Alpha Bank: Οι τρεις λόγοι της αργής πορείας της παραγωγής στην Ελλάδα

Alpha Bank: Οι τρεις λόγοι της αργής πορείας της παραγωγής στην Ελλάδα

Tην αργή πορεία μετασχηματισμού του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας στη διάρκεια της κρίσεως εξηγεί μεταξύ άλλων το Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank. Σύμφωνα με το Δελτίο τρεις είναι οι βασικοί λόγοι:

Πρώτον, ο τομέας γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας αντιστοιχεί στο 4,1% (εννεάμηνο 2015) της συνολικής προστιθέμενης αξίας στη Ελλάδα. Στην παρούσα όμως φάση αδυνατεί να συνδράμει στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας παρά τα σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα. Στο εννεάμηνο 2015, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του πρωτογενούς τομέως υποχώρησε κατά 1% παρά την εντυπωσιακή άνοδο κατά 10,2% το 2014, που είχε συμβάλει κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας. Η προοπτική του για τα επόμενα χρόνια διαφαίνεται, ωστόσο, θετική αφού προς τον τομέα αυτόν κατευθύνονται 20 από τα περίπου 36 δισ. που είναι άμεσα διαθέσιμα για την Ελλάδα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δέσμευση που ενεκρίθη πρόσφατα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Δεύτερον, ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας συμμετέχει κατά 15% περίπου στην συνολική προστιθέμενη αξία στη χώρα. Παραμένει και εφέτος, όπως και για μια μακρά σειρά ετών, με αρνητική συμβολή στη μεταβολή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας. Ειδικότερα, η βιομηχανία συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας υποχώρησε ελαφρά κατά 0,2%, ενώ οι κατασκευές κατέρρευσαν κατά 18,6% διατηρώντας για ένα ακόμη έτος την αρνητική τους συμβολή στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες . Μόνο η μεταποίηση παρουσιάζει ελαφρώς θετικό πρόσημο κυρίως λόγω της αυξήσεως της παραγωγής των μη διαρκών καταναλωτικών και ενδιάμεσων αγαθών. Η περαιτέρω συρρίκνωση του κατασκευαστικού τομέα -που σχετίζεται τόσο με τηνεπιβράδυνση των έργων υποδομής όσο και την κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας συνιστά δομική αλλαγή στον παραγωγικό ιστό της χώρας. Η οικοδομική δραστηριότητα απετέλεσε επί μακρόν μεταπολεμικά μία από τις «ατμομηχανές» του ελληνικού παραγωγικού υποδείγματος. Τούτο ήταν το αποτέλεσμα, πρώτον, των οικιστικών αναγκών που προέκυψαν από την μετακίνηση του πληθυσμού από την περιφέρεια προς τα αστικά κέντρα και δεύτερον, του ρόλου των ακινήτων ως ισχυρό μέσο αποθεματοποιήσεως πλούτου στη χώρα μας, λόγω του σχετικά υψηλού πληθωρισμού για μακρές χρονικές περιόδους στην εποχή της δραχμής. Ηπαρατεταμένη ύφεση των τελευταίων ετών σε συνδυασμό με την έλλειψη ρευστότητας και την άνευ προηγουμένου αύξηση της φορολογήσεως των ακινήτων έχει οδηγήσει σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση τον κλάδο της κατασκευής οικιστικών ακινήτων.

Τρίτον, ο τομέας των υπηρεσιών συνολικά στήριξε την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα μας και συνέβαλε κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στη μεταβολή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στο εννεάμηνο του τρέχοντος έτους. Κάτω από την επιφάνεια, ωστόσο, υπάρχουν πολλές σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους τομέων και κλάδων. Συγκεκριμένα, καταγράφεται αξιόλογη άνοδος για τις υπηρεσίες, που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα (όπως οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος, εστίασης, αεροπορικών μεταφορών και ταξιδιωτικών πρακτορείων) και την ιδιωτική κατανάλωση (όπως η εμπορία αυτοκινήτων).


