Άσυλο, παράνομες ροές και η βιομηχανία της αυταπάτης
AP Photo/Emrah Gurel
AP Photo/Emrah Gurel
Α. Ζαπράνης

Άσυλο, παράνομες ροές και η βιομηχανία της αυταπάτης

Στην Ελλάδα έχει εγκατασταθεί μια επικίνδυνη πλάνη ότι όποιος μιλά για σύνορα, έλεγχο και αποτροπή χαρακτηρίζεται «ακροδεξιός», ενώ όποιος αναμασά γενικόλογες ηθικολογίες βαφτίζεται «ανθρωπιστής». Όμως το ζήτημα της διαχείρισης των παράνομων εισόδων δεν είναι πεδίο για συνθήματα. Αφορά την εθνική ασφάλεια, τη λειτουργία του κράτους και την κοινωνική συνοχή. Παρ’ όλα αυτά, στον δημόσιο διάλογο κυκλοφορούν επιχειρήματα που, είτε από σκοπιμότητα είτε από άγνοια, μετατρέπουν μια σοβαρή συζήτηση σε ιδεολογικό θέατρο.

Πρώτο και θεμελιώδες λάθος είναι η συστηματική σύγχυση ανάμεσα στο άσυλο και τη μετανάστευση. Άσυλο σημαίνει προστασία ενός ανθρώπου που διώκεται. Μετανάστευση σημαίνει νόμιμη διαδικασία: αίτηση, έλεγχος, βίζα, άδεια εισόδου. Ακριβώς όπως ισχύει για κάθε Έλληνα που θέλει να ζήσει ή να εργαστεί σε άλλη χώρα. Το να παρουσιάζεται η παράνομη είσοδος ως «κανονική οδός» και στη συνέχεια ως αυτονόητη βάση δικαιωμάτων δεν είναι ανθρωπισμός. Είναι μετατροπή της παραβίασης των κανόνων σε νέο κανόνα.

Δεύτερο μεγάλο λάθος είναι ότι η διαδικασία ασύλου αντιμετωπίζεται σαν μια ουδέτερη διοικητική πράξη χωρίς παρενέργειες. Επειδή, νομικά και ορθώς, μέχρι να εξεταστεί η αίτηση ο αιτών αντιμετωπίζεται ως δυνητικά δικαιούχος προστασίας, όταν η εξέταση διαρκεί μήνες ή χρόνια η καθυστέρηση μετατρέπεται σε μηχανισμό κινήτρου, δηλαδή σε έμμεσο «εισιτήριο παραμονής». Το μήνυμα που διαδίδεται από τους διακινητές είναι ότι «αν περάσεις τα σύνορα, θα μείνεις αρκετό καιρό». Κι όμως, πολλοί αρνούνται ακόμη και την έννοια της αποτροπής, παριστάνοντας ότι το σύστημα δεν παράγει κίνητρα, ενώ όλοι γνωρίζουν ποιο είναι το πραγματικό αποτέλεσμα.

Αντί να εστιάζουν στον μηχανισμό που παράγει τις ροές, κατευθύνουν σχεδόν όλη την κριτική τους στο Λιμενικό Σώμα. Έτσι όμως αγνοούν (γιατί άραγε;) ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς «μετανάστευση», αλλά οργανωμένη πίεση με χαρακτηριστικά υβριδικής απειλής. Η Τουρκία εργαλειοποιεί τις ροές, ισλαμιστικά δίκτυα και κυκλώματα διακινητών τις διευκολύνουν, ενώ τα ποσά που πληρώνονται για το ταξίδι είναι τεράστια. Αυτό δείχνει ότι δεν πρόκειται για αυθόρμητη μετακίνηση απελπισμένων ανθρώπων, αλλά για επιχείρηση με χρηματοδότηση και γεωπολιτική στόχευση.

Τρίτο μεγάλο λάθος, που επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά από τους υποστηρικτές των «ανοιχτών συνόρων», είναι η επίκληση ότι «η Τουρκία δεν είναι ασφαλής χώρα». Κι όμως, η Τουρκία είναι ασφαλής για εκατομμύρια τουρίστες, για επιχειρήσεις, επενδύσεις και διεθνείς πτήσεις, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση της καταβάλλει τεράστια ποσά. Μπορεί να είναι αυταρχική, αλλά δεν είναι εμπόλεμη ζώνη. Παρ’ όλα αυτά, όσοι εμφανίζονται ως υπερασπιστές του διεθνούς δικαίου σπάνια ασκούν πίεση προς την Τουρκία και επιλέγουν να επιτίθενται σχεδόν αποκλειστικά στην Ελλάδα.

Τέταρτο λάθος είναι η μοιρολατρική ιδέα ότι «οι διακινητές θα συνεχίσουν έτσι κι αλλιώς». Οι διακινητές λειτουργούν ως επιχειρήσεις που πουλάνε ως μοναδικό τους «προϊόν» την πιθανότητα παράνομης εισόδου και παραμονής στην Ευρώπη. Αν μειωθεί η πιθανότητα επιτυχίας μέσω αποτροπής και άμεσων επιστροφών, το «προϊόν» χάνει αξία και οι ροές μειώνονται.

Τέλος, γίνεται συχνά η εξίσωση της σημερινής λαθρομετανάστευσης με τους πρόσφυγες του 1922. Πρόκειται για ιστορική παραχάραξη. Οι πληθυσμοί εκείνοι ήρθαν μέσω διεθνούς συμφωνίας ανταλλαγής, με ελληνική συνείδηση και ορθόδοξη ταυτότητα, και ενσωματώθηκαν μέσα από τεράστια κρατική προσπάθεια. Η ένταξη δεν είναι «νομοτέλεια», αλλά αποτέλεσμα σχεδίου, ορίων και κρατικής οργάνωσης.

Το δικαίωμα ελέγχου των συνόρων δεν είναι ακροδεξιά εμμονή. Είναι ο ορισμός της κρατικής κυριαρχίας. Χώρα χωρίς έλεγχο εισόδου δεν είναι χώρα. Είναι χώρος. Και στην ιστορία των κρατών, οι χώροι δεν μένουν ποτέ χωρίς διεκδικητή.


* Ο Αχιλλέας Ζαπράνης είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής & Νευρωνικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας