8ος χρόνος, ημέρα 2278η
Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2022

Φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» του Αλέξη Παπαχελά

Φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» του Αλέξη Παπαχελά
Shutterstock

Ο Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» (εκδ. Μεταίχμιο) φωτίζει άγνωστες πτυχές της περιόδου πριν και μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και διαλύει πλάνες με την παράθεση αρχειακών τεκμηρίων και προφορικών μαρτυριών των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη φυσική συνέχεια του άλλου σημαντικού βιβλίου του ιδίου «Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας» που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1997. Έτσι σήμερα μπορούμε να μιλάμε για ένα δίτομο έργο του συγγραφέα του οποίου η συνεισφορά στην ελληνική ιστοριογραφία είναι ανεκτίμητη.

Οι πλάνες που διαλύονται μέσα από τις σελίδες του «σκοτεινού δωματίου» κυριάρχησαν σχεδόν σε όλη την Μεταπολιτευτική περίοδο. Διακινήθηκαν και συντηρήθηκαν από όλους αυτούς που ήθελαν να αποσείσουν τις ευθύνες τους για τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου και από άλλους που επεδίωκαν, για ίδιον όφελος, να δώσουν στο Πολυτεχνείο διαστάσεις που δεν είχε.

Μύθος πρώτος. Η κυβέρνηση Μαρκεζίνη ανατράπηκε γιατί δεν ικανοποίησε το αίτημα των ΗΠΑ για τη χρήση των αεροπορικών βάσεων της Ελευσίνας και της Σούδας στον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ. Αυτό υποστηρίζει και ο Σπ. Μαρκεζίνης στο έργο του «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία, τόμος Γ 1952-1975, σελ 221. Όμως από το βιβλίο του Α. Παπαχελά προκύπτει πως η ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου σχεδιαζόταν από το καλοκαίρι του 1973, γιατί ο σκληρός πυρήνας της 21ης Απριλίου πίστευε πως η «Επανάστασις είχε παρεκκλίνει του αρχικού σκοπού της, εξαιτίας των φιλοδοξιών του Γ. Παπαδόπουλου».

Μάλιστα «ο Ιωαννίδης από το 1968 έλεγε σε συνεργάτες του ότι πρέπει να προετοιμάζονται για ενδεχόμενη ανατροπή του Παπαδόπουλου»( σελ.42). Μια εξίσου βασική αιτία για την ανατροπή του Παπαδόπουλου ήταν η πολιτική του στο Κυπριακό την οποία οι αδιάλλακτοι περί τον Ιωαννίδη τη θεωρούσαν μετριοπαθή και αντίθετη προς το αίτημα της «Ένωσης».

Συνεπώς, ούτε το Πολυτεχνείο συνέβαλε στην πτώση του Παπαδόπουλου ούτε οι Αμερικάνοι. Άλλωστε, είναι πλέον γνωστό πως μέσα από κανάλια που δεν ήλεγχε η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, το αίτημα των ΗΠΑ για τη χρήση αυτών των δύο βάσεων ικανοποιήθηκε. Ας σημειωθεί πως σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1973 την εξωτερική πολιτική και την πολιτική της εθνικής αμύνης την ασκούσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι η κυβέρνηση.

Μύθος δεύτερος. Ο Καραμανλής με τον Αβέρωφ, με δική τους απόφαση, δεν έστειλαν στρατό στην Κύπρο μετά την πρώτη εισβολή και κατά τη διάρκεια της δεύτερης. Από το βιβλίου του Α. Παπαχελά προκύπτει πως - ενώ ήταν βέβαιη η δεύτερη φάση της εισβολής - στις 13 Αυγούστου 1974 ο Αβέρωφ, εκ μέρους του Καραμανλή, ζήτησε να ενημερωθεί από τη στρατιωτική ηγεσία αν υπήρχε δυνατότητα να σταλούν εντός 48 ωρών ενισχύσεις στην Κύπρο.