EKT 

Αναφορικά με τη συνεδρίαση της νομισματικής επιτροπής της ΕΚΤ, το Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων σχολιάζει πως τα μέτρα ενίσχυσης της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την περασμένη Πέμπτη δεν ικανοποίησαν τους επενδυτές, καθώς ήταν ηπιότερα των αναμενομένων, με αποτέλεσμα να καταγραφούν έντονα υψηλές διακυμάνσεις στις αγορές. Ειδικότερα, οι ευρωπαϊκοί χρηματιστηριακοί δείκτες υποχώρησαν σε χαμηλά τριμήνου, το ευρώ εκτινάχθηκε μέχρι τα 1,10 δολάρια καταγράφοντας ημερήσια άνοδο 4,2%, ενώ σημαντικές πιέσεις σημειώθηκαν στις ομολογιακές αγορές της Ευρωζώνης με το 10-ετέςομόλογο της Γερμανίας να καταγράφει την υψηλότερη απόδοση από το 2012.

Η ΕΚΤ αποφάσισε τη μείωση του επιτοκίου διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων κατά 10 μονάδες βάσης στο ?0,30% και την χρονική επέκταση του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων (QE) κατά έξι μήνες με €360 δισ. έως τον Μάρτιο του 2017, με τον υφιστάμενο ρυθμό των €60 δισ. ανά μήνα. Η μόνη διαφοροποίηση η ενσωμάτωση στις μέχρι σήμερα αγορές κρατικών ομολόγων, η δυνατότητα αγοράς αξιόχρεους τοπικών και περιφερειακών φορέων διοίκησης. Παράλληλα, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης διατηρήθηκαν αμετάβλητα στο 0,05% και 0,30% αντιστοίχως.

Η ΕΚΤ, στη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου, διατήρησε αμετάβλητο το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης, στο 0,05% και 0,30%, αντίστοιχα. Εντούτοις, μείωσε το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, από -0,20% σε -0,30%. Επιπλέον, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης παρατείνεται κατά 6 μήνες, έως τον Μάρτιο 2017 ή και αργότερα, εφόσον χρειαστεί προκειμένου να διατηρηθεί ο πληθωρισμός λίγο κάτω του 2% μεσοπρόθεσμα. Το μηνιαίο διαθέσιμο ποσό για την αγορά χρεογράφων παραμένει αμετάβλητο στα €60 δισ., ενώ έως τώρα έχουν διατεθεί συνολικά μέσω των προγραμμάτων αγοράς περιουσιακών στοιχείων €617 δισ. Περαιτέρω, στον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων που κρίνονται αποδεκτά για τις τακτικές αγορές προστίθενται και διαπραγματευόμενα χρεόγραφα σε ευρώ που εκδίδονται από περιφερειακούς και τοπικούς φορείς διοίκησης στη ΖτΕ. Επιπλέον, αποφασίσθηκε η επανεπένδυση των ποσών από την εξόφληση τίτλων που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων κατά τη λήξη τους, για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, αυτό θα συμβάλει τόσο στην εξασφάλιση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας, όσο και στην τήρηση της ενδεδειγμένης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Αναφορικά με τους κινδύνους που περιβάλλουν τις προοπτικές ανάπτυξης της ΖτΕ, αναφέρθηκαν ιδίως η αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς και οι ευρύτεροι γεωπολιτικοί κίνδυνοι. Τέλος, επισημάνθηκε η ανάγκη να βοηθηθεί η νομισματική πολιτική από τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές που θα μειώσουν την διαρθρωτική ανεργία και θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν της ΖτΕ. Με αυτόν τον τρόπο, όπως επισημάνθηκε, θα μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από την ασκούμενη νομισματική πολιτική και η διαφαινόμενη ανάκαμψη που τώρα παρουσιάζει κυκλικά χαρακτηριστικά, θα καταστεί βιώσιμη