Διεθνής Διαφάνεια: Δεν υπάρχει αντιδημοκρατική συνωμοσία στο Eurogroup

Διεθνής Διαφάνεια: Δεν υπάρχει αντιδημοκρατική συνωμοσία στο Eurogroup

Του Γιάννη Κουτσομύτη

Ένα από τα πλέον συζητημένα θέματα στα χρόνια της κρίσης ως προς την ευρωζώνη και τα μνημόνια υπήρξε και ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του Eurogroup. Πολλά έχουν ειπωθεί από τους αντιπάλους του ευρώ και τους επικριτές των σχεδίων διάσωσης των κρατών-μελών της ευρωζώνης για τον άτυπο χαρακτήρα του οργάνου και την υποτιθέμενη έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης για να λαμβάνει αποφάσεις που κρίνουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η δημόσια συζήτηση έρχεται να προστεθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα 70σέλιδη έκθεση του ευρωπαϊκού γραφείου της Διεθνούς Διαφάνειας που παρουσιάζεται σήμερα στις Βρυξέλλες και περιήλθε κατ' αποκλειστικότητα σε γνώση του «Φιλελεύθερου».

Στην έκθεση παρουσιάζεται πολύ αναλυτικά όλο το θεσμικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο γύρω από το οποίο συγκροτήθηκε και λειτουργεί η «Ευρωομάδα» ή Eurogroup, όπως έχουμε συνηθίσει να το αποκαλούμε. Η έκθεση μας θυμίζει, φέρ' ειπείν, πως το νομικό καθεστώς που διέπει το Eurogroup αποτέλεσε τον συμβιβασμό ανάμεσα στον Γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ και τον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, ο οποίος δεν ήθελε με κανένα τρόπο την ύπαρξη ενός νομικά δεσμευτικού οργάνου που θα συντονίζει τις εθνικές πολιτικές στους τομείς των οικονομικών και της νομισματικής. Ετσι προέκυψε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 1997 το «Euro-XI», το οποίο μετονομάστηκε σε Eurogroup το 2001, όταν εισήλθε στην ευρωζώνη η Ελλάδα.

Η ιδέα του οικονομικού συντονισμού των κρατών-μελών της Ενωσης δεν είναι καινούργια. Από την ίδρυση, μάλιστα, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957 προβλέπεται η λειτουργία δυο σχετικών επιτροπών: Η Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, η οποία εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, και η Νομισματική Επιτροπή, η οποία έχει μετεξελιχθεί στο σημερινό EuroWorking Group. H δέσμευση δε των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αρχικά με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993 και ιδίως της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη Συνθήκη της Λισαβόνας το 2009, γίνεται και ιδιαίτερα λεπτομερής με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ολοκληρώθηκε πλήρως το 2013.

Το Eurogroup αποτέλεσε αρχικά ένα όργανο στο οποίο οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης μπορούσαν να ανταλλάξουν απόψεις για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις χωρίς την τυπικότητα του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών (EcoFin). Μόλις στα χρόνια της κρίσης της ευρωζώνης απέκτησε τη φήμη και την υπόσταση του παντοδύναμου οργάνου, διότι έπρεπε να διαχειριστεί δραματικές καταστάσεις υπό συνθήκες εχεμύθειας, λόγω των πολύ ευαίσθητων πληροφοριών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την οικονομική κατάρρευση ή διάσωση ολόκληρων χωρών.

Δεν υπάρχει αντιδημοκρατική συνωμοσία

Το νομικό αλλά και πολιτικό συμπέρασμα που εξάγεται και από την έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας είναι πως το Eurogroup, ύστερα και από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, διέπεται από ένα βασικό πλαίσιο δημοκρατικής νομιμοποίησης, καθώς οι υπουργοί που συμμετέχουν και λαμβάνουν αποφάσεις έχουν τη νομιμοποίηση από τα εθνικά τους κοινοβούλια. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, οι υπουργοί λαμβάνουν συγκεκριμένες εντολές από τις Επιτροπές Οικονομικών ή και τις Ολομέλειες των εθνικών Κοινοβουλίων των χωρών τους πριν προσέλθουν στις συνεδριάσεις του Eurogroup, όπως συμβαίνει με την Ολλανδία και τη Φινλανδία.

Παρ' όλο όμως που η ελάχιστη δημοκρατική νομιμοποίηση του Eurogroup καλύπτεται με αυτόν τον τρόπο, τα συμπεράσματα από τα ταραχώδη χρόνια της κρίσης της ευρωζώνης μας έχουν δείξει ότι αυτή η πολιτική νομιμοποίηση πρέπει να ενισχυθεί για να αποκτήσει και ισχυρότερη ικανότητα λήψης αποφάσεων, λογοδοσίας των κρατών-μελών για την τήρηση των αποφάσεων αλλά και δημοκρατικής λογοδοσίας απέναντι στους πολίτες.

Δύο τρόποι για τη θεσμική ενίσχυση

Η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας αναγνωρίζει ότι η θεσμική και δημοκρατική ενίσχυση του ρόλου του Eurogroup είναι πολύ δύσκολη, λόγω της βασικής διαφωνίας που υπάρχει ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και τις χώρες του Νότου της ευρωζώνης για το συνολικό τρόπο διακυβέρνησής της. Οι χώρες του Βορρά επιμένουν ότι η ευρωζώνη πρέπει να παραμείνει ένας διακυβερνητικός θεσμός, όπου τα κράτη-μέλη θα διατηρούν ισχυρή κυριαρχία επί της δημοσιονομικής πολιτικής, κυρίως για να μην προκύψει η ανόσια για αυτούς «Transfer Union», η Οικονομική Ένωση δηλαδή που θα εμπεριέχει και αμοιβαιοποίηση χρεών και χρηματικών μεταφορών. Οι δε χώρες του Νότου προβάλλουν την ανάγκη στενότερης και κοινής οικονομικής διακυβέρνησης που αναγκαστικά θα περιλαμβάνει και χρηματικές μεταβιβάσεις για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων.

Σε αυτό το άκαμπτο πλαίσιο, η έκθεση προτείνει δυο τρόπους ενίσχυσης του Eurogroup. Ο πρώτος, που τιτλοφορείται «βαθμιαίος», και είναι και ο πλέον εφικτός, καθώς δεν απαιτεί αλλαγές στις Συνθήκες και δύσκολους συμβιβασμούς, προβλέπει τη θέσπιση μόνιμου προέδρου της Ευρωομάδας με αυξημένες αρμοδιότητες αλλά και υποχρεώσεις λογοδοσίας απέναντι στο Ευρωκοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου στα θέματα του Eurogroup (έχει αρχίσει ήδη μια πιο στενή σχέση) αλλά και η μεγαλύτερη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη λογοδοσία των υπουργών Οικονομικών.

Η δεύτερη πρόταση αφορά συνολική θεσμική αλλαγή της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, με τη δημιουργία μιας «πολιτικής ένωσης», με πλήρεις δημοκρατικές δομές ανάμεσα στα μέλη της ευρωζώνης, όπου πλέον οι περισσότερες οικονομικές και νομισματικές αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα πρόκειται δηλαδή για μια ομοσπονδιακή ευρωζώνη. Ίσως μπορέσει να γίνει κάποτε εφικτό, αλλά προς το παρόν προσκρούει στις διαφορές αντιλήψεων στα κράτη-μέλη για τον βαθμό ευρωπαϊκής ενοποίησης που είναι επιθυμητός.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 5 Φεβρουαρίου.