Τι ακριβώς είδε ο S&P και αναβάθμισε την Ελλάδα; Μια ανάλυση για μη ειδικούς

Τι ακριβώς είδε ο S&P και αναβάθμισε την Ελλάδα; Μια ανάλυση για μη ειδικούς

H αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας από τον οίκο αξιολόγησης S&P Global Ratings, σε ΒΒ+ (stable) από ΒΒ (positive), μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα, ή όπως λέγεται διεθνώς, “investment grade”. Παρ’ όλο που τα αρχικά ενθουσιώδη και αισιόδοξα σενάρια, που είχαν δει το φως της δημοσιότητας προέβλεπαν την κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας μέσα στο 2022, κάτι που φάνηκε ότι ήταν ανέφικτο, σήμερα η επενδυτική βαθμίδα γίνεται ορατή για το Q2 ή Q3 του 2023. Τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, θα είναι επιλέξιμα από τα προγράμματα και τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μόλις ένας από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης δώσει το πράσινο φως.

H διαδρομή που έχει καλύψει η χώρα μας είναι μεγάλη. Η επίτευξη της «επενδυτικής βαθμίδας», δηλαδή το Baa3 της Moody’s, καθώς και το ΒΒΒ- της Fitch Ratings και της S&P Global Ratings, θα αποτελέσει μια σημαντική και ουσιώδη εθνική επιτυχία, με δεδομένο ότι το 2015 η αξιολόγηση της Moody’s ήταν στο Caa3 (Stable), της Fitch στο CC και της S&P CCC- (negative).

Οι αξιολογήσεις του οίκου S&P Global Ratings, καθώς και του DBRS που είχε προηγηθεί, έχουν τοποθετήσει το αξιόχρεο της Ελλάδας, μόλις μια βαθμίδα πριν από τις απαιτήσεις της ΕΚΤ. Η Fitch Ratings βρίσκεται στις δυο βαθμίδες και η Moody's στις τρεις. Ο στόχος της απόκτησης της επενδυτικής βαθμίδας μέσα στο 2023, είναι εφικτός. Ωστόσο παραμένει το ερώτημα, του αν η επόμενη αναβάθμιση γίνει αφού έχουν ξεκαθαρίσει τα πολιτικά πράγματα, μετά από τις διπλές κοινοβουλευτικές εκλογές.

Τι ακριβώς είδε ο S&P και αναβάθμισε την Ελλάδα; Τι σημαίνει αυτή η αναβάθμιση του αξιόχρεου πίσω από αυτό το ΒΒ+ (stable); Τι σημαίνει η αναβάθμιση για την οικονομία και τις πολίτες;

Η έκθεση αξιολόγησης, εστίασε σε τρία κομβικά σημεία. Το πρώτο είναι το Δημόσιο Χρέος, το δεύτερο είναι η Ανάπτυξη και το τρίτο είναι το Τραπεζικό Σύστημα.

Δημόσιο Χρέος

Ο S&P εκτιμά ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας και ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους. Εκτιμά παράλληλα ότι τα τρέχοντα ταμειακά αποθέματα ισοδυναμούν με το τριπλάσιο των αναγκών δανεισμού τα επόμενα δύο χρόνια. Το γεγονός αυτό, μαζί με τις χαμηλές απαιτήσεις αναχρηματοδότησης του χρέους, βοηθά στη θωράκιση των δημόσιων οικονομικών απέναντι στην παγκόσμια αύξηση των επιτοκίων.

Ο S&P εκτιμά ότι οι δείκτες ακαθάριστου και καθαρού χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης θα συνεχίσουν να έχουν πτωτική τάση κατά την περίοδο 2022-2025, υποβοηθούμενοι από την ανάκαμψη του ΑΕΠ και τη δημοσιονομική εξυγίανση. Έτσι αναμένει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε περίπου 184% του ΑΕΠ το 2022, από περίπου 193% το 2021, πριν υποχωρήσει περαιτέρω την περίοδο 2023-2025. Το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να υποχωρήσει σε περίπου 170% του ΑΕΠ το 2022 από περίπου 176% του ΑΕΠ το 2021.

