Βιβλίο: Το φως και τα σκοτάδια της Ρώμης

Το φως και τα σκοτάδια της Ρώμης

Θα μπορούσε να είναι σκηνές από τα μεγάλα μυθιστορήματά του: διαθέτουν τη δική του ατμόσφαιρα και αφηγηματική ικανότητα, είναι η δική του ματιά στον κόσμο, έχουν όλη την επιφανειακή αλαφράδα και τον ζόφο της εποχής, φτάνουν ως τις καρδιές των ηρώων, των αναγνωστών, και κουβαλούν ταυτοχρόνως και την βοή του πλήθους. Ωστόσο είναι ταξιδιωτικά κείμενα, οι εντυπώσεις του από την περιήγησή του στην Ιταλία το διάστημα 1944- 1845.

Έγιναν βιβλίο το 1846, αλλά διαθέτουν αποσπασματική δομή και γραφή, διότι υπήρξαν προηγουμένως γράμματα σε φίλους και συγγενείς. Ας μη το ξεχνάμε, η επιστολογραφία μέχρι πρότινος ήταν κι αυτή τέχνη, και τρόπος λογοτεχνικής δομής όσον αφορά το μυθιστόρημα.

Το απολαυστικό αυτό οδοιπορικό αποτυπώνει, με τη γνώριμη κομψότητα και δεξιοτεχνία του Ντίκενς, την εξαθλίωση των πόλεων και του πλήθους, αλλά και το κάλλος της ιταλικής υπαίθρου, και τον θαυμασμό του συγγραφέα για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Δύο από τα γοητευτικότερα κείμενα των Εικόνων από την Ιταλία, αντλημένα από την παραμονή του Ντίκενς στη Ρώμη, συναποτελούν την παρούσα έκδοση με δυο εικόνες ζωής που στέκονται στον αντίποδα:

Το πρώτο υμνεί την ευφρόσυνη φρενίτιδα του ιταλικού καρναβαλιού, ζωντανεύοντας ατμόσφαιρα, εποχή και εικόνες, ενώ το δεύτερο περιγράφει έναν δημόσιο αποκεφαλισμό ενός εικοσιεξάχρονου άντρα που δολοφόνησε μια κόμισσα, στο κέντρο της πόλης. Οι δυο όψεις της ίδιας ζωής, της αυτής εποχής.

Ενδεικτικά, τα δυο αποσπάσματα που ακολουθούν:

«…Κάθε είδους τρελή και παρδαλή αμφίεση που μαγεύει το βλέμμα βρισκόταν στο δρόμο: εξωφρενικά κόκκινα σακάκια, κοντά και κατακόκκινα’ εκκεντρικά παλιομοδίτικα μπούστα, πιο ευφάνταστα κι από τα πλέον επιδεικτικά ντεκολτέ’ μακριά πανωφόρια, κουμπωμένα και δεμένα σφιχτά σαν ώριμα φραγκοστάφυλα’ λιλιπούτειες τραγιάσκες, που, παρότι στραβοφορεμένες, δεν έπεφταν απ’ το κεφάλι- Κύριος οίδε πώς’ κάθε έξαλλο, αλλόκοτο, τολμηρό, άτολμο, σκερτσόζικο, θεότρελο γούστο είχε βρει το ενδυματολογικό του ταίρι’ και ταυτόχρονα, μέσα στην παραζάλη του ξεφαντώματος, κανένας δεν έδινε δυάρα γι’ αυτές τις αλλοκοτιές, λες και τα τρία αρχαία υδραγωγεία που ως τις μέρες μας στέκουν ανέπαφα είχαν φέρει εκείνο το πρωί στη Ρώμη, τη Λήθη» [Η κορύφωση του καρναβαλιού].

«Κρατώντας το κομμένο κεφάλι από τα μαλλιά, ο δήμιος έκανε τον γύρο της εξέδρας επιδεικνύοντάς το στο πλήθος κι όλ’ αυτά πριν καλά καλά καταλάβει κανείς ότι η λεπίδα είχε πέσει ορμητική, μ’ ένα κροτάλισμα καθώς κατέβαινε… Κανένας δεν έδωσε σημασία ούτε αισθάνθηκε το παραμικρό. Δεν υπήρξε καμία έκφραση αηδίας, οίκτου, αγανάκτησης ή λύπης. Όση ώρα έβαζαν το πτώμα στο φέρετρο, κι ενώ βρισκόμουν μέσα στο πλήθος, ακριβώς κάτω από το ικρίωμα, κάμποσα χέρια προσπάθησαν να χωθούν στις άδειες τσέπες μου, αρκετές φορές» [Δημόσιος αποκεφαλισμός]

Αυτές οι δυο εικόνες της Ρώμης σε εξαιρετική μετάφραση κι επιλογή από τον Γιάννη Παλαβό, που διαβάζονται σαν αυτόνομα αφηγήματα, δεν συνιστούν μόνο μια πολύτιμη μαρτυρία για τη Ρώμη της εποχής από τον Ντίκενς, αλλά διαθέτουν στο έπακρον την ειρωνεία, το χιούμορ, το λεπτό ύφος και το καυστικό κοινωνικό σχολιασμό, εφάμιλλo των καλύτερων σελίδων του σπουδαίου Άγγλου πεζογράφου:

«Γιατί, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αυτή η εκδήλωση άκρας ελαφρότητας και αυθορμητισμού δεν είναι περισσότερο ηθικά επιλήψιμη από οποιαδήποτε άλλη περίσταση κατά την οποία συγχρωτίζονται τα δυο φύλλα’ κι έχω την αίσθηση πως, όσο διαρκεί, επικρατεί μια διάχυτη, σχεδόν παιδιάστικη διάθεση αθωότητας και εγκαρδιότητας, την οποία αναπολεί κανείς μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά, αφότου ο ήχος του Άβε Μαρία την αποδιώξει για έναν ολόκληρο χρόνο» [Η κορύφωση του καρναβαλιού]

«Μετά από λίγο φόρτωσαν το πτώμα σ’ ένα καρότσι και το απομάκρυναν, καθάρισαν τη λεπίδα, ξέστησαν το ικρίωμα και εξαφάνισαν όλα τα αποκρουστικά σύνεργα. Ο δήμιος- ένας εγκληματίας με τη βούλα του κράτους (τι ειρωνεία για τη Δικαιοσύνη!), ο οποίος, τρέμοντας για τη ζωή του, δεν τολμά να διασχίσει τη γέφυρα Σάντ’ Άντζελο παρά μόνο για να κάνει τη δουλειά του- ξαναγύρισε στο λαγούμι του και η παράσταση έλαβε τέλος» [Δημόσιος αποκεφαλισμός] 

Διότι και στο βιβλίο «Δύο εικόνες της Ρώμης», παραμένει ο Ντίκενς των «Μεγάλων Προσδοκιών».

*Charles Dickens «Δύο εικόνες της Ρώμης», μετάφραση: Γιάννης Παλαβός, εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 88