Σε συνέντευξή του στο Liberal, ο καθηγητής Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ), Δημήτρης Εμμανουλούδης, περιγράφει τη λειψυδρία ως τη νέα «κανονικότητα» για τον νησιωτικό χώρο, επισημαίνοντας ότι η πίεση από τον υπερτουρισμό και την υπερκατανάλωση καθιστά ανεπαρκείς τις συμβατικές λύσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, προκρίνει την «υδατική αναστροφή» ως μια καινοτόμο προσέγγιση, με στόχο το νερό των χειμερινών πλημμυρών να μη χάνεται, αλλά να αξιοποιείται ως απόθεμα για τις αυξημένες ανάγκες της θερινής περιόδου.
Όπως εξηγεί ο κ. Εμμανουλούδης, η λύση δεν βρίσκεται μόνο στις αφαλατώσεις και στις νέες γεωτρήσεις, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, απλώς «αγοράζουν χρόνο», αλλά σε μικρής κλίμακας, εφαρμόσιμες παρεμβάσεις, όπως ομβροπλατείες, δεξαμενές, ξερολιθιές και ειδικά φράγματα συγκράτησης των υδάτων. Με αυτόν τον τρόπο, το πλημμυρικό νερό μπορεί να μετατραπεί από απειλή για ζωές και περιουσίες σε κρίσιμο εργαλείο υδατικής επάρκειας για κατοίκους, τουρισμό, γεωργία και περιβάλλον.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε καθηγητά, η Αστυπάλαια τέθηκε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας. Πρόκειται για ένα μεμονωμένο φαινόμενο ή για την αρχή μιας νέας «κανονικότητας» για τα ελληνικά νησιά;
Σαφώς και δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Δυστυχώς, είναι η κανονικότητα. Ξαναγυρνάμε στην κανονικότητα —και θα πούμε στη συνέχεια γιατί η κατάσταση αυτή είναι κανονικότητα για το Αιγαίο. Απλώς, μιας και θίξατε το θέμα της Αστυπάλαιας, να πω ότι είναι ιδιαίτερα στενάχωρο αυτό που συνέβη στο νησί, διότι μέχρι τώρα το χρησιμοποιούσαμε και ως καλή πρακτική. Με ποια έννοια; Ότι σε προγενέστερες χρονικές περιόδους η Αστυπάλαια είχε πλήρη επάρκεια σε νερό, δεν χρησιμοποιούσε σχεδόν καθόλου αφαλάτωση, διότι είχε κατασκευαστεί ένα φράγμα εκεί από τη δασική υπηρεσία τη δεκαετία του ’90. Το φράγμα αυτό άρχισε να χρησιμοποιείται δειλά - δειλά πριν από 15-20 χρόνια και τα τελευταία χρόνια έδινε τη δυνατότητα στην Αστυπάλαια να υδρεύεται κατά 90% από το νερό του, χωρίς να καταφεύγει καθόλου στην αφαλάτωση.
Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι ακόμη και αυτό δεν ήταν αρκετό. Έφτασε, λοιπόν, το νησί στην κατάσταση που αναφέρατε πριν. Το είδα και εγώ με στενοχώρια να κηρύσσεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης όσον αφορά τη λειψυδρία.
Έχουμε ήδη την Αστυπάλαια, την Πάτμο, αλλά και την Κέρκυρα που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το νερό. Πόσο συνδέεται η κρίση αυτή με τη μείωση των βροχοπτώσεων και την αύξηση της εξάτμισης που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια; Μιλάμε πλέον για μια δομική αλλαγή του υδρολογικού κύκλου στην Ελλάδα;

Shutterstock
Κοιτάξτε, δεν είναι μόνον η μείωση των βροχοπτώσεων ούτε η αύξηση της εξάτμισης, τα οποία αμφότερα είναι αμφισβήτητα, παρά το γεγονός ότι φέτος είχαμε μια πολύ καλή υδρολογική χρονιά ακόμη και στα νησιά. Το πρόβλημα είναι ότι, πέρα από τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, έχουμε μια έκρηξη του τουρισμού στα νησιά και γενικότερα στη χώρα, αλλά ιδιαίτερα στα νησιά μας — μέσα σε αυτά και όσα αναφέρατε. Και η Κέρκυρα έχει πολύ μεγάλη τουριστική κίνηση, και η Μύκονος, και όλα τα υπόλοιπα. Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε πλέον για τεράστια νούμερα τουριστών.
Είδα μια έκθεση του ΕΟΤ και οφείλω να σας πω ότι τρόμαξα. Βέβαια, ο τουρισμός είναι καλοδεχούμενος. Ξέρουμε ότι αντιστοιχεί περίπου στο 15%-20% του ΑΕΠ, σε ένα μεγάλο διψήφιο ποσοστό, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για τη χώρα και τα οικονομικά της. Από εκεί και πέρα, όμως, αν δούμε πίσω από τα θετικά νούμερα του τουρισμού, υπάρχει και το γεγονός ότι ο πληθυσμός της χώρας αυξάνεται κατά τρεις με τέσσερις φορές το καλοκαίρι.
Έχουμε 35 εκατομμύρια τουρίστες. Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό αντιστοιχεί σε 3,5 φορές τον πληθυσμό μας. Άρα δεν μιλάμε για μια χώρα 10 εκατομμυρίων το καλοκαίρι· μιλάμε για μια χώρα που γίνεται, πρακτικά, 35 συν 10 εκατομμύρια άνθρωποι. Στα νησιά οι συγκεντρώσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες, γιατί αυτά τα 35 εκατομμύρια δεν κατανέμονται εξίσου σε όλη την ελληνική επικράτεια. Συγκεντρώνονται σε μικρές γεωχωρικές και γεωγραφικές μονάδες. Τα περισσότερα νησιά μας είναι κάτω από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τα πρώτα δέκα είναι από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πάνω. Όλα αυτά που είναι τουριστικά hot spots — Κυκλάδες, Δωδεκάνησα κ.λπ. — είναι 150-200 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πρόκειται για μικρές γεωγραφικές μονάδες, με πολύ μικρές υπόγειες αποθηκευτικές ικανότητες νερού. Δηλαδή, όσο και να βρέξει —να πούμε ότι θα έχουμε βροχερές χρονιές, που συνήθως δεν έχουμε —, φανταστείτε ότι και φέτος ακόμη, που είχαμε ικανές βροχές, όπως είπα και στις Κυκλάδες, δυστυχώς δεν έχουμε σημαντική άνοδο των υπόγειων αποθεμάτων και των γεωτρήσεων, γιατί είναι μικρές λεκάνες απορροής. Δεν μπορούν, δεν προλαβαίνουν να συγκεντρώσουν νερό.
Άρα, ουσιαστικά, είμαστε αντιμέτωποι με λειψυδρία λόγω υπερκατανάλωσης…
Σωστά. Είναι ακριβώς όπως το λέτε.
Τα στοιχεία δείχνουν, πάντως, συνεχή μείωση των υδατικών αποθεμάτων τα τελευταία χρόνια. Ποιο είναι το πραγματικό όριο ασφαλείας για τη χώρα και πόσο κοντά βρισκόμαστε σε αυτό;
Δεν μπορούμε να δώσουμε ένα συγκεκριμένο νούμερο, γιατί, όπως σας είπα, ποικίλλει η γεωγραφική κατανομή, ποικίλλουν οι εκτάσεις των λεκανών απορροής, έχουμε γεωμορφολογική ποικιλία στη χώρα, έχουμε κλιματική ποικιλία στη χώρα. Είναι εντελώς διαφορετικό το κλίμα στα βόρεια από ό,τι στα νότια.
Υπάρχει αυτό που λέμε ο πλούσιος υδρολογικός Βορράς και ο φτωχός υδρολογικά Νότος. Έχουμε αστικά κέντρα, αλλού δεν έχουμε πολλά αστικά κέντρα μαζεμένα. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι ένα γενικό νούμερο δεν υπάρχει. Γεγονός είναι, όμως ότι στις περιοχές, όπου υπάρχουν μεγάλα ορεινά συγκροτήματα, που σημαίνει ότι έχουμε πολλές χειμερινές βροχοπτώσεις λόγω της ορογραφικής και κλιματικής κατασκευής, μπορούμε να έχουμε επαρκείς αποθηκεύσεις νερού, επιφανειακά και υπόγεια.
Όπως, ας πούμε, έγινε στις περιοχές του Μόρνου και του Ευήνου, που κατά κάποιον τρόπο είναι υπεύθυνες για την ύδρευση της Αθήνας. Εκεί μια καλή υδρολογική χρονιά μπορεί να αλλάξει πολύ θετικά το ισοζύγιο, όπως συμβαίνει τώρα στην πρωτεύουσα, για την οποία είμαστε σίγουροι για το καλοκαίρι. Σε άλλες περιοχές, όμως, είτε βρέξει είτε δεν βρέξει, η κατάσταση είναι η ίδια.
