Πολλοί, όπως, για παράδειγμα οι τηλεοπτικοί πανελίστες και, προφανώς, τα εξέχοντα μέλη των αντιπολιτεύσεων, πιστεύουν ότι οι τιμές πρέπει να μείνουν σταθερές, παρά την εξελισσόμενη ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση. Ελέγχουν το κράτος, δια της κριτικής που ασκούν προς την εκάστοτε διακυβέρνηση, επειδή δεν κάνει τα απαραίτητα προς τούτο.
Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή κριτικής, το κράτος/κυβέρνηση πρέπει (α) να ελέγξει τους επιχειρηματίες ώστε να μην «εκμεταλλεύονται» τις περιστάσεις, δηλαδή να μην κερδοσκοπούν και (β) να κρατήσει σταθερές τις τιμές είτε μειώνοντας τους φόρους επί των καυσίμων και άλλων ενεργειακών προϊόντων, είτε επιδοτώντας τους καταναλωτές/αγοραστές, είτε και ταυτοχρόνως με τους δύο τρόπους.
Πολύ ωραία ακούγονται όλα τούτα, μόνον που αν ήταν τόσο απλό, οι κρίσεις παρόμοιου μεγέθους δεν θα ήσαν παρά ένα εντυπωσιακό θέμα στις βραδυνές ειδήσεις. Δυστυχώς πρόκειται για πολύ χειρότερο και πολύ δυσκολότερο πρόβλημα.
Απευθυνόμενη χθες προς τα 191 κράτη-μέλη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Εκτελεστική Διευθύντρια Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, υπενθύμισε μια αρχή πολιτικής υπό παρόμοιες περιστάσεις, απλή αλλά καθόλου ευχάριστη: οι μηχανισμοί εξισορρόπησης των αγορών πρέπει να αφεθούν να λειτουργήσουν ελεύθερα, υπό τη στενή πάντοτε παρακολούθησή τους από τις νομισματικές αρχές, δηλαδή τις κεντρικές τράπεζες.
«Μέτρα που εμποδίζουν το μήνυμα το οποίο μεταφέρουν οι τιμές των ενεργειακών (και άλλων) προϊόντων, εμποδίζουν, τελικά, την αναγκαία προσαρμογή της ζήτησης, με αποτέλεσμα υψηλότερες παγκόσμιες τιμές ενέργειας».
Σε απλά ελληνικά, το υψηλότερο κόστος ενέργειας είναι το αναγκαστικό, δηλαδή απαραίτητο, «σήμα» ότι πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας και, όταν το «σήμα» δεν περνά, οι τιμές ανεβαίνουν περισσότερο.
Και αφού προειδοποίησε ότι η παρούσα κρίση «είναι ένα κλασικό αρνητικό σοκ προσφοράς και επομένως η προσαρμογή της ζήτησης είναι αναπόφευκτη», συνέχισε:
«Τι πρέπει να κάνουν τα κράτη; Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να βοηθήσουν με πολλούς τρόπους αλλά -σίγουρα- πρέπει να προσέχουν να μην κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Απευθύνω έκκληση σε όλες τις χώρες να απορρίψουν τις μεμονωμένες ενέργειες -ελέγχους εξαγωγών, ελέγχους τιμών κ.λπ.- που μπορούν να διαταράξουν περαιτέρω τις παγκόσμιες συνθήκες: μην ρίχνετε βενζίνη στη φωτιά».
Ωραία τα λέει η Κρισταλίνα, αλλά όλα τα κράτη, το ένα μετά το άλλο, με τη Γερμανία να συμμετέχει πλέον στο κλαμπ του πανικού που έχει προκληθεί από τον συνεχιζόμενο πόλεμο, προσπαθούν να συγκρατήσουν τις τιμές με επιδότηση των εισοδημάτων και μείωση των ειδικών φόρων, ενισχύουν δηλαδή τη ζήτηση. Κυρίως για πολιτικούς λόγους, αφού στις περισσότερες χώρες, οι περισσότερες κυβερνήσεις ούτε ισχυρές είναι, ούτε ικανές να συντονιστούν μεταξύ τους, όπως δείχνει η απογοητευτική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν είναι πως δεν κατανοούν το ζήτημα, έτσι όπως το θέτει το ΔΝΤ, αλλά είναι πολύ δύσκολο να αντέξουν την πίεση της κοινής γνώμης. Να θυμίσουμε πως η επιβολή βαρύτερων φόρων στα πετρελαιοειδή αποσκοπούσε στην σταδιακή μείωση της κατανάλωσής τους και στην υποκατάστασή τους με άλλες, φιλικές και πιο φθηνές πηγές ενέργειας.
Πενήντα χρόνια μετά την παρόμοιου μεγέθους κρίση πετρελαίου (πολλοί λένε πως αυτή τη φορά είναι χειρότερη) σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος, όπως δείχνει το σχετικό διάγραμμα για την συνολική κατανάλωση ενέργειας για κάθε μονάδα ΑΕΠ:
Επιπλέον, οι πηγές ενέργειας διαφοροποιήθηκαν όχι όμως με τους ρυθμούς που θα μπορούσαν να μας προστατεύσουν στην παρούσα κρίση (κατανάλωση ενέργειας σε πετρέλαιο, άνθρακα, αέριο, ανανεώσιμες, πυρηνική):
Που σημαίνει ότι εξελίσσεται ένα νέο πληθωριστικό σοκ, το οποίο, με τη σειρά του, σημαίνει ότι τα επιτόκια (δηλαδή το κόστος νέου χρήματος) θα κινηθούν ανοδικά στο προσεχές διάστημα, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι επενδύσεις, να μειωθεί η παραγωγή, δηλαδή, συνδυαστικά, το ΑΕΠ και τελικά να μειωθεί η ζήτηση, δηλαδή το εισόδημα των πολλών.
Θα απαιτηθεί εξαιρετική συνεργασία μεταξύ των δημοσιονομικών αρχών -κυβερνήσεις- και των νομισματικών αρχών -κεντρικοί τραπεζίτες-, ώστε να γίνουν τα λιγότερα λάθη και η προσαρμογή να προκύψει με το μικρότερο ανθρώπινο και παραγωγικό κόστος.
Σε αυτή την προοπτική, τα κράτη που θα πορευτούν στην κρίση με το μικρότερο κόστος, είναι εκείνα που διαθέτουν επαρκή δημοσιονομικό χώρο, δηλαδή δεν έχουν ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους, επειδή μόνον αυτά θα έχουν τη δυνατότητα να στηρίξουν την κατανάλωση, προφανώς με μέτρο και σωφροσύνη.
Είναι η Ελλάδα ένα από αυτά; Είναι, αυτή τη στιγμή. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι θα είναι και μετά κάποιους μήνες, αν η ακριβοπληρωμένη, δηλαδή με εισοδηματικές θυσίες και υψηλή φορολόγηση, δημοσιονομική ισορροπία, ξοδευτεί στον βωμό μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιπέτειας.