Οι Μπονάνος και Γαλατσάνος απάντησαν αρνητικά. Μάλιστα ο Γαλατσάνος, Α/ΓΕΣ, σύμφωνα με τα πρακτικά, δήλωσε πως «θα επρόκειτο περί ανθρωποκτονίας άνευ ανταλλάγματος» ( σελ. 526). Συνεπώς, η πολιτική που ακολουθήθηκε από την πολιτική ηγεσία ήταν αποτέλεσμα της εισήγησης της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, που γνώριζε καλύτερα τα επιχειρησιακά δεδομένα.

Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα του βιβλίου «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» είναι αδυναμία τόσο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και των σχετικών υπηρεσιών να διαμορφώσουν μιαν ορθολογική πολιτική απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο, μέχρις ότου αναλάβει τη διαχείριση της ο Χ. Κίσινγκερ. Ο τελευταίος δεν είχε ασχοληθεί προηγουμένως καθόλου με το Κυπριακό, αγνοούσε πλήρως τα δικοινοτικά χαρακτηριστικά του και το αντιμετώπισε μέσα από τη μεγάλη εικόνα του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού.

«Ορισμένοι Αμερικανοί διπλωμάτες δείχνουν κατανόηση για τις εξηγήσεις Κίσινγκερ, υπενθυμίζοντας ότι οι συνέπειες του πολέμου του Γιόμ Κιπούρ είχαν εξαντλήσει διπλωματικά τον υπουργό, σε μια περίοδο που αντιμετώπιζε επί πλέον κατηγορίες για συμμετοχή στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Κατά την άποψη τους δύο επί πλέον κρίσεις μέσα σε ένα έτος - τα πραξικοπήματα σε Πορτογαλία και Κύπρο το 1974, αποτέλεσαν πολύ μεγάλη επιβάρυνση» (Γιαν Κόουρα, Διχοτομημένη νήσος εκδ. Αλεξάνδρεια).

Κύριο μέλημα του Χ. Κίσινγκερ ήταν να αποτραπεί, πάση θυσία, ένας Ελληνοτουρκικός πόλεμος, ενώ στην πλάστιγγα της διεθνούς πολιτικής η Τουρκία είχε μεγαλύτερο βάρος. Ας σημειωθεί ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ διακατεχόταν ακόμα από το σύνδρομο της επιστολής Τζόνσον προς Ινονού το 1964, που πλήγωσε βαθύτατα τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Έτσι ο Χ. Κίσινγκερ δήλωσε στον πρόεδρο Φορντ στις 13 Αυγούστου 1974 πως «δεν υπάρχει κάποιος αμερικανικός λόγος για τον οποίον οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου».( σελ. 528)

Ευθύνες των ΗΠΑ, σε κεντρικό επίπεδο, για το πραξικόπημα στην Κύπρο δεν προκύπτουν μέσα από τα επίσημα έγγραφα και τις μαρτυρίες. Δεν γνωρίζουμε όμως το ρόλο μεσαίων στελεχών της CIA που είχαν πολύχρονες σχέσεις, υπηρεσιακές και προσωπικές, με Έλληνες αξιωματικούς και αν έδωσαν προς αυτούς κάποιες διαβεβαιώσεις. Πάντως, αυτή η πολυφωνία των ΗΠΑ σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια του Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα Χ. Τάσκα, - ο οποίος σημειωτέον επικοινωνούσε με τον Ιωαννίδη όχι απευθείας, αλλά μέσω του σταθμού της CIA κατ΄απαίτηση του τελευταίου (σελ. 205)- συνετέλεσαν να υπάρξει κενό πολιτικής παρέμβασης που το εκμεταλλεύθηκε ο Ιωαννίδης.

Κάτι που δεν συνέβη το Φεβρουάριο του 1972 όταν επίκειτο πραξικόπημα της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο και ο Τάσκα με αυστηρό μήνυμα του εξέφρασε την αντίθεση της κυβέρνησης των ΗΠΑ σε οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής του Μακαρίου. Εξάλλου ήταν πάγια η εκτίμηση του Στέιτ Ντιπάρντμεντ πως η χούντα δεν θα αποτολμούσε πραξικόπημα στην Κύπρο χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Τουρκία. Δεν θεωρούσε τον Ιωαννίδη τόσο αφελή. Κι όμως ήταν.

