O γνωστός παραμυθατζής πρώην αλλά και επίδοξος πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πούλησε και πάλι σανό στους ακολούθους του, επί του αγαπημένου ζητήματος των τραπεζών.
Είπε προχτές στους σκληρούς followers το εξής «πιασάρικο»: «Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους, όπως κάθε άλλη επιχείρηση. Λόγω του αναβαλλόμενου φόρου. Δεν πληρώνουν ευρώ αλλά μοίρασαν φέτος 2,8 δισ. κέρδη στους μετόχους. Αυτή η «πλάκα» πρέπει να σταματήσει. Ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο το 2028 αντί για το 2035 που σχεδιάζουν ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν».
Ο κ. Τσίπρας πολύ καλά γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για καμία «πλάκα». Εξάλλου, οι τράπεζες πρώτες θα «χαιρόντουσαν» να ισοφαρίσουν την απόσβεση του λεγόμενου «αναβαλλόμενου» μια ώρα ενωρίτερα. Που θα συμβεί αν τα κέρδη τους εκτοξευθούν. Ήδη άλλωστε έχει συμφωνηθεί η επίσπευση και γι αυτό μοιράστηκαν λιγότερα κέρδη. Όταν λέμε «συμφωνηθεί» εννοούμε ότι έχει δώσει το Ο.Κ. ο μόνος που έχει τον τελευταίο λόγο, η ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (SSM).
Αν ο κ. Τσίπρας βρεθεί σε θέση να επιβάλει έκτακτο φόρο επί των τραπεζικών κερδών και γράψει στα παλιά του υποδήματα, με ένα νόμο κι ένα άρθρο (άντε πάλι τα ίδια...) το βέτο που σίγουρα θα βάλει ο SSM (δηλαδή ο εκπρόσωπος του Συστήματος των Κεντρικών Τραπεζών του Ευρώ) η (μετοχική) αξία των τραπεζών θα μειωθεί, οι ιδιώτες μέτοχοι που έβαλαν (και έχασαν) κεφάλαια θα πωλήσουν τις μετοχές τους και δεν πρόκειται ποτέ ξανά να σκεφτούν να βάλουν μια «δεκάρα» στο ελληνικό στόρυ.
Επιπλέον, το κράτος θα βρεθεί υποχρεωμένο να βάλει λεφτά των φορολογουμένων για να κεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες (άντε πάλι τα ίδια...) ή αλλιώς θα πρέπει να τις κρατικοποιήσει, δηλαδή να τις κλείσει αφού δεν θα έχουν τα απαιτούμενα κεφάλαια για να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωζώνης (άντε πάλι τα ίδια...).
Ειδάλλως, θα έχουμε μια ακόμη τραπεζική κρίση με πολλαπλές, όπως το 2012 και το 2015 επιπτώσεις, που θα οδηγήσει σε αύξηση του δημόσιου χρέους, μείωση της χρηματοδότησης των επενδύσεων και αύξηση των καθημερινών χρεώσεων επί των τραπεζικών εργασιών.
Ο κ. Τσίπρας οφείλει να γνωρίζει ότι ο «αναβαλλόμενος» δεν είναι φόρος που χρωστούν οι τράπεζες. Ούτε είναι το κράτος που τους έχει δώσει «περίοδο χάριτος». Το ανάποδο ισχύει. Οι τράπεζες, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις, είχαν (τεράστιες) ζημίες από τις οποίες προέκυψε αφορολόγητο ποσό πολλών δισεκατομμυρίων. Αυτός ο υπολογισμός του αρνητικού φόρου είναι που «αναβάλλεται» σε βάθος πολλών ετών.
Με άλλα λόγια, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να αφαιρούν από τη φορολογία των μελλοντικών κερδών τους (όπως αυτά που μόλις πρόσφατα άρχισαν και πάλι να εμφανίζουν), τις φορολογικές τους απαιτήσεις απέναντι στο κράτος. Δηλαδή, το κράτος χρωστά στις τράπεζες και όχι το αντίστροφο, όπως τα θέλει ο αριστερο-δέξιος λαϊκισμός.
Αυτό συνέβη επειδή οι φορολογικές απαιτήσεις των τραπεζών έναντι του κράτους μετατράπηκαν σε οριστικές απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου, «βαπτίστηκαν» κεφάλαιο πρώτη τάξεως (CET1) με κρατική εγγύηση και έτσι προχώρησε η διάσωσή τους με μικρότερη ζημία για το δημόσιο. Εάν μια τράπεζα εμφανίζει ζημίες έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει μέρος αυτών σε απαίτηση έναντι του Δημοσίου, δηλαδή αύξηση κεφαλαίου που πρέπει να πληρώσει το υπουργείο Οικονομικών αποκτώντας τραπεζικές μετοχές. Υποχρεωτικά. Εφόσον όμως το τραπεζικό σύστημα εμφανίζει κέρδη, προχωρά σε απόσβεση αναβαλλόμενης φορολογίας σε κάθε μια οικονομική χρήση. Το αρχικό ποσό της αναβαλλόμενης πίστωσης φόρου (DTC) ήταν περίπου 16 δις τα οποία «γλίτωσε» Το κράτος.
Αν όμως το κράτος «τρελαθεί», όπως φαίνεται να θέλει ο κ. Τσίπρας, τότε η κυβέρνηση εκείνη θα κληθεί να πληρώσει μεγάλα ποσά για την εξισορρόπηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών. Ως γνωστό, το μετοχικό κεφάλαιο δεν έχει καμία άλλη αμοιβή, δηλαδή δεν πληρώνει τόκο, αλλά μόνον μέρισμα επί των καθαρών κερδών. Άρα, το δημόσιο θα βγει χαμένο, όπως θα ήταν χαμένο αν δεν είχε βρεθεί η λύση του «αναβαλλόμενου» όπως έκαναν και άλλα κράτη, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία βεβαίως σε πιο «ήπιες» παραλλαγές σε σχέση με την Ελλάδα, η οποία ήταν η χώρα που αντιμετώπισε και τη σοβαρότερη δημοσιονομική κρίση.
Με δύο λόγια, ο «άντε πάλι τα ίδια...» κ. Τσίπρας θέλει να τινάξει το τραπεζικό σύστημα στο αέρα και πάλι. Αν οι πολίτες του δώσουν τη δύναμη, μπορεί και να το δοκιμάσει. Αν μάλιστα δείξουν οι δημοσκοπήσεις ότι αυτό είναι πιθανόν, σας καλώ να κάνετε ό,τι χρειάζεται για να διασώσετε ό,τι θα μπορεί, εκείνη τη στιγμή, να διασωθεί. Κάτι πρέπει να θυμούνται οι πολίτες από τέτοιες μέρες του 2015.
