Έρευνα διαΝΕΟσις: Πώς το ΕΣΥ θα γίνει ένας αποτελεσματικός δημόσιος οργανισμός

Πώς το ΕΣΥ θα γίνει ένας αποτελεσματικός δημόσιος οργανισμός

Μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της μεταπολίτευσης υπήρξε αναμφίβολα η θεσμοθέτηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), το οποίο όμως σήμερα αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ανάγκες και τις σύγχρονες προκλήσεις, λόγω κυρίως των προβλημάτων υποχρηματοδότησης, υποστελέχωσης και κακοδιοίκησης, καθώς και λόγω της ανορθολογικής κατανομής των υφιστάμενων υλικών και ανθρώπινων πόρων του. Συνεπώς, μια νέα, ριζική  μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας στη χώρα είναι απαραίτητη.

Ερευνητική ομάδα που απαρτίζεται από έμπειρους ειδικούς από τον χώρο της υγείας, υπό τον συντονισμό του καθηγητή κοινωνικής και προληπτικής ιατρικής στο ΕΚΠΑ Γιάννη Τούντα, ετοίμασε για τη διαΝΕΟσις μια μελέτη που περιγράφει ένα σύγχρονο και αποκεντρωμένο δημόσιο σύστημα υγείας, με έμφαση στην κοινωνική ισότητα, την κλινική αποτελεσματικότητα και την οικονομική βιωσιμότητα.

Όπως γράφουν οι ερευνητές, "μόνο με την υιοθέτηση ενός νέου συνολικού προτύπου με ριζικές τομές σε όλες τις υφιστάμενες παθογένειες θα μπορέσει το ΕΣΥ από κακοδιοικούμενη και αναποτελεσματική δημόσια υπηρεσία να μετατραπεί σε σύγχρονο και αποτελεσματικό δημόσιο οργανισμό, ικανό να εξασφαλίσει σε κάθε Έλληνα πολίτη την ελεύθερη επιλογή για την αναγκαία περίθαλψη και φροντίδα".

Το ΕΣΥ κι εμείς

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι αρκετά διαφορετικό από άλλα ευρωπαϊκά, καθώς ναι μεν προσφέρει καθολική κάλυψη, αλλά στηρίζεται και στη φορολογία αλλά και στην ασφάλιση, και επιπλέον εμφανίζει και πάρα πολύ μεγάλη συμμετοχή της ιδιωτικής δαπάνης. Στη χώρα μας το 90% των ιδιωτικών δαπανών για την υγεία προέρχεται απευθείας από τους "χρήστες" (τους πολίτες), και μόνο το 10% καλύπτεται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες συμβαίνει το ανάποδο.

Και η προβληματική χρηματοδότηση είναι μόνο ένα από τα προβλήματα του ΕΣΥ. Εντελώς συνοπτικά και σχηματικά, από την έρευνα προκύπτουν και τα εξής πολύ βασικά και σημαντικά:

  • η απουσία οργανωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας,
  • η έλλειψη σύγχρονων μονάδων περίθαλψης (νοσηλεία στο σπίτι, μονάδες ημερήσιας νοσηλείας, κέντρα αποκατάστασης, μονάδες χρονίως πασχόντων),
  • η πολύ περιορισμένη χρήση νέων τεχνολογιών,
  • η σχεδόν πλήρης απουσία μηχανισμών αξιολόγησης, ελέγχου και ποιότητας,
  • η εκτεταμένη παραοικονομία,
  • η ηλικιακή γήρανση και εργασιακή κόπωση του εργατικού δυναμικού,
  • τα προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης, με αναχρονιστικές, έντονα συγκεντρωτικές δομές και
  • η ανορθολογική κατανομή των νοσοκομειακών και πρωτοβάθμιων μονάδων ανά την επικράτεια.

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα

Οι Έλληνες πεθαίνουν κυρίως από τρία αίτια: καρδιαγγειακές παθήσεις (39% των θανάτων οφείλονται σ’ αυτές), καρκίνους (28%) και νοσήματα του αναπνευστικού (13%). Αυτά τα ποσοστά παραμένουν λίγο-πολύ σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, τη δεκαετία 2009-2018 ο αριθμός των ασθενών που πήραν εξιτήριο από τα δημόσια νοσοκομεία αυξήθηκε κατά 30%. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη σταδιακή γήρανση του πληθυσμού, αλλά πιθανότατα και στο ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης λιγότεροι πολίτες απευθύνονταν στα ιδιωτικά νοσοκομεία για τέτοιες υπηρεσίες.

Σήμερα σχεδόν 1 στους 4 Έλληνες αντιμετωπίζει κάποια χρόνια πάθηση, 7 στους 10 είναι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι, 4 στους 10 είναι "σωματικά αδρανείς" (δεν γυμνάζονται καθόλου), ενώ εμφανίζουμε πολύ υψηλά ποσοστά καπνιστών και πολύ χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη ενηλίκων σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες.

Τι μπορεί να γίνει;

Οπως τονίζουν οι ερευνητές, οι διεθνείς τάσεις στην υγεία περιλαμβάνουν νέες, καινοτόμες δομές όπως κλινικές και χειρουργεία ημέρας, ξενώνες φιλοξενίας και φροντίδας για ασθενείς τελικού σταδίου, ειδικά κλινικά κέντρα για χρόνιες παθήσεις και καινούργιους νοσοκομειακούς θεσμούς, όπως το "Σύμπλεγμα Νοσοκομείων" (πολλά νοσοκομεία με ενιαίο νομικό καθεστώς και διοίκηση), το "Δίκτυο Νοσοκομείων" (συνεργαζόμενα νοσοκομεία με κοινό management), και τα "Ανοιχτά Νοσοκομεία", (με ευελιξία για εποχιακές και έκτακτες προσλήψεις προσωπικού και δυνατότητες συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα). Το δικό μας σύστημα δεν είναι φιλικό σε τέτοιου είδους καινοτομίες. Υπάρχουν, όμως, μερικά βασικά πράγματα τα οποία μπορούν να γίνουν.

Διαβάστε αναλυτικά την έρευνα εδώ.