Μετά το δεύτερο Αττίλα και κάτω από το κύμα αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα και τις μαζικές διαμαρτυρίες της ομογένειας, ο Κίσινγκερ δήλωσε πως «…αν υιοθετήσουν (οι Έλληνες) μια μη αναστρέψιμη αντιαμερικανική γραμμή εμείς μπορούμε να το αντέξουμε παραπάνω από αυτούς». Ήταν σαφές πως είχε μια ξεκάθαρη εικόνα του τι ήθελε και προς ποια πλευρά θα πιέσει.

Ο διάλογος που παραθέτει στο βιβλίο του ο Α. Παπαχελάς μεταξύ Κίσινγκερ-Μακαρίου που έγινε στη Νέα Υόρκη στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, μετά το πραξικόπημα, αποτελεί «υπόδειγμα» άσκησης πολιτικής απαλλαγμένης από κάθε ηθική διάσταση. Και οι δύο διαγωνίσθηκαν σε κυνισμό, ο καθένας για τα συμφέροντα του (σελ.555-557).

Το βιβλίο εισφέρει -πέραν όλων των άλλων σημαντικά πραγματολογικά στοιχεία- καρπός 25ετούς έρευνας, στη διερεύνηση του τι έγινε στην Κύπρο από το 1967 ως το 1974 και αναδεικνύει το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι βασικοί παίκτες με τα λάθη τους, τις αφελείς προσλήψεις των γεγονότων και κυρίως την έλλειψη ιστορικής γνώσης. Αν ο Ιωαννίδης είχε συνειδητοποιήσει τι σήμαινε η Κύπρος για την Τουρκία από το 1956 (έκθεση Νιχάτ Ερίμ) θα έκανε δεύτερες σκέψεις πριν αποφασίσει το πραξικόπημα.

Τελικά η κυπριακή τραγωδία στο τελικό της στάδιο διαμορφώθηκε από μια αλληλουχία λανθασμένων εκτιμήσεων. Ο Μακάριος πίστεψε πως ο Ιωαννίδης δε θα τολμούσε να τον ανατρέψει και ο Ιωαννίδης πίστεψε πως οι Τούρκοι δε θα τολμήσουν να εισβάλουν. Και οι δύο έπεσαν τραγικά έξω.

Συγχρόνως αναδεικνύονται οι αρετές του δημοκρατικού πολιτεύματος που με τους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και τη συνεκτίμηση και των αντιδράσεων της κοινής γνώμης, τέτοια τυχοδιωκτικά εγχειρήματα τα καθιστά απαγορευτικά.

Ας σημειωθεί πως ο σχεδιασμός της πραξικοπηματικής ανατροπής του Μακαρίου, και η εν συνεχεία επιβολή συμφωνημένης λύσης με την Τουρκία, υπήρχε από το 1964. Καμία όμως κυβέρνηση, υπό καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δεν τόλμησε να τον υλοποιήσει.

Το βιβλίο «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» είναι από αυτά που βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει γιατί εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα και όχι αλλιώς και κυρίως αν μπορούσαν ή δεν μπορούσαν να εξελιχθούν αλλιώς.

Το ευρετήριο που υπάρχει στις τελευταίες σελίδες βοηθά σημαντικά τον αναγνώστη να αντιληφθεί τους ρόλους που είχαν οι παίκτες, βασικοί και βοηθητικοί, στην πορεία των γεγονότων που εξιστορούνται.

Συμπερασματικά, αυτό το βιβλίο θα πρέπει να διαβαστεί από κάθε φιλίστορα και όχι μόνο, καθώς αποτελεί ουσιαστικά και ένα εγχειρίδιο για το τι είναι και πώς ασκείται η πολιτική.