Η Κική Δημουλά «έφυγε» από τον κόσμο των γρίφων

Η Κική Δημουλά «έφυγε» από τον κόσμο των γρίφων

" Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων
φεύγω ἥσυχη.
∆ὲν ἔχω βλάψει στὴ ζωή μου αἴνιγμα:
δὲν ἔλυσα κανένα. "

Η Κική Δημουλά έφυγε ήσυχη από τον κόσμο των γρίφων. Πριν από λίγες μέρες η ποιήτρια και ακαδημαϊκός έπαθε ανακοπή και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην εντατική ιδιωτικού θεραπευτηρίου, όμως δεν τα κατάφερε λόγω και της επιβαρυμένης υγείας της.

Η Βασιλική Ράδου, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου του 1931, με καταγωγή από την Καλαμάτα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της, προσελήφθη ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία εργάστηκε επί 25 χρόνια, έως το 1974, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Για μια οκταετία ήταν αποσπασμένη στη σύνταξη του περιοδικού Kύκλος, που εξέδιδε η τράπεζα, με λογοτεχνικό και οικονομικό περιεχόμενο, στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενά της. Το 1954 παντρεύτηκε τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1986), ο οποίος εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957).

Η Κική Δημουλά πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1952 με τη συλλογή Ποιήματα, την οποία αποκήρυξε μετά από λίγο και την απέσυρε από την κυκλοφορία. Από τότε εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:

Έρεβος (1956)

Ερήμην (1958)

Επί τα ίχνη (1963)

Το λίγο του κόσμου (1971)

Το τελευταίο σώμα μου (1981)

Χαίρε ποτέ (1988)

Η εφηβεία της λήθης (1994)

Ενός λεπτού μαζί (1998)

Ποιήματα (συγκεντρωτική έκδοση 1998)

Ήχος απομακρύνσεων (2001)

Χλόη θερμοκηπίου (2005)

Συνάντηση (Ανθολογία με εβδομήντα τρία ζωγραφικά έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη, 2007)

Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007)

Τα εύρετρα ( 2010)

Δημόσιος καιρός (2014)

Άνω τελεία (2016)

Το 1972 τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, το 1996 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης και το 2001 με το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της. Τον ίδιο χρόνο της απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, η τρίτη μόλις γυναίκα, που έτυχε αυτής της τιμής, από το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας. Ηταν πρόεδρος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη. Οι βραβεύσεις συνεχίστηκαν το 2009 με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της και το 2010 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, επίσης, για το σύνολο του έργου της. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου (Αγγλικά Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Βουλγαρικά, Γερμανικά, Σουηδικά κ.ά.).

Αφησε πίσω της και ένα μικρό σε έκταση αφηγηματικό έργο, μία επιλογή του οποίου περιέχεται στο βιβλίο Εκτός Σχεδίου (2005). Κυκλοφορούν, επίσης, η ομιλία που εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της με τίτλο Ο Φιλοπαίγμων Μύθος (2004) και η ομιλία της στην Αρχαιολογική Εταιρεία με τίτλο Έρανος σκέψεων (2009).

Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όριζε ως εξής το ποίημα:

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

«Την έμπνευση μπορεί να την πυροδοτήσει και κάτι τυχαίο, αλλά και η μελαγχολία βέβαια» έλεγε σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Μεσσηνίας. «Αν θέλουμε αφορμές, υπάρχουν πάρα πολλές. Είναι ένας θάνατος, πρώτον, δικού σου προσώπου. Εγώ συγκλονίστηκα και έχασα τα νερά μου μετά το θάνατο του συζύγου μου. Από εκεί και πέρα όλα τα άλλα είναι υποφερτά... Απαξ και αντιμετωπίσεις αυτό και εξακολουθείς να φροντίζεις τον εαυτό σου, θέλεις να γράψεις ποιήματα ακόμα, ενώ είσαι βαριά θλιμμένη... Δεν έχει σημασία εάν τα ποιήματα που θα γράψεις θα είναι αφιερωμένα σε εκείνον, αυτό πια είναι το λιγότερο - αλλά το έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές.»

Πράγματι η ποίησή της άνθισε πάνω στο άνυδρο έδαφος της στέρησης, της απώλειας, της συναισθηματικής ματαίωσης και, προκειμένου για τα μετά από τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» ποιήματά της, πάνω στο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου (το «Χαίρε ποτέ» γράφτηκε για την απώλεια του Αθου Δημουλά). Αυτή τη στέρηση κι αυτή την απουσία αναπληρώνει επιτυγχάνοντας μέσα στο χώρο της ποίησης την επικοινωνία με ένα εσύ, με τον άλλον που λείπει, επικοινωνία που η πραγματικότητα αρνείται

Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πολωνικά, τα Βουλγαρικά, τα Γερμανικά και τα Σουηδικά. Αποσπάσματα του έργου της έχουν συμπεριληφθεί στα σχολικά διδακτικά βιβλία.

Σκύβοντας ουρανό ατένιζα.

Που έφτιαξα από πτώσεις.

Μαζεύοντας σπυρί-σπυρί

ό,τι δεν αφομοίωνε το ύψος.

(Το τελευταίο σώμα μου, 1981)
 

Σε εκδήλωση που διοργάνωσαν οι athenistas στην Κυψέλη πριν από μερικά χρόνια, η Κική Δημουλά περπάτησε μαζί με άλλους δύο επώνυμους Κυψελιώτες, τον Μένη Κουμανταρέα και τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη. Συζήτησε επί ώρα με άλλους Κυψελιώτες, αναφέρθηκε στα 76 χρόνια που ζει στην περιοχή και φυσικά μίλησε για την Κυψέλη του τότε και του σήμερα.

Μίλησε για φόβο με αφορμή δύο περιστατικά που συνέβησαν στην οικογένειά της: «Περιορισμένα περιστατικά, ναι, αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές», είπε.

Και στο τέλος της εκδήλωσης πρόσθεσε: «Εγώ συνήθισα με τους ξένους, να ξυπνώ και να τους βλέπω. Εχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια του σούπερ μάρκετ... έχει όμως κι έναν μόδιστρο Πακιστανό η γειτονιά μου, που δεν τον φτάνει κανείς στο διόρθωμα. Φαέθοντος βρίσκεται. Και ανδρικά και γυναικεία». Και πριν χαιρετίσει τους Κυψελιώτες είπε: «Μακάρι να μην υπήρχε αυτό το θέμα της πείνας, μακάρι οι φυλές του κόσμου να ήταν ανακατωμένες, εδώ πια είναι ένα πρόβλημα πώς συντηρούνται αυτοί οι άνθρωποι».

Μια φράση που της αποδόθηκε από την Εφημερίδα των Συντακτών «Φοβάμαι τους ξένους, πιάνουν τα παγκάκια» θεωρήθηκε ρατσιστική και προκάλεσε σάλο στο διαδίκτυο.