Αυξημένη κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών για το 2026 αλλά και αυξημένους κινδύνους λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων αναμένει η Scope Ratings, όπως αναφέρει σε συνέντευξη του στο Liberal ο Αλεσάντρο Μποράτι, επικεφαλής αναλυτής του οίκου για τις ελληνικές τράπεζες.
Ο κ. Μποράτι σημειώνει πως λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή οι κίνδυνοι που προκύπτουν λόγω της μακροοικονομικής αβεβαιότητας έχουν αυξηθεί σημαντικά και προσθέτει πως αυτό θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο ίδιος υποστηρίζει ακόμα πως ενδεχόμενες αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας γενικά θα λειτουργήσουν προς όφελος των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συμπληρώνοντας ωστόσο πως «ο αντίκτυπος των αυξήσεων των επιτοκίων θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, στοιχεία που είναι αρνητικά για τα αποτελέσματα των τραπεζών».
Το στέλεχος της Scope κάνει ακόμα αναφορά στο ενδεχόμενο μείωσης της ζήτησης των εταιρικών δανείων εν μέσω ενός περιβάλλοντος αβεβαιότητας, Παράλληλα υποστηρίζει ότι δεν διακρίνονται περιθώρια για νέες συγχωνεύσεις τραπεζών στην ελληνική αγορά και τονίζει πως η μερισματική πολιτική των τραπεζών ενισχύει την εικόνα τους στις αγορές.
Επιπλέον, ο κ. Μπορέτι υπογραμμίζει το θετικό ρόλο των κυβερνητικών μέτρων για την ομαλοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και προσθέτει πως χρειάζονται «περαιτέρω βελτιώσεις σε ορισμένους τομείς, όπως οι διαδικασίες αφερεγγυότητας και η διαχείριση των προβληματικών χρεών».
Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Βέλμαχο
Εξακολουθείτε να εκτιμάτε ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα είναι υψηλότερη το 2026; Θα μπορούσατε επίσης να σχολιάσετε τις εκτιμήσεις σας υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου;
Από τη δημοσίευση της πρόβλεψής μας για τις ελληνικές τράπεζες στις αρχές Μαρτίου, η μακροοικονομική αβεβαιότητα και οι συναφείς κίνδυνοι επιδείνωσης έχουν αυξηθεί απότομα. Σε αυτό το στάδιο, είναι πολύ δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί ο πιθανός αντίκτυπος του πολέμου στη Μέση Ανατολή στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών. Είχαμε προβλέψει μια μέτρια αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών έως το 2026, αλλά υπάρχουν κίνδυνοι για αυτό το σενάριο υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Εν μέσω της συνεχιζόμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή, σε ποιους δείκτες εστιάζετε σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο;
Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος αυτού του μακρού οικονομικού κύκλου, μια εξέλιξη που προβλέπαμε ανεξάρτητα από την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, εστιάζουμε στους δείκτες ποιότητας ενεργητικού. Αυτοί περιλαμβάνουν δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης, όπως η αύξηση των ποσοστών αθέτησης δανείων και του κόστους κινδύνου, που θα μπορούσαν να μεταφραστούν – με κάποια καθυστέρηση – σε υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρήσει σε αυξήσεις των επιτοκίων, ποια θα ήταν η επίδραση αυτής της σύσφιξης στις βασικές μετρήσεις των ελληνικών τραπεζών;
Οι αυξήσεις των επιτοκίων συνήθως ευνοούν τις τράπεζες, καθώς διευρύνουν το περιθώριο μεταξύ του μέσου κόστους των καταθέσεων και των επιτοκίων δανείων/αποδόσεων ομολόγων.
Οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο μέσω καταθέσεων πελατών που δεν επηρεάζονται από τα επιτόκια (ιδιαίτερα η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και η Τράπεζα Πειραιώς), οπότε γενικά επωφελούνται από τα υψηλότερα επιτόκια.
Ωστόσο, ο αντίκτυπος των αυξήσεων των επιτοκίων θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, στοιχεία που είναι αρνητικά για τα αποτελέσματα των τραπεζών.
Θα επηρεαστεί αρνητικά η ζήτηση δανείων από την αβεβαιότητα των καταναλωτών σχετικά με τις προοπτικές του πληθωρισμού; Ποιο τμήμα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις μεγαλύτερες προκλήσεις – τα δάνεια προς ΜΜΕ, τα στεγαστικά δάνεια ή η καταναλωτική πίστη;
Η ζήτηση δανείων γενικά θα επηρεαστεί αρνητικά από την αβεβαιότητα των καταναλωτών σχετικά με τις προοπτικές του πληθωρισμού. Η αβεβαιότητα τείνει να μειώνει τη ζήτηση πιστώσεων, καθώς οι εταιρείες ειδικότερα αναστέλλουν τα επενδυτικά τους σχέδια.
Αναμένουμε ότι η ζήτηση εταιρικών δανείων ενδέχεται να πληγεί εν μέσω επιδεινούμενων και εξαιρετικά αβέβαιων μακροοικονομικών προοπτικών.
Αναμένετε περαιτέρω δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών μεταξύ των ελληνικών τραπεζών;
Δεν βλέπουμε περιθώρια για εγχώριες συγχωνεύσεις μεταξύ εμπορικών τραπεζών, καθώς ο τομέας είναι ήδη αρκετά συγκεντρωμένος.
Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τα σχέδια της διοίκησης όσον αφορά τα μερίσματα και τις αποδόσεις προς τους μετόχους; Αποτελούν αυτά έναν πειστικό παράγοντα για την προσέλκυση νέων επενδύσεων στις ελληνικές τράπεζες;
Οι διανομές αντανακλούν την ομαλοποίηση των συνθηκών λειτουργίας στον ελληνικό τραπεζικό τομέα. Οι τράπεζες είναι πλέον κερδοφόρες, οι ισολογισμοί τους είναι υγιείς και το επίπεδο και η ποιότητα του κεφαλαίου τους συνεχίζουν να βελτιώνονται.
Όπως συμβαίνει και αλλού στην Ευρώπη, οι τράπεζες επιστρέφουν μέρος του πλεονάζοντος κεφαλαίου τους στους μετόχους, καθώς υπάρχουν περιορισμένες δυνατότητες για την πλήρη αξιοποίησή του. Η επανέναρξη της καταβολής μερισμάτων είναι σίγουρα θετική για τον τομέα, βελτιώνοντας το επενδυτικό κλίμα.
Πώς αξιολογείτε τις πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης που αποσκοπούν στην ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού τομέα; Ποια μέτρα θα μπορούσαν να δώσουν περαιτέρω ώθηση;
Τα κυβερνητικά μέτρα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τα τελευταία χρόνια στη στήριξη της ομαλοποίησης του τομέα. Το πρόγραμμα «Ηρακλής» είναι πιθανώς το πιο ορατό παράδειγμα, καθώς επιτρέπει στις ελληνικές τράπεζες να κλείσουν το κεφάλαιο του δεκαετούς ζητήματος με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις σε ορισμένους τομείς, όπως οι διαδικασίες αφερεγγυότητας και η διαχείριση των προβληματικών χρεών.
