Προς μία περισσότερο αυτόνομη ΕΕ

Προς μία περισσότερο αυτόνομη ΕΕ

Της Dorottya Tornai

Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Charles Michel οραματίζεται μια πιο «αυτόνομη» (δηλαδή πιο οικονομικά αυτάρκη) ΕΕ. Η επιδίωξη όμως αυτής της οικονομικής ανεξαρτησίας υπό τον μανδύα της «στρατηγικής αυτονομίας», δεν είναι μόνο αχρείαστη, αλλά και συνεπάγεται κόστη: την παρεμπόδιση του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου και την αύξηση του κόστους για τον καταναλωτή.

Η ιδέα της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» (European strategic autonomy - ESA) δεν είναι καινούργια. Διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο πρόγραμμα Παγκόσμιας Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2016, που είχε ως στόχο την διαμόρφωση της ευρωπαϊκής στάσης έναντι της εξωτερικής πολιτικής. Στόχευε στη βελτίωση των αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων ταυτόχρονα με την αυτονομία δράσης για την προώθηση της ειρήνης και της ασφάλειας παγκοσμίως. Στο κείμενο αυτό η ESA συνδέθηκε με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όπως η άμυνα και η ασφάλεια. Σήμερα όμως, πέρα από τον στόχο να αναδειχθεί η ΕΕ σε παγκόσμιο πάροχο ασφάλειας και τη λειτουργία της ESA στο πεδίο της σκληρής ασφάλειας, η ΕΕ θέλει να πετύχει έναν μεγαλύτερο βαθμό κυριαρχίας στο επιχειρησιακό, το οικονομικό, το τεχνολογικό και το βιομηχανικό πεδίο υπό την ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας.

Η έννοια μιας πιο αυτόνομης ΕΕ απέκτησε μεγαλύτερη δυναμική μετά το ξέσπασμα της κρίσης του COVID-19, όταν οι υποστηρικτές πιο προστατευτικών οικονομικών και βιομηχανικών πολιτικών έγιναν πιο ηχηροί. Για παράδειγμα, οι Μακρόν υποστήριξε εμφατικά ότι οι ελλείψεις ιατρικού υλικού πρέπει να επιλυθούν μέσω τοπικής παραγωγής και όχι μέσω εξάρτησης της της παροχής από την Κίνα. Αυτό που είδαμε όμως την τελευταία δεκαετία είναι πως οι εταιρίες έχουν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από κινεζικές εταιρίες και γι’ αυτό αντέδρασαν στην κρίση επιλέγοντας εναλλακτικούς παρόχους στην περιοχή τους. Γι’ αυτό, αντί της διαφοροποίησης των εισαγωγών, η εγχώρια παραγωγή αυξήθηκε ως αντίδραση στη πανδημία.

Παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις της αγοράς έχουν ήδη δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι ευρωπαϊκές εταιρίες επαναπατρίζουν εφοδιαστικές αλυσίδες, το Συμβούλιο αποφάσισε να συνεχίσει με το σχέδιό του για ισχυρότερη οικονομική κυριαρχία. Ο Σαρλ Μισέλ ανακοίνωσε ότι η στο μέλλον η πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ θα είναι ανοιχτή μόνο σε εκείνους που σέβονται τις προδιαγραφές της. Με τον όρο σεβασμό μάλλον εννοεί τις προϋποθέσεις προσήκουσας επιμέλειας μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων για τον «εντοπισμό, την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την καταγραφή περιστατικών καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση, θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή κανονισμοί στο επίπεδο της ΕΕ. Έτσι, οι ευρωπαϊκές εταιρίες θα πρέπει να αναλαμβάνουν δράσεις ανάλυσης και συμβουλευτικής που θα εκτιμά τη βιωσιμότητα της στρατηγικής τους και να τηρούν προσήκουσα επιμέλεια καθ’ όλη την εφοδιαστική αλυσίδα προκειμένου να ελέγχουν την ανταπόκρισή της στις θεμελιώδεις ελευθερίες και τους περιβαλλοντικούς στόχους της ΕΕ.

Χωρίς να ακυρώνεται η σημασία που έχει η κρατική παρέμβαση για την προαγωγή του σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών, υπάρχουν πιθανές αρνητικές συνέπειες σε αυτές τις προστατευτικές πολιτικές, ιδίως εν μέσω μιας πανδημίας. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η επιβολή μη δασμολογικών φραγμών - όπως οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις - δεν ενθαρρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Αντιθέτως, συμβάλλουν ουσιωδώς σε αποδυνάμωση της οικονομικής ανάπτυξης στο παγκόσμιο εμπόριο. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η αδύναμη αύξηση του ΑΕΠ μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 συνέπεσε με μια αναπάντεχα αδύναμη ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου. Οι λόγοι γι’ αυτό μπορούν να εντοπιστούν στις διεθνείς μακροοικονομικές εξελίξεις, και πιο συγκεκριμένα στην εντονότερη εισαγωγή μη δασμολογικών φραγμών και υψηλότερου διοικητικού κόστους. Μια πολιτική ελεύθερου εμπορίου με χαμηλότερους δασμολογικούς και μη δασμολογικούς φραγμούς οδηγεί στην επέκταση της δυνητικής αγοράς για επιχειρήσεις και προϊόντα, και σε μια πιο αποτελεσματική διεθνή κατανομή εργασίας. Η εφαρμογή προστατευτικών εμπορικών πολιτικών εν μέσω οικονομικής υποχώρησης έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω αποδυνάμωση του παγκόσμιου εμπορίου και της οικονομικής ανάπτυξης.

Μια πιο προστατευτική πολιτική θα έχει συνέπειες για τους καταναλωτές. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, οι ευρωπαϊκές εταιρίες εξαρτώνται άμεσα από εφοδιαστικές αλυσίδες που βρίσκονται εκτός της Ευρώπης. Οι διαταραχές που προκλήθηκαν από την πανδημία στις εφοδιαστικές αλυσίδες συνεπάγονται την ανάγκη για μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή. Παρόλα αυτά, η δέσμευση έναντι της εταιρικής υπευθυνότητας και της τοπικής παραγωγής συνεπάγεται μια μεγάλη πολυπλοκότητα προτύπων. Πρώτα απ’ όλα, οι μικρές και μεσαίες εταιρείες δυσκολεύονται να τηρήσουν τις νέες προϋποθέσεις προσήκουσας επιμέλειας. Δεύτερον, η αντικατάσταση πιο αποτελεσματικών και φθηνότερων εναλλακτικών από άλλες τοπικές, θα προκαλέσει περαιτέρω εμπόδια στην εφοδιαστική αλυσίδα και μεγαλύτερα κόστη. Ακόμη, οι κανονισμοί ασφαλείας των προϊόντων και βιωσιμότητας θα προστεθούν στα κόστη παραγωγής. Πέρα από τις υψηλότερες τιμές, οι καταναλωτές θα έχουν μικρότερη ποικιλία στην αγορά αν η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα εμποδιστεί από μη δασμολογικούς φραγμούς.

Συνοψίζοντας, αν η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία αποκτήσει δυναμική φέτος λόγω της εκτιμώμενης αποτελεσματικότητας της σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της οικονομικής υποχωρήσεις εν μέσω της πανδημίας, μπορεί να βρεθούμε σε λάθος μονοπάτι. Μία περισσότερο στρατηγικά αυτόνομη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στην καλύτερη περίπτωση αχρείαστη, και στη χειρότερη οικονομικώς επιβλαβής.

---

Η Dorottya Tornai κάνει την πρακτική της στο Institute of Economic Affairs.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 28 Οκτωβρίου 2020 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου Epicenter και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.