Η Αρχή της «υδατικής αναστροφής»
Αναφερθήκατε πριν στον υπερτουρισμό και στο πρόβλημα της λειψυδρίας λόγω υπερκατανάλωσης. Πώς μπορεί στα νησιά να εξισορροπηθεί η οικονομική ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα των υδατικών πόρων, κατά την άποψή σας;
Εκείνο το οποίο πρέπει να γίνει και μπορεί να γίνει — αρχικά, τεχνικά γίνεται — είναι να αποθηκεύουμε όσο το δυνατόν περισσότερο νερό βροχής μπορούμε. Θα σας εξηγήσω αναλυτικότερα τι εννοώ με αυτό. Το Αιγαίο Πέλαγος αποτελεί ένα από τα πλέον ευάλωτα υδροκλιματικά και κοινωνικοοικονομικά συστήματα της Μεσογείου, όπου οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, της αυξανόμενης τουριστικής πίεσης και της περιορισμένης φυσικής διαθεσιμότητας υδάτινων πόρων συνθέτουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον περιβαλλοντικής διαχείρισης. Η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων, η παρατεταμένη ξηρασία, η μείωση της χρονικής κατανομής των βροχοπτώσεων και η συνεχής αύξηση της ζήτησης νερού δημιουργούν συνθήκες έντονου υδατικού στρες σε μεγάλο μέρος του νησιωτικού χώρου. Παράλληλα, τα φαινόμενα αιφνίδιων πλημμυρών που εκδηλώνονται ολοένα συχνότερα στα νησιά του Αιγαίου, λόγω των έντονων βροχοπτώσεων, των μεγάλων κλίσεων του εδάφους και της περιορισμένης φυσικής συγκράτησης των απορροών, προκαλούν σημαντικές καταστροφές σε υποδομές, οικισμούς και φυσικά οικοσυστήματα.
Η αντίφαση αυτή, όπου το νερό εμφανίζεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αφενός με την μορφή καταστροφικής περίσσειας και αφετέρου με τη μορφή απειλητικού ελλείμματος, αναδεικνύει την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου ολιστικού πλαισίου διαχείρισης των υδάτινων πόρων, ικανού να αντιμετωπίσει ενιαία τις δυο αυτές ακραίες εκφάνσεις του. Στο πλαίσιο αυτό, εισάγουμε ένα νέο δόγμα διαχείρισης νερού για τον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου, βασισμένο στην αρχή της «υδατικής αναστροφής», σύμφωνα με την οποία το πλεονασματικό νερό των πλημμυρών μετατρέπεται από παράγοντα καταστροφής σε στρατηγικό απόθεμα κάλυψης ανθρώπινων, τουριστικών, αγροτικών και περιβαλλοντικών αναγκών.
Ουσιαστικά με τη φιλοσοφία αυτή, επιχειρούμε να μετασχηματίσουμε το πλημμυρικό νερό μέσω έξυπνων υποδομών και συστημάτων διαχείρισης σε τροφοδότη της ζωής, της αγροτικής παραγωγής και της κοινωνικής ανθεκτικότητας. Δηλαδή, το πλημμυρικό νερό που έχουμε τον χειμώνα —και έχουμε πλημμύρες στα νησιά μας, μην ξεχνάτε: είχαμε πλημμύρες στη Νάξο, στην Πάρο, στη Μύκονο, στη Ρόδο, στην Κάρπαθο, στην Κάσο—, αν κάνετε αναζητήσεις στο διαδίκτυο θα τις βρείτε και πέρυσι και πρόπερσι και φέτος. Αυτό, λοιπόν, το πλημμυρικό νερό, με τις υδρολογικές και τεχνικές διατάξεις και λύσεις που υπάρχουν σήμερα, αφού σπάσουμε την κινητική του ενέργεια και την ταχύτητά του, αφού μαλακώσουμε την ορμή του, μπορούμε να το αποθηκεύσουμε και να το κρατήσουμε για να το έχουμε το καλοκαίρι, ενισχύοντας τα υδατικά αποθέματα και προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα που δημιουργείται είτε λόγω του υπερτουρισμού είτε εξαιτίας της υπερκατανάλωσης.
