Πώς «ξεκλείδωσε» ο διάλογος κυβέρνησης - αγροτών
Eurokinissi
Eurokinissi

Πώς «ξεκλείδωσε» ο διάλογος κυβέρνησης - αγροτών

Ένα ιδιαίτερα σύνθετο και φορτισμένο πολιτικά σκηνικό κλήθηκε να διαχειριστεί η κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες στο αγροτικό μέτωπο, με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και το βαρύ πρόστιμο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις αγροτικές επιδοτήσεις να λειτουργούν ως καταλύτης εξελίξεων. Το σκάνδαλο δεν έφερε απλώς σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, αλλά προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις: ελέγχους από ευρωπαϊκούς και εθνικούς μηχανισμούς, σοβαρή δυσπιστία από τις Βρυξέλλες και – το πιο κρίσιμο – αμφιβολίες για το αν και πότε θα μπορούσαν να πληρωθούν οι αγρότες.

Η κατάσταση κορυφώθηκε το καλοκαίρι, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με επιστολή της στις 4 Αυγούστου 2025, απέρριψε το action plan του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκείνη τη στιγμή έγινε σαφές ότι η χώρα βρέθηκε, πρακτικά, χωρίς λειτουργικό σύστημα πληρωμών αγροτικών επιδοτήσεων. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι οι ενισχύσεις του 2025 θα έφταναν στους δικαιούχους. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο πολιτικό· ήταν θεσμικό και τεχνικό, με σοβαρό κίνδυνο να... τιναχθεί στον αέρα η ομαλή εφαρμογή της ΚΑΠ στην Ελλάδα.

Σε αυτή την κρίσιμη φάση, τον κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν ανέλαβε ο Κωστής Χατζηδάκης. Το κλίμα στις Βρυξέλλες ήταν εξαιρετικά βαρύ και η δυσπιστία απέναντι στην ελληνική πλευρά έντονη, καθώς οι ευρωπαϊκές αρχές θεωρούσαν ότι το πρόβλημα στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν συγκυριακό αλλά διαχρονικό. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει όταν η κυβέρνηση έλαβε μια πολιτικά δύσκολη αλλά σαφή απόφαση: να προχωρήσει στην κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και να μεταφέρει τις αρμοδιότητες πληρωμών στην ΑΑΔΕ, στέλνοντας έτσι ένα ισχυρό μήνυμα αξιοπιστίας και θεσμικής επανεκκίνησης.

Ακόμη και μετά από αυτή την κίνηση, ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις μόνο εύκολες δεν ήταν. Χρειάστηκαν σκληρές συζητήσεις και λεπτομερής συμφωνία σε τεχνικά και διοικητικά ζητήματα, προκειμένου να «κλειδώσει» το νέο σύστημα πληρωμών και να εγκριθεί τελικά, στις αρχές Νοεμβρίου, το αναθεωρημένο action plan. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένας πραγματικός αγώνας δρόμου, ώστε να καταβληθεί εγκαίρως η προκαταβολή της βασικής ενίσχυσης στα τέλη Νοεμβρίου και να ακολουθήσουν όλες οι υπόλοιπες πληρωμές.

Η κατάσταση εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ, ωστόσο, παρέμενε εξαιρετικά δύσκολη. Ο οργανισμός δεν υπήρξε ποτέ πρότυπο δημόσιας λειτουργίας, ενώ μετά την εμπλοκή της Οικονομικής Αστυνομίας, της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η λειτουργία του ουσιαστικά παρέλυσε. Παρ’ όλα αυτά, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια για να επανενεργοποιηθεί ο μηχανισμός πληρωμών, προκειμένου να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ ενίσχυσης για τους αγρότες.

Σε αυτό το ήδη δυσμενές περιβάλλον ξεκίνησαν και οι κινητοποιήσεις. Η επιλογή της κυβέρνησης ήταν συνειδητή: να μην «κουνήσει το δάχτυλο» στους αγρότες, αλλά να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις με ενσυναίσθηση, ακόμη και όταν υπήρξαν στιγμές έντασης ή υπερβολών από μερίδα συνδικαλιστών. Παράλληλα, συνεχίστηκε απρόσκοπτα η προσπάθεια ολοκλήρωσης των πληρωμών, ενώ διατηρήθηκαν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Κωστής Χατζηδάκης είχε επανειλημμένες επαφές με αγρότες της Κρήτης, ενώ ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστας Τσιάρας, διατήρησε σταθερή επικοινωνία με τους αγροτοσυνδικαλιστές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές των κινητοποιήσεων. Τα αιτήματα των αγροτών μελετήθηκαν διεξοδικά, με στόχο να ικανοποιηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος τους, χωρίς να τιναχθούν στον αέρα οι δημοσιονομικές αντοχές της χώρας.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση έθεσε εξαρχής τρεις σαφείς «κόκκινες γραμμές»: ότι δεν μπορούν να ξεπεραστούν τα όρια του προϋπολογισμού, ότι δεν μπορεί να παραβιαστεί η συμφωνία με την Κομισιόν και οι κανόνες της ΚΑΠ, και ότι δεν είναι αποδεκτός ο αποκλεισμός στρατηγικών υποδομών με πλήρη διακοπή της κυκλοφορίας.

Ο διάλογος «ξεκλείδωσε» όταν, πρώτον, ολοκληρώθηκαν όλες οι πληρωμές για το 2025. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ κατέβαλε ενισχύσεις μέχρι και την τελευταία ημέρα του έτους, με συνολικό ποσό 3,8 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 13% σε σχέση με το 2024. Δεύτερον, η κυβέρνηση ξεκαθάρισε το τοπίο των αιτημάτων στη συνέντευξη της 5ης Ιανουαρίου, ικανοποιώντας στην πραγματικότητα τα 20 από τα 27 αιτήματα των αγροτών, όπως η μείωση του αγροτικού ρεύματος, η ενίσχυση 150 εκατ. ευρώ για βαμβάκι, σιτάρι και κτηνοτροφία, καθώς και η επιστροφή του ΕΦΚ του αγροτικού πετρελαίου στην αντλία. 

Ταυτόχρονα, έγινε σαφές ότι δεν υπάρχει περιθώριο για πρόσθετα οικονομικά αιτήματα, κι αυτό διότι η πάγια αρχή του οικονομικού επιτελείου είναι οι οποίες θετικές παρεμβάσεις να μην προκαλούν δημοσιονομικούς κραδασμούς και φυσικά να συνάδουν με τη φιλοσοφία του νέου δημοσιονομικού πλαισίου που έχει θέσει η Ευρώπη.

Ο Κωστής Χατζηδάκης, ωστόσο, κράτησε ανοιχτό το παράθυρο του διαλόγου για θεσμικά και διοικητικά ζητήματα, την αναδιάρθρωση καλλιεργειών και τη νέα ΚΑΠ, στέλνοντας το μήνυμα ότι ο διάλογος δεν εξαντλείται σε παροχές, αλλά αφορά και τη δομική ανασυγκρότηση του αγροτικού τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, συνεχίστηκαν οι επαφές με τα μπλόκα, οδηγώντας αρχικά στην επιστολή των 18 μπλόκων υπέρ του διαλόγου και τελικά στη συμφωνία και των υπολοίπων για τη συνάντηση της Τρίτης.

Έτσι, ύστερα από μήνες έντασης, αβεβαιότητας και θεσμικής κρίσης, διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για έναν οργανωμένο διάλογο, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται αποφασισμένη να κλείσει ανοιχτές πληγές του παρελθόντος και να επαναφέρει σταδιακά την εμπιστοσύνη σε έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας.