Στ. Κυριακίδης: Το κρίσιμο ερώτημα για το Ιράν και η ακτινογραφία των Στενών του Ορμούζ
Shutterstock
Shutterstock

Στ. Κυριακίδης: Το κρίσιμο ερώτημα για το Ιράν και η ακτινογραφία των Στενών του Ορμούζ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απέναντί τους ένα ή δύο Ιράν; Η απάντηση κρατά το «κλειδί» για διαπραγματεύσιμη λύση και για την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ. Ο στρατηγικός αναλυτής Στάθης Κυριακίδης μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη εστιάζοντας στην ασάφεια ως προς το εάν Ιράν λειτουργεί ως ενιαία οντότητα, στοιχείο που επηρεάζει καθοριστικά την πορεία των εξελίξεων και κατ’ επέκταση καθιστά επισφαλή την όποια πρόβλεψη για την επόμενη μέρα.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να συνυπάρχουν διαφορετικά κέντρα ισχύος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αντιφάσεις μεταξύ δηλώσεων και ενεργειών στο πεδίο, αναφέρει ο κ. Κυριακίδης, υποναύαρχος ε.α., στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International. Στη σκιά και των χθεσινών επιθέσεων κατά πλοίων, περιλαμβανομένου του ελληνικών συμφερόντων «Epaminondas», ο ίδιος αναφέρει ότι το βασικό ζήτημα στα Στενά του Ορμούζ αυτή τη στιγμή είναι η πιθανότητα αυτονόμησης συγκεκριμένων στοιχείων των Φρουρών της Επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση δυσχεραίνεται, καθώς ενδεχομένως το ίδιο το Ιράν να μην ελέγχει πλήρως το επιχειρησιακό πεδίο. 

Εάν το Ιράν αποδειχθεί ότι διαθέτει ενιαία γραμμή και οι ενέργειές του είναι μέρος της γνωστής διαπραγματευτικής τακτικής τύπου «καλού και κακού αστυνόμου», τότε πιθανώς είναι κοντά η επανάληψη των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ και μία συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα βρίσκεται πράγματι στον ορίζοντα -πιθανώς ακόμη και ευρύτερες εμπορικές συμφωνίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης-, δηλώνει ο Στάθης Κυριακίδης. Εάν όχι, τότε «μπαίνουμε σε μονοπάτια που δεν γνωρίζουμε που θα μας οδηγήσουν».

Μιλώντας για καθαρή νίκη των ΗΠΑ στο πεδίο και εξ αρχής συγκεχυμένους και εναλλασσόμενους πολιτικούς στόχους που ωστόσο δεν έχουν επιτευχθεί, ο κ. Κυριακίδης αναλύει τη διάσταση μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής έκβασης των συγκρούσεων και αναφέρεται στο αφήγημα νίκης που «κυνηγούν» αμφότεροι Τραμπ και Ιράν. Αποτυπώνει την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ από επιχειρησιακής άποψης, εξηγεί υπό ποιες συνθήκες και μόνο θα επέστρεφαν οι ΗΠΑ σε αεροπορικές επιδρομές, ενώ σκιαγραφεί και την εικόνα στο μέτωπο του Λιβάνου, το οποίο αποτελεί διαρκή και ανεξάρτητη εστία έντασης - και όπου προσεχώς η εκεχειρία εκπνέει.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Εκεχειρίας παράταση ενόσω διατηρείται ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών, οι Φρουροί της Επανάστασης βάλλουν κατά πλοίων στα Στενά του Ορμούζ και δεν γνωρίζουμε εάν και πότε θα επαναληφθεί η διαπραγμάτευση. Πιστεύει το Ιράν ότι μπορεί να αντέξει μία παρατεταμένη αντιπαράθεση περισσότερο χρόνο από τον Τραμπ; Πού βρισκόμαστε, κύριε Κυριακίδη; 

Κοντεύουν να συμπληρωθούν δύο μήνες αυτής της «ειδικής επιχείρησης», η οποία δεν έχει χαρακτηριστεί ως πόλεμος για συγκεκριμένους λόγους που μπορούν να εξηγηθούν, και αυτό που βλέπουμε είναι ότι η στρατιωτική νίκη στο πεδίο δεν σημαίνει και τελική επικράτηση. Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην πρόσφατη Ιστορία, όπου ένα ηττημένο κράτος όπως το Ιράν -το οποίο μάλιστα έχει υποστεί συντριπτική ήττα στο πεδίο- δεν έχει χάσει τον πόλεμο. Και αυτό διότι δεν έχουν επιτευχθεί οι πολιτικοί στόχοι.

Για το μεν Ισραήλ οι στόχοι ήταν εξ αρχής σαφείς - τι θέλει και τι δεν θέλει. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο το τι επιδιώκουν. Ξεκίνησαν με το πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο υπενθυμίζω κατά τις δηλώσεις Τραμπ είχε ήδη καταστραφεί στον πόλεμο των 12 ημερών τον Ιούνιο του 2025, συνέχισαν με την προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος, το βληματικό δυναμικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα. Και κάπου στη διαδρομή εμφανίστηκε το ζήτημα του Ορμούζ, κάτι που θα έπρεπε εξ αρχής να είχε προβλεφθεί και να είχε αντιμετωπιστεί αναλόγως. Δηλαδή, θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο ότι οι Ιρανοί, στο τέλος, θα καταφύγουν σε αυτοκαταστροφικές επιλογές, όπως το κλείσιμο των Στενών.

Από την πλευρά του, το Ιράν έθεσε από την αρχή ως στόχο την επιβίωση του καθεστώτος. Χερσαίες επιχειρήσεις στο ιρανικό έδαφος προς ανατροπή του καθεστώτος είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, εξ ου και το είχαμε αποκλείσει στις συζητήσεις μας από την πρώτη στιγμή, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Πρώτη προτεραιότητα, λοιπόν, ήταν η επιβίωση του καθεστώτος και εν συνεχεία η άρση των κυρώσεων και το «ξεπάγωμα» των περιουσιακών στοιχείων. Έχει πετύχει κάτι από αυτά; Φαίνεται ότι το καθεστώς διατηρείται. Λέω «φαίνεται», διότι παρατηρούμε ότι υπάρχει πράγματι διαπραγμάτευση και υπάρχουν συνομιλητές -η γνωστή τριάδα Γκαλιμπάφ, Αραγτσί και Πεζεσκιάν, με τον τελευταίο σε δεύτερο ρόλο-, όμως το θέμα είναι ποιο Ιράν εκφράζουν πλέον.

Δηλαδή, την ώρα που ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωνε ότι τα Στενά του Ορμούζ είναι ανοιχτά, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ακολούθησε η επίθεση στο ινδικό τάνκερ το περασμένο Σάββατο. Άρα, μιλά ένα Ιράν; Ή μήπως έχουν αυτονομηθεί πυρήνες ή ακόμη και μεγάλο μέρος των Φρουρών της Επανάστασης, ιδίως του Ναυτικού που ελέγχει τα Στενά, και έχουμε διαφορετική προσέγγιση; Δεν το γνωρίζουμε. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες από το πεδίο - γίνονται εικασίες.

Η στάση όμως των Ηνωμένων Πολιτειών, να παρατείνουν την εκεχειρία -προσχηματικά κατόπιν παράκλησης του Πακιστάν- δείχνει ότι ενδεχομένως δεν υπάρχει ένα ενιαίο Ιράν με το οποίο συνομιλεί η Αμερική. Υπάρχει το Ιράν που βλέπουμε και το Ιράν που ελέγχει την κατάσταση. Αυτά πιθανόν να μην ταυτίζονται. Τονίζω τη λέξη «πιθανόν», διότι δεν μπορεί να αποκλειστεί και να πρόκειται για συνειδητή διαπραγματευτική τακτική του τύπου «καλού και κακού αστυνόμου».

Τώρα, αν λάβουμε ως υπόθεση εργασίας ότι το Ιράν μιλά ως μία οντότητα και ότι υπάρχει διάθεση επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, παραμένει το γεγονός ότι η καχυποψία είναι πολύ μεγάλη Δικαιολογημένη; Ασφαλώς, είναι η απάντηση. Διότι θυμίζω ότι και πέρυσι τον Ιούνιο και τώρα, η αμερικανική επίθεση εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. 

Το Ιράν επικαλείται ως επιχείρημα ότι οι διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας δεν είναι αξιόπιστες το παράδειγμα του 1994 και το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, βάσει του οποίου η Ουκρανία παρέδωσε το πυρηνικό της οπλοστάσιο -τότε το τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο- στη Ρωσία για να καταστραφεί. Σε αντάλλαγμα, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Ρωσία εγγυήθηκαν ότι δεν θα υπάρξει θέμα ασφαλείας και εδαφικής ακεραιότητας της αποπυρηνικοποιημένης Ουκρανίας.

Το αντεπιχείρημα είναι ότι δεν επρόκειτο για στρατιωτική δέσμευση αλλά για πολιτική συμφωνία και επιπλέον θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ίδια η Ουκρανία δεν μπορούσε πρακτικά να διατηρήσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, καθώς απαιτείται τεράστια τεχνογνωσία για τη συντήρησή του, ενώ είχε ήδη προσχωρήσει ως μη πυρηνικό κράτος στη Συνθήκη Μη Διασποράς Πυρηνικών Όπλων. Οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Παρόλα αυτά, παραμένει ένα επιχείρημα. 

Συνεπώς, το ένα βασικό ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι αυτό της εμπιστοσύνης. Δεύτερον, το αν έχουμε να κάνουμε με ένα ενιαίο Ιράν ή μη. Τρίτον, και πολύ σημαντικό, είναι το γεγονός ότι καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν επιθυμεί τη συνέχιση των επιχειρήσεων -με την εξαίρεση του Ισραήλ που το επιθυμεί σφόδρα- αλλά ταυτόχρονα καμία δεν μπορεί να «πείσει» την κοινή γνώμη στο εσωτερικό ότι έχει νικήσει.

Εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα - μία βασική διαφορά αντίληψης: η Δύση προσεγγίζει το Ιράν -όπως και την Τουρκία ή τις αραβικές μοναρχίες- με μια δυτική λογική σκέψης. Δηλαδή, με βάση το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς τη νίκη, τη διαπραγμάτευση, την επιτυχία ή την αποτυχία. Αυτό δεν έχει την ίδια βαρύτητα, εικόνα ή σημασία γι’ αυτές τις χώρες. Το Ιράν, στο εσωτερικό του, προβάλλει ότι έχει σύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε απανωτές διολισθήσεις, στην εκεχειρία και το τραπέζι της διαπραγμάτευσης, επειδή έχει νικήσει και δεν φοβάται τη συνέχιση της σύγκρουσης. Αυτό είναι το αφήγημα.

Είναι πιο εύκολο προφανώς να περάσει ένα τέτοιο αφήγημα εκεί, σε σχέση με μια δυτική δημοκρατία

Ασφαλώς. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πώς αυτές οι χώρες προβάλλουν τα γεγονότα στο εσωτερικό τους και έχουν πετύχει, κατά την άποψή μου, την απόλυτη συσπείρωση του λαού, και πώς εμείς τα αντιλαμβανόμαστε τη νίκη και την ήττα.

Δεν υπάρχει συζήτηση για το εάν έχουν νικήσει ή όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες στο πεδίο. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Διότι μπορεί το Ιράν να έχει ένα συγκεκριμένο αφήγημα, αλλά το θέμα είναι τι του έχει μείνει, τι λέει ότι έχει και τι μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιεί από αυτά που λέει ότι έχει. Είμαστε ακριβώς σε αυτό το σημείο. Και αυτό που πρέπει να προσέχουμε πάρα πολύ είναι ο τρόπος σκέψης - πρέπει να κρίνουμε όχι μέσα από το φίλτρο της δυτικής σκέψης αλλά να προσαρμοστούμε όσο το δυνατόν περισσότερο στη δική τους λογική.

