφεση του 1929 προκλήθηκε και επιδεινώθηκε από τις αποτυχίες της κεντρικής τράπεζας στις ΗΠΑ, οι απλοί άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους ή υπέφεραν από την πείνα έγιναν δεκτικοί στις παρεμβατικές κυβερνητικές πολιτικές που πρόσφεραν έστω και μικρές προοπτικές ανακούφισης και ελπίδας.

Την ίδια περίοδο, όχι αδικαιολόγητα, το κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία άρχισε να φαίνεται πιο ελκυστικό και να έχει μόνο πλεονεκτήματα. Από τις καλά φιλτραρισμένες ειδήσεις που έφτασαν στη Δύση, οι άνθρωποι υποκινήθηκαν να πιστέψουν ότι ο κομμουνισμός ήταν απαλλαγμένος από τις απροσδόκητες αλλαγές της αγοράς, η δήθεν εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους καπιταλιστές είχε αντιμετωπιστεί, η κεντρική αρχή σχεδιασμού είχε καταφέρει να εξαλείψει την ανεργία μέσω των πενταετών προγραμμάτων, κλπ. Πολλά χρόνια αργότερα, μάθαμε ότι καμία από αυτές τις «κατακτήσεις» δεν υπήρχε ούτε στη Ρωσία, ούτε σε άλλα κομμουνιστικά καθεστώτα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Αλλά εκείνη την εποχή, η διάκριση μεταξύ προπαγάνδας και αλήθειας δεν απασχολούσε τους πολίτες στις Δυτικές δημοκρατίες. Χρειάζονταν βοήθεια και δεν είχαν την πολυτέλεια να αναρωτηθούν εάν οι παρεμβατικές πολιτικές του κράτους θα ασκούσαν δυσμενείς μακροπρόθεσμες συνέπειες στις ατομικές τους ελευθερίες, στην περιουσία τους, και γενικά στον ελεύθερο τρόπο ζωής στον οποίον είχαν συνηθίσει. 

Κάτω απ’ αυτό το κοινωνικό και οικονομικό κλίμα εμφανίστηκε η πραγματεία του Keynes (1936), στην οποίαν ισχυριζόταν ότι η οικονομική κρίση οφειλόταν στην έλλειψη συντονισμού των αγορών, και ότι συνεπώς ήταν απαραίτητο το κράτος να παρεμβαίνει διορθωτικά. Τότε, πολιτικοί και κυβερνητικές ελίτ αγκάλιασαν τις ιδέες του και άρχισαν να τις κάνουν πράξη. Το αποτέλεσμα ήταν, κυρίως μετά τον μεγάλο πόλεμο, το κράτος να επεκταθεί με τρόπο που μέχρι τότε ήταν αδιανόητος. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, τα προγράμματα της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, τα οποία εισήχθησαν από το 1933 έως το 1937, επέτρεψαν στο κράτος να αυξήσει δραματικά τις δημόσιες δαπάνες. Με τον Νόμο για την Απασχόληση του 1946, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να ακολουθήσει πολιτικές για την πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού; και, με τα προγράμματα για τη Μεγάλη  Κοινωνία που θεσπίστηκαν από το 1963 έως το 1969 επί προεδρίας του Lyndon Johnson,  οι κυβερνήσεις υποσχέθηκαν να εξαλείψουν τη φτώχεια, την άγνοια και τις φυλετικές διακρίσεις. Έτσι,  μέχρι τη δεκαετία του 1970 η επέκταση του «Κράτους Πρόνοιας» ήταν και φαινόταν ακαταμάχητη.

Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν και σε άλλες δημοκρατίες. Στην Ευρώπη, η ανάθεση βασικών βιομηχανιών σε δημόσιες επιχειρήσεις και ο κρατικός σχεδιασμός της οικονομικής ανάπτυξης θεωρήθηκαν από τους σοσιαλδημοκράτες ως κύριοι πυλώνες για τη σωστή λειτουργία των χωρών τους. Κατά την άποψή τους, δεν είχε σημασία εάν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ήταν εγγενώς αναποτελεσματικές καθώς οδηγούσαν σε ολιγοπωλιακούς ή μονοπωλιακούς  παραγωγικούς φορείς, διαφθορά, και άλλες στρεβλώσεις. Για τους σοσιαλδημοκράτες αρκούσε να ελέγχονται ορισμένοι βασικοί ή στρατηγικοί κλάδοι της οικονομίας απευθείας από το κράτος, και να μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μοχλοί για την επιδίωξη αναπτυξιακών και κοινωνικών στόχων. Δυστυχώς, οι πολίτες παρασύρθηκαν απ’ αυτό το ρόδινο αλλά ανέφικτο όραμα, και η «κλασική δημοκρατία με μικρό κράτος» πριν από το 1929 έδωσε έκτοτε τη θέση της σε μια χωλαίνουσα «δημοκρατία με μεγάλο κράτος». 

Οι νεο-μαρξιστικές αντιλήψεις περί της κυριαρχίας του κράτους

Μέχρι τη δεκαετία του 1980 είχε γίνει σαφές ότι το «Κράτος Πρόνοιας» στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και αλλού ήταν μη βιώσιμο. Απλά, οι δημοκρατίες Δυτικού τύπου δεν μπορούσαν ούτε να αυξήσουν τους ήδη υψηλούς φόρους ώστε να παρέχουν τις υπεσχημένες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, ούτε να έχουν αρκετά υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα χωρίς να αποσταθεροποιήσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη. Οι πολιτικοί παντού αναγκάστηκαν να απαρνηθούν τις υποσχέσεις τους και έβαλαν φρένο στην περαιτέρω επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των σχετικών μεταβιβαστικών πληρωμών από τους δημόσιους προϋπολογισμούς . Στην ιερή συμμαχία των νεομαρξιστών πολιτικών και ακαδημαϊκών, αφενός, και των λαϊκιστών υποστηρικτών του μεγάλου κράτους, αφετέρου, δεν άρεσε αυτή η ανατροπή και επινόησαν τον αχυράνθρωπο των νεοφιλελεύθερων σκληροπυρηνικών ολετήρων που θέλουν να κατεδαφίσουν το «κοινωνικό κράτος», το «κράτος δικαίου», και άλλες αστείες κατηγορίες. Σήμερα λοιπόν είναι ευκαιρία να εξηγηθεί πώς αυτοί οι υποτιθέμενοι λάτρεις της δημοκρατίας κατάφεραν να διαβρώσουν τα θεμέλιά της. 

Προς τούτο, προσφέρονται για αναφορά οι απόψεις που έχει διατυπώσει σε δύο αδημοσίευτες εργασίες του ο Κατρούγκαλος (2011, 2018). Στην πρώτη, η οποία είναι γραμμένη στα ελληνικά, ο απώτερος στόχος του είναι να θεμελιώσει την «αρχή της συλλογικής αυτονομίας».  Μ’ αυτήν, υπονοεί ότι η συλλογικότητα που ονομάζουμε κράτος έχει βούληση και εξουσία ανεξάρτητη από τις όποιες επιταγές προσδιορίζουν οι πολίτες μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Πρόκειται για μια αντίληψη ακριβώς αντίθετη από τη θεμελιώδη αρχή ότι στη δημοκρατία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον κυρίαρχο λαό.

