Οι οικονομολόγοι ακούν με συμπάθεια, πάντα, τις απόψεις όσων, κυρίως πολιτικών, πιστεύουν ότι μπορούν με διοικητικές αποφάσεις να διαμορφώσουν τις τιμές, δίκαιες και μη κερδοσκοπικές, σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών προϊόντων.
Οι περισσότεροι πολίτες έχουν ανεπαρκή ενημέρωση -δεν αποτελεί κάποιο «μειονέκτημα»- για τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν την τιμή κάποιου προϊόντος. Το ίδιο, αλλά αυτό είναι σοβαρό μειονέκτημα και πολλοί, οι περισσότεροι, πολιτικοί.
Όλοι πιστεύουμε -και αυτό είναι σωστό- ότι η τιμή διαμορφώνεται στη βάση του κόστους όσων ενδιάμεσων εμπορευμάτων απαιτεί η παραγωγή του προϊόντος. Αυτό όμως είναι το κόστος του προϊόντος και όχι η τελική τιμή του.
Για να οριστεί η τελική τιμή του αγαθού, χρειάζεται να βάλουμε το προϊόν στην αγορά. Ακόμη και τότε, ένα προϊόν θα βρει την τιμή του μόνον όταν βρει τον αγοραστή του. Μόνον δηλαδή όταν θα έχει πωληθεί θα γνωρίζουμε πραγματικά την τιμή του αγαθού-εμπορεύματος.
Μέχρι και ο Κάρολος (Μαρξ) το είχε καταλάβει αυτό και απορώ γιατί, ειδικά οι εν Ελλάδι followers του κλασσικού αυτού οικονομολόγου, δεν το κατανοούν. Μπορεί ο μεγάλος φιλόσοφος να μπέρδεψε τα πράγματα επειδή είχε την εμμονή να χτίσει μια γενική θεωρία ώστε να στηρίξει την πολιτική θεωρία του περί εκμετάλλευσης της προλεταριακής εργατικής δύναμης, μέσω ιδιωτικοποίησης της υπεραξίας, αλλά τα βασικά τα έχει γράψει, όσο μπορούσε, καθαρά και ξάστερα. Μάλλον οι «οπαδοί» του δεν βρίσκουν χρόνο να διαβάσουν τα έργα του.
Η μεγάλη διαφορά των μαρξικών απόψεων βρίσκεται στην έλλειψη κατανόησης της Αγοράς. Εκεί έγκειται όμως η μεγάλη δύναμη της τιμής ως απαραίτητου και πολύτιμου εργαλείου. Η τιμή είναι αυτή που υπαγορεύει στους συμμετέχοντες στην αγορά, καταναλωτές, άλλους παραγωγούς και κρατικές υπηρεσίες, την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε προϊόν. Εκτιμά την επάρκεια, αξιολογεί την εργασία που απαιτήθηκε και το κεφάλαιο που επενδύθηκε για τη δημιουργία του. Ετσι μαθαίνουμε, τελικά, πόσο αξίζει κάθε πράγμα και η τιμή γίνεται η μονάδα μέτρησης της σχετικής αξίας του προϊόντος.
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρξουν παρεμβάσεις στην δημόσια τιμή των προϊόντων. Ελεγχοι αισχροκέρδειας, φραγμοί κέρδους, ανώτατο όριο τιμών και επιδόματα απόκτησης είναι μερικοί από τους τρόπους που χρησιμοποιούνται από το κράτος, όταν και όπως χρειαστεί.
Κάθε παρέμβαση, όμως, συνοδεύεται από παρενέργειες. Μπορεί να είναι απαραίτητες, σε κάποιες περιόδους και για συγκεκριμένους λόγους, αλλά πρέπει να είναι σπάνιες, να παραμένουν σύντομες και να ακολουθούν τις μεταβολές των σχετικών αγορών.