Το Ιράν, λοιπόν, πρέπει να εμφανιστεί ως νικητής. Αντίστοιχα και ο πρόεδρος Τραμπ πρέπει να εμφανιστεί ως νικητής. Διότι το αρχικό αφήγημα περί αποκεφαλισμού της ηγεσίας και πλήρους εξουδετέρωσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν και διάλυσης του πυρηνικού προγράμματος έχει αρχίσει πια να ξεθωριάζει. Θα υπενθυμίσω πως ξεκινήσαμε με διαφόρους στόχους και ανοιχτά τα Στενά και βρεθήκαμε να μην έχουν επιτευχθεί οι στόχοι και να έχουν κλείσει τα Στενά.

Ένα αφήγημα επιτυχίας, λοιπόν, πολύ δύσκολα μπορεί να το «πουλήσει» στο εσωτερικό των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ, ιδίως όταν οι πολίτες βλέπουν τις τιμές των καυσίμων να αυξάνονται. Ήδη η δημοτικότητά του έχει φθάσει στο ναδίρ και δεν απέχουν πολύ οι ενδιάμεσες εκλογές.

Πώς έχουν επιδράσει τα αδιάκοπα αμφίσημα και αντικρουόμενα μηνύματα που έρχονται από πλευράς του;

Το πρόβλημα του Τραμπ, που το υποτιμήσαμε και οι αναλυτές, είναι ότι είναι και εξαιρετικά παρορμητικός. Δεν μπορεί να ασκείται εξωτερική πολιτική και να ρυθμίζονται διεθνείς σχέσεις μέσω του Truth Social. Έχει ήδη τινάξει δύο-τρεις φορές τη διαδικασία στον αέρα από τον αυθορμητισμο και τις παρορμητικές αντιδράσεις του.

Και τι θα συμβεί στη συνέχεια κ. Κυριακίδη;

Δε διαθέτουμε κάποια κρυστάλλινη σφαίρα για να μπορούμε να δούμε το μέλλον, όμως φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει περίπτωση επανέναρξης αεροπορικών επιχειρήσεων, παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις: είτε αν καταστεί σαφές ότι υπάρχουν «δύο Ιράν» και πρέπει να χτυπηθεί το «κακό Ιράν» πλέον, είτε αν το Ισραήλ λειτουργήσει ως παράγοντας ανατροπής της διαδικασίας παρεμβαίνοντας με κάποιο χτύπημα ώστε να μη συνεχιστεί αυτή η διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε συμφωνία.

Σε αυτό το σημείο, αναδεικνύεται και ρόλος της Ευρωπαίων και ευρύτερα του δυτικά σκεπτόμενου «ελεύθερου κόσμου», που θα πρέπει να μπουν στο «παιχνίδι» -ήδη γίνονται κινήσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία- τώρα που υπάρχει εκεχειρία και όσο αυτή διαρκεί. Πρέπει να σχεδιάσουν και στη συνέχεια να διακηρύξουν μία αποστολή διασφάλισης της παγκόσμιας κοινότητας και της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας προκειμένου να αποτρέψουμε και εμείς ως Δύση, που άμεσα πληττόμεθα, ενδεχόμενη αυτονόμηση των κακών στοιχείων των Φρουρών της Επανάστασης. Δηλαδή, να υπάρξει μία αποστολή συνοδείας πλοίων που διέρχονται τα Στενά των Ορμούζ με τη σύμφωνη γνώμη του Ιράν.

Άρα, έχουμε φθάσει στο σημείο των δύο Ιράν. Αντιλαμβάνεστε ότι στις απαντήσεις μου αμφιταλαντεύομαι μεταξύ του ενός ή δύο Ιράν. Δεν το γνωρίζουμε. Θα πρέπει, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι να θεωρήσουν ως δεδομένο ότι υπάρχει αντίπαλος και να προχωρήσουν σε κάτι αντίστοιχο - είτε αυτό είναι το Ιράν, όπως το ακούμε, είτε οι μεμονωμένοι Φρουροί. Και αυτό μπορεί να αποτελέσει και μία πολύ καλή δικαιολογία για τη Δύση, δηλαδή ότι ενώ το Ιράν συζητά παράλληλα σημειώνονται επιθέσεις. Άρα, θα πρέπει πλέον να μπει στο «παιχνίδι» και ο παράγων Ευρώπη, καθώς και ο παράγων Ιαπωνία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, οι δυτικά σκεπτόμενοι και προφανώς και οι αραβικές μοναρχίες. Αυτό θα είναι ένας μεγαλύτερος μοχλός πίεσης.

