field_kentriki_fotografia
Οι επτά πληγές της βιομηχανίας που φέρνουν νέο κύμα αυξήσεων

Παρά το time out του Αυγούστου στις αγορές, είναι θέμα χρόνου η πρόσκρουση με την πραγματικότητα της οικονομίας. Οι επτά πληγές της βιομηχανίας θα εκτοξεύσουν εκ νέου τα κόστη, θα μειώσουν σε πολλές περιπτώσεις την προσφορά σε μια ευρεία γκάμα αγαθών και θα δημιουργήσουν έναν νέο κύκλο αύξησης τιμών.

Η σκυτάλη του κύκλου θα περάσει στα νοικοκυριά, καθώς θα πληγεί σοβαρά η ζήτηση- μια πρώτη γεύση έχουμε από τις διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου αυτή την εβδομάδα- καθώς η ακρίβεια θα αρχίσει να γίνεται δυσβάσταχτη με αποτέλεσμα τη μείωση της κατανάλωσης.

Την ίδια στιγμή το κόστος χρήματος γίνεται πιο ακριβό για όλους, ενώ η «μετάφραση» όλης της παραπάνω αλληλουχίας θα είναι τα μειωμένα περιθώρια κέρδους για τους περισσότερους κλάδους.

Τις επτά πληγές της βιομηχανίας θα μπορούσε κανείς να τις περιγράψει εν συντομία ως εξής:

Πρώτες ύλες και ενέργεια στα ύψη

Oι ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου έχουν στρατοπεδεύσει πλέον πάνω από τα 200 ευρώ /MWh, με τις προμήθειες μέσω του βασικού αγωγού Nord Stream 1 να παραμένουν πέριξ του 20% της δυναμικότητάς του.

Η ΕΕ κάνει αγώνα δρόμου για να αποθηκεύσει φυσικό αέριο για τον χειμώνα, μειώνοντας την κατανάλωση καυσίμων και ενισχύοντας τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, LNG.

Μέχρι στιγμής έχει γεμίσει περίπου το 71% των αποθηκευτικών της χώρων, όμως απέχει δραματικά από την επίτευξη του στόχου του 95% έως τις αρχές του φθινοπώρου.

Αν εν τέλει η ρωσική στρόφιγγα από Οκτώβρη κλείσει εντελώς, η βιομηχανική παραγωγή θα μειωθεί περαιτέρω, ο πληθωρισμός θα κάνει νέα ρεκόρ και η ύφεση θα μας κυκλώσει ολοένα και περισσότερο.

Βλέπετε, η μείωση των ροών από τους ρωσικούς αγωγούς προς την Ευρώπη έχει συμβάλει στην άνοδο και των εναλλακτικών επιλογών όπως είναι το πετρέλαιο, ο άνθρακας αλλά και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, αυξάνοντας το κόστος όχι μόνο για την ΕΕ αλλά και για άλλους μεγάλους αγοραστές.

Η ικανοποίηση της αυξανόμενης απαίτησης της Ευρώπης σε LNG αναμένεται να διατηρήσει τις παγκόσμιες τιμές, ενώ η προγραμματισμένη εποχιακή συντήρηση σε αρκετές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στη Νορβηγία και στο Ηνωμένο Βασίλειο θα συντηρήσουν τη «στενότητα» της αγοράς.

Το μόνο καλό νέο είναι ότι ο σημαντικός εξαγωγικός τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, που έκλεισε φέτος μετά από έκρηξη, θα επαναλειτουργήσει στις αρχές Οκτωβρίου με σχεδόν πλήρη δυναμικότητα, κάτι που θα φέρει μια μικρή ανακούφιση στην Ευρώπη.

Χάος στα λιμάνια

Η χαοτική κατάσταση στα λιμάνια όχι μόνο δεν έχει αμβλυνθεί, αλλά διαρκώς επιδεινώνεται.

Ξεκίνησε από την αύξηση της ζήτησης μετά τα lockdowns, συνεχίστηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις απεργίες ή τις ελλείψεις λιμενεργατών, την επαναφορά των lockdowns στην Κίνα λόγω της πολιτικής για μηδενική ανοχή στην Covid 19, ενώ η εικόνα επιβαρύνθηκε εκ νέου, ειδικά στα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης, λόγω των αυξημένων φορτίων άνθρακα προκειμένου να αντικατασταθεί το φυσικό αέριο.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων; Οι ουρές στα λιμάνια και η αύξηση του χρόνου αναμονής ειδικά όσον αφορά τα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου.

Ενδεικτική είναι η κατάσταση στο Ρότερνταμ, όπου τον Μάιο και τον Ιούνιο ο χρόνος αναμονής ανέβηκε από τις 48 στις 186 ώρες, για να μειωθεί εν συνεχεία πέριξ των 100-113 ωρών.

«Κυκλοφοριακό χάος» επικρατεί και στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, με πάνω από 150 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να περιμένουν την προηγούμενη εβδομάδα για να μπουν στα λιμάνια του Λος Αντζελες και της Νέας Υόρκης για να ξεφορτώσουν.

Για έναν κλάδο που ο χρόνος είναι κάτι περισσότερο από χρήμα, κατανοούμε τι σημαίνουν τα «παρκαρισμένα» πλοία έξω από τα λιμάνια.

Αναζητούνται εμπορευματοκιβώτια

Έξω από τα λιμάνια δεν είναι μόνο τα πλοία «παρκαρισμένα», αλλά και τα εμπορευματοκιβώτια που μεταφέρουν. Ως εκ τούτου η ζήτηση για τα «κουτιά» έχει αυξηθεί κατακόρυφα και η έλλειψή τους είναι άλλος ένας παράγοντας που τινάζει τα χρονοδιαγράμματα στον αέρα, είτε είσαι ναυτιλιακή, είτε είσαι ο εξαγωγέας είτε ο εισαγωγέας των προϊόντων.

Αρκεί να αναφέρουμε ότι πάνω από το 60% των containerships παγκοσμίως βγαίνουν εκτός προγράμματος όσον αφορά τα πλάνα παράδοσης.

Στα ύψη το κόστος μεταφοράς

Η πραγματικότητα λοιπόν στις θαλάσσιες μεταφορές είναι: Συμφόρηση στα ανοιχτά των λιμανιών, καθυστερήσεις, έλλειψη χωρητικότητας και εμπορευματοκιβωτίων.

Το αποτέλεσμα; Οι ακριβοί ναύλοι.

Βέβαια για τις εταιρείες μεταφοράς όπως η Maersk αυτά είναι καλά νέα. Την Τετάρτη που μας πέρασε η εταιρεία ανακοίνωσε ένα εξαιρετικά ισχυρό δεύτερο τρίμηνο, το 15ο συνεχόμενο τρίμηνο με βελτίωση κερδοφορίας από έτος σε έτος.

Μάλιστα ο Διευθύνων Σύμβουλος, Soren Skou, μετά τις ανακοινώσεις για οργανική αύξηση των εσόδων κατά 36%- είναι το 6ο συνεχόμενο τρίμηνο με οργανική αύξηση άνω του 30% -προχώρησε κατά την ενημέρωση των αναλυτών σε δεύτερη ανοδική αναθεώρηση για τα ετήσια αποτελέσματα του 2022.

(σ.σ: Eπομένως οι αναγνώστες μας μπορούν να προσθέσουν την εταιρεία στο άρθρο μας Αποτελέσματα β' τριμήνου - Οι εταιρείες που ξεχωρίσαμε).

Βέβαια τα καλά νέα για τον ναυτιλιακό κλάδο συνεπάγονται πανάκριβο κόστος μεταφοράς για όλους τους υπόλοιπους.

Και δυστυχώς δεν ισχύει η παροιμία, «το καλό το παλικάρι, ξέρει και άλλο μονοπάτι» καθώς και οι χερσαίες οδοί καθίστανται πανάκριβες λόγω της εκτίναξης της τιμής της βενζίνης, του πετρελαίου κίνησης κλπ.

Μετέωρη η παραγωγή στο πιο «νευραλγικό» υλικό, τα «τσιπάκια»

Τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες που ξεκίνησαν από τις αρχές της πανδημίας έχουν εδώ και καιρό προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις προμήθειες ημιαγωγών, κάτι που επηρεάζει ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας, από τις αυτοκινητοβιομηχανίες έως τις βιομηχανίες ηλεκτρικών ειδών, κινητής τηλεφωνίας κλπ.