Γι’  αυτόν και τους ομοϊδεάτες του Έλληνες συνταγματολόγους, και όχι μόνο, οι δημοκρατίες που προέκυψαν από την Αμερικανική και τη Γαλλική επανάσταση, οι οποίες βασίζονται στην ρήτρα του «Εμείς οι πολίτες», είναι  παραποιήσεις της «αληθινής» δημοκρατίας, στην οποία το κράτος έχει δικαιώματα πέρα και πάνω από τη βούληση των πολιτών. Συνεπώς, δεν είναι λανθασμένο και δεν προκαλεί έκπληξη ότι βρίσκει τα «μνημόνια λιτότητας» αντίθετα με το Σύνταγμα του 1975, το οποίο εκπονήθηκε υπό την εποπτεία του Τσάτσου (1965) , του πλέον διάσημου Έλληνα υποστηρικτή των ιδεών του Πλάτωνα περί της δημόσιας διακυβέρνησης. Για καλή τύχη της Ελλάδος, τα εν λόγω μνημόνια γράφτηκαν από τεχνοκράτες σύμφωνα με την Αριστοτελική παράδοση των ώριμων Δυτικών δημοκρατιών, όπου η κυριαρχία ανήκει αποκλειστικά στους πολίτες και οι αιρετοί αξιωματούχοι του κράτους είναι εντολοδόχοι και υπόχρεοι λογοδοσίας.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει επίσης από τη δεύτερη εργασία του, η οποία είναι γραμμένη στα αγγλικά.  Σ’ αυτήν, οι αχυράνθρωποι δεν είναι οι Δυτικοί τεχνοκράτες των «μνημονίων λιτότητας» αλλά οι Νεοφιλελεύθεροι. Οι τελευταίοι προκαλούν την οργή του επειδή τους θεωρεί υπεύθυνους για την παραβίαση του «κοινωνικού συμβολαίου» που καλύπτει στην Ελλάδα το «κράτος πρόνοιας», όπως το προσδιόρισαν οι συντάκτες του Συντάγματος του 1975. Δυστυχώς, ως συνταγματολόγος με σκούφια οικονομολόγου, δυσκολεύεται να κατηγορήσει τους συντρόφους του υποστηρικτές του κοινωνικού κράτους για τη χρεοκοπία της Ελλάδας το 2009.

Οι Νεοφιλελεύθεροι δεν ευθύνονται για το τεράστιο δημόσιο χρέος που συσσωρεύτηκε από το 1974. Ούτε είναι υπεύθυνοι για την κακοδιαχείριση της Ελληνικής οικονομίας, η οποία ενθαρρύνθηκε από το Σύνταγμα του 1975, το οποίο ο Καθηγητής Κατρούγκαλος θεωρεί ως μέγιστο επίτευγμα (Magnus Opus) των πολιτικών και ακαδημαϊκών πρωταγωνιστών με ακραίες σοσιαλιστικές πεποιθήσεις. Για τους κλασικούς φιλελεύθερους, υπεύθυνα για την ελλειμματική Ελληνική δημοκρατία και οικονομία δεν είναι μόνο τα «τεχνητά κοινωνικά δικαιώματα», και μάλιστα χωρίς αντίστοιχες κοινωνικές υποχρεώσεις και ευθύνες, που δημιούργησε το Σύνταγμα του 1975. Για παράδειγμα, είναι απορίας άξιον: Έχουν σκεφτεί ποτέ ο Καθηγητής Κατρούγκαλος και οι ομοϊδεάτες του τη ζημιά που επέφερε στην Ελληνική οικονομία το σοβιετικού τύπου άρθρο 106, το οποίο αποθαρρύνει τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα;  