Ο έτερος μοχλός πίεσης είναι η Κίνα. Είναι ξεκάθαρο πως έχει όντως πιέσει το Ιράν η Κίνα, αλλά θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι δεν μπορεί να ασκήσει πίεση στο βαθμό που εμείς φανταζόμαστε. Διότι ναι μεν απορροφά το μεγαλύτερο κομμάτι των ιρανικών εξαγωγών, όμως για την ίδια αποτελεί ένα μικρό ποσοστό των εισαγωγών και των ενεργειακών της αναγκών.

Αντίθετα, εκείνοι που πλήττονται περισσότερο είναι οι οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ασίας και η Ινδία. Και ποιος κερδίζει; Φυσικά η Ρωσία. Διότι αφενός έχουν φύγει τα φώτα της δημοσιότητας από την Ουκρανία και αφετέρου την εξυπηρετεί ιδιαιτέρως η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, αλλά και λόγω εξελίξεων με τις κυρώσεις. Για δεύτερο μήνα οι ΗΠΑ παρέτειναν την αναστολή στις κυρώσεις για τις εισαγωγές από τη Ρωσία και τα φορτωμένα με πετρέλαιο πλοία του σκιώδους στόλου της μπορούν να ξεφορτώσουν. Καταλαβαίνουμε ότι τα δέκα περίπου 10 εκατομμύρια βαρέλια που μας λείπουν την ημέρα δυστυχώς θα συνεχίσουν να λείπουν και αυτό θα αποτυπώνεται όλο και περισσότερο στις τιμές. 

Ποια είναι ακριβώς η κατάσταση στα Στενά από επιχειρησιακής άποψης; Πώς μπορεί να επιτευχθεί αμοιβαία αποκλιμάκωση και σε ποιο χρονικό ορίζοντα; Και αν οδηγηθούμε σε συνομιλίες επί συνομιλιών, τι θα συμβεί; 

Το βασικό πρόβλημα στα Στενά του Ορμούζ αυτή τη στιγμή είναι η πιθανότητα αυτονόμησης συγκεκριμένων στοιχείων των Φρουρών της Επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση δυσκολεύει, καθώς ενδεχομένως το ίδιο το Ιράν να μην ελέγχει πλήρως το επιχειρησιακό πεδίο - και πρέπει να ελέγξει το εσωτερικό του μέτωπο. 

Το Ιράν διαθέτει στα Στενά του Ορμούζ έναν αρκετά σημαντικό στολίσκο ταχέων σκαφών από πολύ μικρά έως μεσαία, ακόμη και μη επανδρωμένα, των οποίων τη δράση είδαμε στην Ουκρανία. Αυτά τα μέσα μπορούν αφ' ενός να απαγορεύσουν πλήρως τη διέλευση, αυτό δηλαδή που συμβαίνει τώρα με τις επιθέσεις, και αφ' ετέρου να αποτελέσουν σοβαρό πρόβλημα ακόμη και για πολεμικά πλοία εάν προσπαθήσουν να περάσουν το Στενό, μέσω επιθέσεων σμήνους (swarm tactics), δηλαδή μαζικών επιθέσεων που αποσκοπούν να προκαλέσουν κορεσμό στους δέκτες των πολεμικών πλοίων ώστε να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν από όλες τις κατευθύνσεις αυτά τα πολύ μικρά σκάφη. 

Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα επιχειρησιακά. Παράλληλα, οι ακτές της ιρανικής πλευράς των Στενών όπως και των νησιών Κεσμ, Λαράκ και Ορμούζ είναι απότομες, κάτι που ευνοεί την απόκρυψη τέτοιων σκαφών. Και αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί πολύ μεγαλύτερη απειλή από την θρυλούμενη ναρκοθέτηση, που από τις αρχές είχα αμφισβητήσει πως έχει συμβεί. Δεν θεωρώ ότι το Στενό έχει ναρκοθετηθεί ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει ναρκοθετηθεί σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να υπάρξει ταχεία αποναρκοθέτηση με συναίνεση του Ιράν. Ο πολύ μεγάλος κίνδυνος είναι ο λεγόμενος «στόλος των κουνουπιών» και θα πρέπει να ελεγχθεί.

Στο σημείο αυτό κρατάμε τη δήλωση του ίδιου του Τραμπ που μίλησε για διασπασμένη κυβέρνηση του Ιράν. Εάν, τώρα, καταφέρουμε και εξασφαλίσουμε ότι μιλάμε με ένα Ιράν, τότε τα πράγματα γίνονται λίγο πιο απλά: θα μπορούσε να υπάρξει λύση εάν οι μεν δεσμευτούν για την απρόσκοπτη διέλευση και οι δε για τη διακοπή της ναυτικής αποτροπής που επιβάλουν στα ιρανικά λιμάνια όχι μόνο εντός του Περσικού Κόλπου, αλλά και σε σημεία εκτός αυτού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ιρανικό λιμάνι του Γιασκ που βρίσκεται στον Κόλπο του Ομάν και αποτελεί τερματικό σταθμό αργού πετρελαίου - είναι η απόληξη του αγωγού Γκορέχ, τον οποίο έχει κατασκευάσει το ίδιο το Ιράν προκειμένου να παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ, και έχει δυνατότητα μεταφοράς περίπου ενός εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως. Και αυτό το σημείο μπλοκάρεται από τις ΗΠΑ. Ο αποκλεισμός δεν αφορά μόνο τα λιμάνια εντός του Περσικού Κόλπου, αλλά και εκείνα στον Κόλπο του Ομάν, εκτός Στενών. 

Συνεπώς, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, δεν μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ούτε πολύ μακριά ούτε πολύ κοντά σε μια λύση. Εφόσον το Ιράν λειτουργεί ως ενιαία οντότητα και ελεγχθούν αυτά τα στοιχεία των Φρουρών, τότε ο αμοιβαίος μη αποκλεισμός λιμένων και η ασφαλής διέλευση από τα Στενά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για άμεση επανεκκίνηση των συνομιλιών - και, κατά την άποψή μου, ενδεχομένως να υπάρξει ακόμη και σχετικά γρήγορη κατάληξη σε συμφωνία.

Εφόσον το Ιράν αποδεχθεί έναν μηχανισμό ουσιαστικού ελέγχου και επιτήρησης του πυρηνικού του προγράμματος -με την παρουσία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας είτε για πέντε, είτε επτά, είτε για 20 χρόνια όπως ζητούν οι ΗΠΑ όσον αφορά τον εμπλουτισμό- και δοθεί αμερικανική δέσμευση για άρση κυρώσεων και αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, εκτιμώ ότι το Ιράν μπορεί να έλθει και σε ευρύτερες εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ.

Κάτι τέτοιο άλλωστε δείχνουν να προεξοφλούν και οι αγορές. Δεν διακρίνω μεγάλες πτωτικές κινήσεις. Το αρνητικό σενάριο «παγώματος» των συνομιλιών ή, ο μη γένοιτο, κλιμάκωσης -λόγω κάποιου εντυπωσιακού χτυπήματος, προβοκάτσιας, αδιεξόδου των ΗΠΑ που θα οδηγούσε ίσως στην κατάληψη κάποιου νησιού- θα οδηγούσε σε πολύ πιο δύσκολες καταστάσεις. Σε ό,τι αφορά τις αγορές, το σενάριο μιας μεγάλης κλιμάκωσης δεν φαίνεται να προεξοφλείται. Αντιθέτως, οι αγορές δείχνουν να προεξοφλούν μια σχετικά σύντομη λύση. Αυτή είναι και η δική μου ανάγνωση.