Ανάπτυξη

Ο S&P προβλέπει ότι η αύξηση του ΑΕΠ για το 2022 θα φτάσει στο 3,4% και ακολούθως θα σταθεροποιηθεί γύρω από το 3% από το 2023 έως το 2025, κυρίως χάρη στις επενδύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά και την ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η Ελλάδα πρόκειται να λάβει επιχορηγήσεις 17,8 δισ. ευρώ έως το 2026 και δάνεια 12,7 δισ. ευρώ, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δάνεια που έλαβε μέσω του προγράμματος SURE για ενίσχυση της απασχόλησης. Έχει ήδη λάβει σχεδόν 4 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ άλλα 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν προγραμματιστεί για εκταμίευση το 2022.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε απότομα κατά σχεδόν 20% το 2021, κυρίως λόγω της αύξησης των επενδύσεων σε μηχανήματα και εξοπλισμό. Η κατασκευαστική και μεταποιητική δραστηριότητα ανακάμπτει γρήγορα, με τον δείκτη PMI να έχει φτάσει σε επίπεδα που αντίστοιχα με αυτά στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Ο S&P αναφέρθηκε και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών, και η υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων για την επαγγελματική κατάρτιση και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα οδηγήσουν σε αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας που θα ενισχύσουν τα μακροοικονομικά αποτελέσματα και θα βελτιώσουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους του κράτους.

Τραπεζικό Σύστημα

H S&P τονίζει ότι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί μια ακραία περίπτωση στην ευρωζώνη. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο προς την εκκαθάρισή των ισολογισμών τους από τα βάρη των «κόκκινων δανείων». Η S&P αναμένει ότι το ποσοστό των με εξυπηρετούμενων δανείων σε όλο το σύστημα, θα πέσει κάτω από το 8% μέχρι το τέλος του 2022, από το 10% του 2021 και το 31% του 2020.

Ο συνδυασμός των χαμηλής ποιότητας και ποσότητας κεφαλαίων, λόγω του υψηλού ποσοστού του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια, με τους αναβαλλόμενους φόρους να αποτελούν το 61%-91% των κοινών ιδίων κεφαλαίων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, καθώς και οι περιορισμένες προοπτικές κερδών συνεχίζουν να περιορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών, αλλά και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, προβλέπει ότι η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank πιθανότατα θα μπορέσουν να διανείμουν μερίσματα στους μετόχους τους, από τα κέρδη του οικονομικού έτους 2022, ενώ η Alpha Bank θα μπορούσε να ακολουθήσει ένα χρόνο αργότερα.

Με δεδομένο ότι η πραγματική οικονομία θα αντλήσει 12,7 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα διοχετευτούν στον ιδιωτικό τομέα με χαμηλό επιτόκιο μέσω του τραπεζικού συστήματος, θα αντιμετωπιστεί ως ένα βαθμό το χάσμα μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς πιστώσεων στην οικονομία και θα τονώσει την οικονομική δραστηριότητα τα επόμενα πέντε χρόνια.

Επομένως σύμφωνα με την S&P Global Ratings, η Ελληνική Οικονομία,

α) δείχνει μια ισχυρή ανθεκτικότητα απέναντι στην κρίση που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες όσον αφορά το μέγεθος του Δημοσίου Χρέους,

β) δείχνει μια τάση διατήρησης των ρυθμών ανάπτυξης πάνω από το μέσο όρο της ευρωζώνης και

γ) δείχνει να επουλώνει την Αχίλλειο πτέρνα της, που ήταν το ανίσχυρο τραπεζικό σύστημα, έτσι ώστε να χρηματοδοτήσει ευκολότερα τις επιχειρήσεις.

Η αξιολόγηση της S&P, αποτελεί με δυο λόγια ένα θετικό σενάριο για την Ελλάδα, κάτι που αποτυπώνεται τόσο από τη συνεχή είσοδο ξένων επιχειρηματικών σχημάτων στη χώρα μας, όσο και από τη συμπεριφορά των επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, που κινείται κόντρα στο διεθνές κλίμα.