7ος χρόνος, ημέρα 2056η
Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

Γιατί το δημογραφικό αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της Κίνας

Γιατί το δημογραφικό αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της Κίνας
AP Photo/Mark Schiefelbeink

Για την Κινεζική ηγεσία η οποία φιλοδοξεί να πάρει τα οικονομικά σκήπτρα από τις ΗΠΑ το δημογραφικό ζήτημα εξελίσσεται σε ένα σοβαρό και απειλητικό πρόβλημα, ανάλογο με αυτό που ανέστειλε πριν τρεις δεκαετίες τη «ξέφρενη» πορεία της Ιαπωνίας προς την οικονομική πρωτοκαθεδρία.

Η Κίνα ανακοίνωσε τη Δευτέρα, 31 Μαΐου, ότι τα παντρεμένα ζευγάρια μπορούν να αποκτήσουν έως και τρία παιδιά μια αλλαγή η οποία εγκρίθηκε κατά τη διάρκεια συνάντησης του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας υπό την προεδρία του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ, ανέφερε το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.

Στις αρχές Μαΐου, η απογραφή της Κίνας έδειξε ότι ο πληθυσμός αυξήθηκε με τον πιο αργό ρυθμό κατά την τελευταία δεκαετία από αυτή του 1950, σε 1,41 δισεκατομμύρια. Τα δεδομένα έδειξαν επίσης ένα ποσοστό γονιμότητας μόλις 1,3 παιδιών ανά γυναίκα για το 2020, κάτι που παραπέμπει σε γηρασμένες κοινωνίες όπως η Ιαπωνία και η Ιταλία. 

Οι εκτιμήσεις ήθελαν την ιαπωνική οικονομία να ξεπερνάει σε μέγεθος την αμερικανική στο εγγύς μέλλον, για να αναδειχθεί στη μεγαλύτερη στον κόσμο, κάτι που εν τέλει δεν κατάφερε ποτέ λόγω του δημογραφικού προβλήματος και των μεγάλων επιπέδων χρέους.

Τα πληθυσμιακά μεγέθη της Κίνας, είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, καθώς καθορίζουν σχεδόν τα πάντα, από τις πολιτικές για τον οικογενειακό σχεδιασμό, έως τις δημοσιονομικές δαπάνες, ενώ αποκαλύπτονται δημόσια μόνο αφού όλοι οι τομείς της κυβέρνησης έχουν ομοφωνία σε σχέση με αυτά. Και ένας πληθυσμός που «γερνάει» δεν είναι καθόλου «καλά μαντάτα» για μια βιομηχανική δύναμη έντασης εργασίας σαν την Κίνα.

Πριν από μερικά χρόνια, οι κινεζικές αρχές άρχισαν να ανατρέπουν την επί δεκαετίες «πολιτική για ένα παιδί» και να επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν δύο παιδιά. Όταν το 2016 επιτράπηκε το δεύτερο παιδί ανά οικογένεια, οι γεννήσεις αυξήθηκαν προσωρινά, όμως η τάση δεν διατηρήθηκε καθώς άλλοι παράγοντες, όπως το οικονομικό κόστος, το υψηλό κόστος της στέγης αλλά και οι δαπανηρές σπουδές έδρασαν ανασταλτικά για τα ζευγάρια.

Παράλληλα ρόλο παίζει και το γεγονός ότι στην οικονομική παραγωγή μετέχουν πλέον ενεργά και οι γυναίκες οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμούν την καριέρα από την τεκνοποίηση, σύμφωνα με το περιοδικό Economist.

Την ίδια ώρα ειδικοί αναφέρουν ότι η ανακοίνωση του Πεκίνου για την άρση του περιορισμού των γεννήσεων δεν αλλάζει πρακτικά πολλά πράγματα, καθώς δεν συνοδεύεται με γενναία κίνητρα.

Εκτιμήσεις αναφέρουν πως το μέσο παιδί κοστίζει συνολικά 191.000 γιουάν για να ανατραφεί στα πρώτα χρόνια της ζωής του, με τα παιδιά στις πόλεις να κοστίζουν 273.200 γιουάν και τα παιδιά στις επαρχίες 143.400 γιουάν. Αυτά τα νούμερα ισχύουν σε μια χώρα, όπου 600 εκατ. άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να ζουν με 1000 γιουάν τον μήνα.

Εξάλλου, όπως αναφέρει ανάλυση του Reuters, οι κυβερνητικές δαπάνες τις οποίες είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση της χώρας πριν την άρση του περιορισμού του «ενός παιδιού» δε θεωρούνται και οι πλέον γενναιόδωρες.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη είναι σταθερά «μίζερες», φτάνοντας στο 3% του ΑΕΠ το 2018, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας – στο μισό του παγκόσμιου μέσου όρου. Την ίδια ώρα, ο προϋπολογισμός για την παιδεία ήταν περίπου 4%.

Βλέποντας την εν εξελίξει γήρανση του πληθυσμού και τις προσδοκώμενες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό, το κινέζικο καθεστώς προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες. Ανάμεσα σε άλλες, η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, ως τμήμα του 14ου πενταετούς πλάνου, το οποίο στοχεύει να μετατοπίσει το έτος χορήγησης σύνταξης για άνδρες και γυναίκες στα 65 χρόνια, από 60 και 55 ετών αντίστοιχα.

Παρόλα αυτά, αναλυτές τονίζουν ότι ούτε αυτή η προσέγγιση θα λύσει το πρόβλημα κυρίως γιατί θα μειωθεί ο αριθμός των «παππούδων» που θα είναι σε θέση να «κρατούν» τα παιδιά για όσο εργάζονται και οι δύο γονείς τους.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσαν διεθνείς αναλυτές, το θέμα είναι εξαιρετικά πιεστικό, επισημαίνοντας ότι «όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα και ότι κάτι πρέπει να κάνει το Πεκίνο», ωστόσο το θέμα παραμένει το τι θα κάνει.