Συμπερασματικά, είναι ίσως η πρώτη φορά που υπάρχει τόση δυσκολία στο να προβλέψουμε με σχετική ασφάλεια την επόμενη ημέρα. Και αυτό γιατί έχει χαθεί μία βασική σταθερή που ήταν το ενιαίο Ιράν. Εάν το Ιράν λειτουργεί ως ενιαία οντότητα στη διαπραγμάτευση, τότε είμαστε κοντά σε επανεκκίνηση των συνομιλιών. Αν όμως υπάρχει εσωτερικό ζήτημα, τότε ενδέχεται να μπούμε σε μονοπάτια που δεν ξέρουμε που θα μας οδηγήσουν. Βρισκόμαστε σε μια φάση όπου «κρατάμε την ανάσα μας», αναμένοντας να εξασφαλιστεί ότι το Ιράν μιλά ενιαία.

Κλείνοντας, τι εξελίξεις αναμένουμε στο μέτωπο του Λιβάνου;

Αναμένουμε καταρχάς τη λήξη της εκεχειρίας στις 26 Απριλίου. Βλέπουμε ότι υπάρχει προφανής σύμπνοια του προέδρου Αούν με το Ισραήλ. Ο Ζοζέφ Αούν δεν επιθυμεί τη συνέχιση της δράσης της Χεζμπολάχ, η οποία δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και δυστυχώς δεν υποστηρίζεται μόνο από τη σιιτική κοινότητα του Λιβάνου, αλλά και από ένα ευρύτερο τμήμα της λιβανικής κοινωνίας. Και αυτό διότι έχει ισχυρή κοινωνική δράση και πολιτική παρουσία. Συνεπώς, η προοπτική αφοπλισμού και εξουδετέρωσης της Χεζμπολάχ άμεσα δεν είναι ρεαλιστική. Υπήρξε μία προσπάθεια πέρυσι, αλλά δεν τελεσφόρησε, ούτε και μπορεί να γίνει κάτι τώρα για την πλήρη εξάλειψη της Χεζμπολάχ.

Περίπου το 15% του Λιβάνου βρίσκεται αυτή τη στιγμή επίσημα υπό κατοχή. Η πρόβλεψή μου είναι ότι, μετά τη λήξη της εκεχειρίας, δεν θα σταματήσει η προέλαση των ισραηλινών δυνάμεων αρκετά βόρεια του Λιτάνι ποταμού, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρχουν θύλακες της Χεζμπολάχ σε αυτή τη ζώνη. Δεν πρόκειται να αποσυρθούν τα ισραηλινά στρατεύματα τουλάχιστον στο ορατό μέλλον. Ουσιαστικά, θα διατηρηθεί μία ζώνη ασφαλείας, η οποία όμως είναι ζώνη κατοχής· υπάρχουν στρατεύματα και αυτά θα παραμείνουν εκεί.

Σε ό,τι αφορά τη συνολική εικόνα, έχουμε επισημάνει ότι τα δύο μέτωπα, Λιβάνου και Ιράν, είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένα και αποσυνδεδεμένα. Για το Ισραήλ αποτελούν ενιαίο μέτωπο· για τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι. Στο Ιράν μπορεί να προκύψει μία απτή συμφωνία. Στον Λίβανο, αντίθετα, είναι εξαιρετικά πιο δύσκολο. Πρόκειται για μία συνθήκη δεκαετιών, πολύ πιο σύνθετη και δύσκολη στην επίλυσή της. Επιπλέον, η επιμονή του Ιράν στη στήριξη της Χεζμπολάχ περιπλέκει τη σύνδεση των δύο μετώπων.

Το Ισραήλ, ανεξαρτήτως εξελίξεων στο Ιράν, είναι αποφασισμένο να συνεχίσει την πολιτική του και την προσπάθεια «γαζοποίησης», για να χρησιμοποιήσω έναν αδόκιμο όρο, του Νοτίου Λιβάνου, με ισοπέδωση των χωριών και παραμονή των στρατευμάτων για να έχει ασφάλεια όπως αυτό την αντιλαμβάνεται. Επομένως, το μέτωπο του Λιβάνου θα παραμείνει ένα μεγάλο και ανοιχτό πρόβλημα -μια ανοιχτή πληγή-, ανεξαρτήτως έκβασης στο Ιράν.