Η ένταση στα στενά της Ταϊβάν δημιουργεί έναν επιπλέον παράγοντα που αυξάνει την έλλειψη ορατότητας στον νευραλγικό κλάδο των ημιαγωγών.

Υπενθυμίζουμε ότι το 2020 το 72% των μικροτσίπ που χρησιμοποιήθηκαν στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του στρατού, προέρχονταν από την Ταϊβάν, ενώ και οι εφοδιαστικές ανάγκες της Ευρώπης καλύπτονται κατά τουλάχιστον 50% από τη συγκεκριμένη χώρα.

Όπως αναλύσαμε στο άρθρο μας «Γιατί η Ταϊβάν είναι πολύτιμη για όλους» η TSMC αυτή τη στιγμή ελέγχει το 92% της παγκόσμιας παραγωγής εξελιγμένων μικροτσίπ 10 νανομέτρων και κάτω.

Αν σταματούσε λοιπόν η παραγωγή ημιαγωγών στην Ταϊβάν, σχεδόν το σύνολο των εργοστασίων παγκοσμίως θα σταματούσε να λειτουργεί εντός τριών εβδομάδων.

Η ξηρασία «χτυπάει» και αυτή την παραγωγή

Η βιομηχανική παραγωγή των ημιαγωγών- όπως και άλλων κλάδων άλλωστε όπως για παράδειγμα οι υφαντουργικές, κ.ά- έχει άλλη μια αντιξοότητα να αντιμετωπίσει, την ξηρασία.

Στον κλάδο των ημιαγωγών ήδη από το 2021 η ξηρασία προκάλεσε προβλήματα στους κατασκευαστές, οι οποίοι χρησιμοποιούν εξαιρετικά καθαρό νερό για να καθαρίσουν τα εργοστάσια και τα chipset.

Για παράδειγμα, οι εγκαταστάσεις της TSMC χρησιμοποιούν περισσότερους από 63.000 τόνους νερού την ημέρα. Ως εκ τούτου γίνονται κατανοητά τα προβλήματα που δημιουργούνται από την τρέχουσα ξηρασία, η οποία άλλωστε πλησιάζει σε ιστορικά επίπεδα όχι μόνο στην Ταϊβάν, αλλά και στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Η έλλειψη βροχοπτώσεων συνδέεται με υδρολογική ξηρασία, που συνεπάγεται μειωμένη στάθμη ποταμών, λιμνών και υδροφόρου ορίζοντα γενικότερα. Όλα αυτά μεταφράζονται σε προβλήματα με την άρδευση των καλλιεργειών, χαμηλή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μιας και υπολειτουργούν οι σταθμοί υδροηλεκτρικής ενέργειας και δυσκολίες στις παραποτάμιες συγκοινωνίες.

Πού καταλήγουν όλα τα παραπάνω; Στην αύξηση του κόστους παραγωγής

Αύξηση κόστους χρηματοδότησης

Στην προσπάθεια τους να ελέγξουν τον πληθωρισμό οι Κεντρικές Τράπεζες αποχαιρετούν τους τελευταίους μήνες η μια μετά την άλλη τα μηδενικά / αρνητικά επιτόκια.

Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ έκανε πρώτη την αρχή και πλέον τα επιτόκια έχουν φτάσει στο 2,25% και 2,50%, ενώ από τον Σεπτέμβριο θα είναι πιθανότατα πάνω από το 3% και έως τα τέλη του έτους ίσως και πάνω από 4%.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αύξησε επίσης τα επιτόκια για πρώτη φορά τα τελευταία 11 χρόνια, ενώ περαιτέρω αυξήσεις θα σημειωθούν τους επόμενους μήνες. Το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης καθώς και τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων από τις 27 Ιουλίου ανέρχονται στη ζώνη του ευρώ στο 0,50%, 0,75% και 0,00%.

Η Τράπεζα της Αγγλίας αύξησε επίσης αυτήν την εβδομάδα το βασικό επιτόκιό της κατά 50 μονάδες βάσης, στη μεγαλύτερη αύξηση επιτοκιακής πολιτικής από το 1995.

Όλα αυτά μεταφράζονται πολύ απλά στο τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.