Σύνοψη

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι δυνάμεις που προκαλούν το δημοκρατικό έλλειμμα είναι δομικές. Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν τις ακόλουθες διεργασίες: α) τα πολιτικά κόμματα παραπλανούν τους ψηφοφόρους και μετά τις εκλογές οι εκλεγόμενοι πολιτικοί νοιάζονται περισσότερο για τα προσωπικά τους συμφέροντα, καθώς και εκείνα των οργανωμένων μειοψηφιών που υποστηρίζουν την επανεκλογή τους, και λιγότερο για το κοινό καλό, β) τις διακηρύξεις του Μαρξ κατά της ατομικής ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με ορισμένες σοβαρές αποτυχίες της δημοκρατίας, όπως είναι για παράδειγμα η ανοχή στην υπερβολική ανισότητα. Αυτές συνεχίζουν να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στις ατομικές ελευθερίες και στην ανωτερότητα των αποτελεσμάτων της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, γ) τις σαγηνευτικές ιδέες του Κέυνς για το πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μέσω δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών τις ανισορροπίες που προκύπτουν  μεταξύ της συνολικής ζήτησης και προσφοράς. Αυτές οι ιδέες οδήγησαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο στην επέκταση των κρατικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, τον παραγκωνισμό των ιδιωτικών, τη συσσώρευση τεράστιων δημόσιων χρεών, και άλλες ρυθμίσεις που προσομοιώνουν τις κεντρικά σχεδιασμένες οικονομίες των κομμουνιστικών κρατών του πρόσφατου. παρελθόντος, και δ) τις υποχθόνιες προσπάθειες των νεομαρξιστών συνταγματολόγων και άλλων αναλυτών προκειμένου να εξορθολογήσουν τη μεταφορά κυριαρχίας από τους πολίτες στο κράτος, και έτσι να προικοδοτήσουν στους αιρετούς αξιωματούχους εξουσίες λήψης αποφάσεων που παρακάμπτουν τη λογοδοσία προς τους πολίτες.

Οι τάσεις της δημόσιας διακυβέρνησης ενάντια στο δημόσιο συμφέρον

Ενόψει των επικείμενων εκλογών στην χώρα μας, έστω άτι ένας υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) από τη Β' Περιφέρεια Πειραιώς επιθυμεί να πάρει, μέσα από την προεκλογική του εκστρατεία, μια εικόνα για τις προτεραιότητες των ψηφοφόρων στην εν λόγω περιφέρειας. Στις ομιλίες του παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία πολιτικών που προβάλλει η ΝΔ και λίγο πριν τις εκλογές ζητά από τους παρευρισκόμενους στην τελευταία προεκλογική συγκέντρωση να κατατάξουν τις προτεινόμενες πολιτικές σε μια φθίνουσα σειρά από τις πιο στις λιγότερο επείγουσες. Μπορεί να περιμένει ότι θα βγει φωτισμένος από τις απαντήσεις; Με άλλα λόγια, θα μπορεί να πει στους συναδέλφους του στη ΝΔ ότι αυτή είναι η σειρά των προτεραιοτήτων των ψηφοφόρων του, ανεξάρτητα από το αν τον ψήφισαν ή όχι; Η απάντηση είναι κάτι παραπάνω από εκπληκτική. Το γνωστό θεώρημα του Arrow επιβεβαιώνει ότι από τις απαντήσεις των πιθανών ψηφοφόρων του, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να κατασκευάσει μια «συλλογική σειρά» προτεραιοτήτων, έτσι ώστε κάθε ένας από τους ψηφοφόρους που συμμετείχαν στη διαδικασία να είναι σε θέση να τις αναγνωρίσει ως δικές του.

Καθώς δεν μπορεί να επιτύχει μια «συλλογική» κατάταξη των προτεραιοτήτων από τους ψηφοφόρους του, εάν εκλεγεί, ως βουλευτής πλέον θα ψηφίζει σύμφωνα με τη δική του αντίληψη γι’ αυτήν την κατάταξη, ελπίζοντας ότι μπορεί να μαντέψει σωστά. Αν το επιτύχει, πιθανότατα θα επανεκλεγεί. Εάν όχι, έχει μια καλή ευκαιρία να διατηρήσει τη θέση του μόνο για μία θητεία. Αλλά αυτή η αβεβαιότητα είναι απίθανο να αφήσει ανεπηρέαστη τη συμπεριφορά του. Διότι, έχοντας αρχίσει με την θέληση να υπηρετήσει το συμφέρον της περιφέρειάς του, και συνεπώς της πατρίδας του, θα θεωρήσει την παρουσία του στο κοινοβούλιο ως μια μοναδική ευκαιρία να φροντίσει τα προσωπικά του συμφέροντα. Και όταν συμβεί αυτό, θα αρχίσουν τα προβλήματα για τη δημοκρατία, διότι στην κοινοβουλευτική του συμπεριφορά τα βραχυπρόθεσμα προσωπικά και κομματικά του συμφέροντα θα υπερισχύουν των μακροπρόθεσμων των ψηφοφόρων του και της χώρας του.

Επιπλέον της ανωτέρω εγγενούς δυσκολίας, υπάρχει επίσης το θεμελιώδες πρόβλημα της ασύμμετρης πληροφόρησης, στο οποίο αναφέρθηκα προηγούμενα. Με την είσοδό του στη βουλή, ο βουλευτής θα διοριστεί σε επιτροπές για διάφορα θέματα. Φυσιολογικά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, θα αποκτήσει πολλές πληροφορίες διαθέσιμες μόνο σε έναν πολύ στενό κύκλο ανθρώπων και, ως εκ τούτου, δυνητικά σημαντικής χρηματικής αξίας. Οπότε θα μπει στον πειρασμό να τις χρησιμοποιήσει για δικό του προσωπικό όφελος. Η μεγάλη πιθανότητα είναι λοιπόν ότι θα υποκύψει όχι μόνο λόγω της αβεβαιότητας για την επανεκλογή του, αλλά και σκέψεων όπως άτι το ίδιο θα κάνουν και άλλοι στη θέση του, ότι οι εκλογικές εκστρατείες είναι δαπανηρές, και ούτω καθεξής.

Κάτω από την επίδραση των ανωτέρω καταστάσεων, τα κίνητρα των αιρετών αξιωματούχων του κράτους ευθυγραμμίζονται κατά κανόνα με την εξυπηρέτηση πρωτίστως του προσωπικού τους και δευτερευόντως του δημόσιου συμφέροντος. Ή, για μια πιο διεισδυτική ανάλυση, εξαιρετικά διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο εδάφιο από την αυτοβιογραφία του Franklin (2005, 87).

Ό,τι κι αν προσποιούνται, λίγοι στις δημόσιες υποθέσεις ενεργούν από απλή διάθεση να κάνουν το καλό για τη χώρας τους. Ακόμη και αν οι πράξεις τους φέρνουν πραγματικό καλό στη χώρα τους, αυτό συμβαίνει γιατί θεωρούν πρωτίστως ότι το δικό τους συμφέρον συμπίπτει με το συμφέρον της χώρας τους, και δεν ενεργούν βάσει ενός κινήτρου αγαθοεργίας.

Προφανώς, δεδομένου ότι προέρχεται από έναν επαΐοντα μέγιστου αναλυτικού και εμπειρικού βεληνεκούς, αυτή η μαρτυρία είναι καταλυτική γιατί αποκαλύπτει το αρνητικό ισοζύγιο μεταξύ της αντιπροσωπευτικής κομματικής δημοκρατίας ως συστήματος διακυβέρνησης με επίκεντρο την μεγιστοποίηση του δημόσιου συμφέροντος και της ίδιας δημοκρατίας ως συστήματος διακυβέρνησης στην υπηρεσία των οργανωμένων μειοψηφιών. Μπορεί αυτό το αρνητικό ισοζύγιο να αντιστραφεί, ώστε κατά κανόνα οι πολιτικοί να έχουν κίνητρα να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον;