Μια ταχέως αυξανόμενη τιμή, όπως τώρα των καυσίμων, μας ειδοποιεί ότι τα σχετικά αγαθά έγιναν πιο σπάνια. Είναι το αυτονόητο σήμα ότι πρέπει να καταναλώσουμε λιγότερα καύσιμα. Κυρίως γιατί κάθε νέο, πρόσθετο, λίτρο βενζίνης/πετρελαίου που χρησιμοποιούμε θα κοστίσει ακριβότερα από εκείνο που ήδη χρησιμοποιήσαμε.
Η τιμή στέλνει το κατάλληλο σήμα για τις αποφάσεις που πρέπει να λάβουμε. Αν, ας πούμε κατόπιν κρατικής παρέμβασης, η τιμή του πετρελαίου κίνησης έμενε η ίδια μετά την 28η Φεβρουαρίου, οπότε ξεκίνησε η νέα περιπέτεια στη Μέση Ανατολή, θα είχαμε εσφαλμένη αντίληψη για την ενεργειακή κρίση και, το χειρότερο, για το μέγεθός της και τις επιπτώσεις της.
Το αποτέλεσμα θα ήταν να λαμβάνουμε λανθασμένες αποφάσεις. Αυτό είναι μεγάλος κίνδυνος.
Ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός παρά την καλή, όσο γίνεται, λειτουργία των σύγχρονων αγορών. Γιατί υπάρχει ένας παραμορφωτής τιμών, ο φόρος. Ο φόρος δεν είναι τιμή και δεν συνδέεται ούτε με τη διαδικασία της παραγωγής, ούτε με τις εκτιμήσεις/ανάγκες των καταναλωτών.
Τους διάφορους φόρους τους χειρίζεται το κράτος με κριτήρια πολύ διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιούν οι αγορές για να διαμορφώσουν τις τιμές. Ο φόρος διαστρεβλώνει τη λειτουργία της αγοράς, ακόμη και της πιο ατελούς ή/και κερδοσκοπικής. Στην περίπτωση των ενεργειακών προϊόντων, ο «διαστρεβλωτής» δεν είναι τόσο ο ΦΠΑ, άλλά ο Ειδικός ΕΦΚ. Ενώ ο ΦΠΑ μεταδίδει ολόκληρο το φάσμα των σημάτων που εκπέμπει η τιμή, ο ΕΦΚ ακολουθεί μόνον τις ποσότητες που καταναλώνονται.
Ειδικά όμως γι αυτό τον λόγο, η μείωση του ΕΦΚ, προκειμένου να αντισταθμιστεί η αύξηση των διεθνών τιμών καυσίμων, θα έστελνε το απολύτως λανθασμένο μήνυμα στους καταναλωτές. Σημειώστε πως ακόμη κι αν καταργείτο πλήρως ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο, που είναι 41 λεπτά (τα 33 λεπτά υποχρεωτικά από τις Βρυξέλλες, τα 8 λεπτά προστέθηκαν πριν καν η Ελλάδα μπει στο πρώτο Μνημόνιο) και πάλι η αύξηση της διεθνούς τιμής του θα ήταν μεγαλύτερη, αφού έχει ήδη πλησιάσει τα 50 λεπτά.
Το άλλο «παράδειγμα» είναι τα ... ντοματίνια. Προϊόν εκτός εποχής, εντόνως «μοδάτο» λόγω των τηλεοπτικών σεφ, έχει εξαιρετικά περιορισμένη παραγωγή σε ελάχιστα σημεία της Κρητικής Γης και ταυτόχρονα είναι εντατικά ζητούμενο από πελάτες εξωτερικού με ισχυρό βαλάντιο. Είναι επομένως τελείως ακατάλληλο να θεωρείται ως σημείο αναφοράς της ακρίβειας των τροφίμων λόγω της κρίσης καυσίμων, επειδή η τιμή του πρακτικά διπλασιάστηκε. Επιβεβαιώνει όμως ότι η τιμή είναι πολύτιμο εργαλείο: στην περίπτωσή μας για να θυμίζει πόσα λίγα γνωρίζουμε για τα βασικά οικονομικά.