Η απάντηση είναι όχι. Ο Smith (1776/1977) ήταν επιφυλακτικός σχετικά με τις δυνατότητες αποτροπής μιας κυβέρνησης από του να επιδοθεί σε σπάταλες και ανελεύθερες δραστηριότητες. Για το λόγο αυτό, υποστήριζε τον περιορισμό του μεγέθους του κράτους στο ελάχιστο. Αλλά δεν εξήγησε πώς και γιατί οι θεσμικές ρυθμίσεις που περιγράφει επέτρεπαν στις βρετανικές κυβερνήσεις να συμπεριφέρονται τόσο κατακριτέα όσο διατυπώνει στο βιβλίο του. Πιο σαφής σ’ αυτό το ζήτημα αυτό είναι ο Mill (1861, 136, 156–156, 160) ο οποίος, σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, παρατήρησε ότι τα σημαντικότερα προβλήματα της αντιπροσωπευτικής κομματικής δημοκρατίας προέρχονται από τις ευκαιρίες που προσφέρει σε: (α) ακατάλληλα άτομα να εκλέγονται σε θέσεις εξουσίας, (β) κρατικές εξουσίες να πέφτουν στα χέρια ομάδων ατόμων με επιδιώξεις ξένες προς τα συμφέροντα του ευρύτερου κοινού, και (γ) διάφορες ομάδες με κοινά επαγγελματικά ή/και εμπορικά συμφέροντα να ενεργούν από κοινού για να αποσπάσουν από τις κυβερνήσεις με διάφορα μέσα αποφάσεις υπέρ τους και κατά του δημόσιου συμφέροντος. Ο Madison (1787) θεώρησε τη διαδικασία της «ανάκλησης»  ως επαρκή διασφάλιση για την απαλλαγή από ανίκανους και διεφθαρμένους αξιωματούχους. Αλλά ακόμη και τότε, οι αδυναμίες που αναφέρονται στα σημεία (β) - (γ) παραμένουν ισχυρές.

Συμπερασματικά, η εμπειρία και τα διαθέσιμα στοιχεία παρέχουν επαρκείς λόγους για να υποστηριχθεί ότι, η διακυβέρνηση στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποκλίνει συστηματικά από την εξυπηρέτηση του «δημόσιου συμφέροντος», και, δεύτερον, ότι αυτή η εγγενής αδυναμία είναι αδύνατο να διορθωθεί, γιατί όπως γράφει ο  Lion (1996).

Τα κόμματα και οι επιχειρήσεις έχουν έντονο συμφέρον να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Στην περίπτωση των επιχειρήσεων, οι κυβερνητικοί κανονισμοί περιορίζουν την ικανότητα των εταιρειών να πνίγουν τον ανταγωνισμό. Όμως τα κόμματα ελέγχουν το μόνο όργανο - την κυβέρνηση - που μπορεί να τα ρυθμίσει. 

Παραπομπές:

[1] Συχνά στην βιβλιογραφία οι αναφορές στο «δημόσιο συμφέρον» αποδίδονται με τους όρους «κοινό καλό». Και στις δύο περιπτώσεις, το εννοιολογικό αντικείμενο είναι το ίδιο και αναφέρεται στις βελτιώσεις της ευημερίας γενικά του  πληθυσμού σε μια χώρα που μπορεί να συνοδεύουν την εισαγωγή κάποιας δημόσιας πολιτικής. Στο παρόν δοκίμιο χρησιμοποιούνται εναλλακτικά.

[2] Έχει μεγάλη σημασία για τις νεώτερες γενεές των Ελλήνων μελετητών να ενθυμούνται πόσο τραγικά έξω έπεσαν εξέχοντες εγχώριοι αρνητές της δημοκρατίας και υποστηρικτές της κοινοκτημοσύνης. Για δύο λησμονημένα αλλά εκπληκτικά παραδείγματα, βλ. Τσάτσος (1965, 207), Ζολώτας (1944α/2009).  

[3] Ίσως, η μνημειώδης αποτυχία του κομμουνισμού στη Ρωσία και στην Ανατολική Ευρώπη εξηγεί γιατί το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) επέλεξε ένα διαφορετικό δρόμο προς την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, επιτρέποντας την ατομική ιδιοκτησία σε μια «κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία της αγοράς».