Για να καταλάβουν καλύτερα οι αναγνώστες του Liberal σε τι συνίσταται η αρχή της «υδατικής αναστροφής», η παρακάτω εικόνα λειτουργεί ως τεχνικό διάγραμμα της προτεινόμενης φιλοσοφίας διαχείρισης νερού και αναδεικνύει τον μηχανισμό μέσω του οποίου το πλημμυρικό νερό μετατρέπεται σε διαθέσιμο υδατικό απόθεμα για τους οικισμούς, τη γεωργία και τον τουρισμό.

Η Πολιτεία προωθεί λύσεις όπως οι αφαλατώσεις, οι νέες γεωτρήσεις και τα έργα υποδομών. Είναι, κατά την άποψή σας, επαρκείς αυτές οι λύσεις ή απλώς αγοράζουν χρόνο χωρίς να αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος;
Πιστεύω, το δεύτερο. Είναι λύσεις, οι οποίες αγοράζουν χρόνο. Κατ’ αρχάς, η αφαλάτωση, για μένα, είναι η έσχατη λύση. Είναι, όπως λέμε, τα πυρηνικά όπλα: καταφεύγουμε εκεί όταν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Όταν μαζέψουμε όσο νερό μπορούμε να μαζέψουμε και πάλι δεν μας φτάνει. Πρέπει, όμως, να προσπαθήσουμε να μαζέψουμε το νερό που μπορούμε. Και εφόσον αυτό δεν μας φτάνει, να πάμε στην αφαλάτωση. Βεβαίως, εκεί αναγκαστικά, προκειμένου να μην έχουμε νερό να πιούμε ή να πλυθούμε, θα χρησιμοποιήσουμε το νερό της αφαλάτωσης.
Αλλά η αφαλάτωση, ξαναλέω, είναι η έσχατη λύση, διότι δημιουργεί τεράστια περιβαλλοντικά και ενεργειακά προβλήματα. Είναι κοστοβόρα. Είναι περιβαλλοντική υποβάθμιση. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο το νερό της αφαλάτωσης για την υγεία και την υγιεινή κ.λπ.
Το θέμα είναι να εξαντλήσουμε, αυτό που σας είπα πριν, και επιμένω: πέφτει νερό από τον ουρανό ακόμη και στα νησιά μας, ακόμη και στα ξερονήσια. Αν το μαζέψουμε αυτό — και υπάρχουν έργα εύκολα, τα οποία δεν είναι φαραωνικά, δεν κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ: ομβροπλατείες, υπερπηδητά φράγματα, σχαρωτά φράγματα, τέτοιες απλές διατάξεις, δεξαμενές, ξερολιθιές — μπορούμε να έχουμε αποτέλεσμα. Έχουμε μια εικόνα που έχω φτιάξει εγώ στο εργαστήριο με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτές οι διατάξεις, λοιπόν, γίνονται σχετικά εύκολα. Ήδη τις έχουμε προετοιμάσει πιλοτικά για τους Φούρνους.
Έχουμε δει ότι με τέτοιες απλές διατάξεις — δέκα, ας πούμε, ομβροπλατείες και τρία-τέσσερα υπερπηδητά, σχαρωτά φράγματα — έχουμε το νερό Ιουλίου και Αυγούστου για κατοίκους και τουρίστες. Το κρατάμε αυτό το νερό. Δίνουμε Ιούλιο και Αύγουστο από αυτές τις διατάξεις και όλο το υπόλοιπο που είναι στις γεωτρήσεις το έχουμε για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του έτους. Δηλαδή μπορούμε να το κάνουμε αυτό, ιδιαίτερα σε μικρά νησιά. Και εφόσον δεν φτάσει και αυτό, τότε να πάμε σε αφαλάτωση.
Υπάρχει σήμερα ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο διαχείρισης νερού ή μήπως εξακολουθούμε να λειτουργούμε αποσπασματικά και αντιδραστικά κάθε φορά που ξεσπά μια κρίση λειψυδρίας;
Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Εξάλλου, σε αυτό αναφέρθηκε και ο πρωθυπουργός, αν θυμάστε, το καλοκαίρι του 2025 —νομίζω Ιούλιο, στο τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου κάπου εκεί—, όταν είχε δώσει συνέντευξη Τύπου και αναφέρθηκε σε μια σειρά από μέτρα, σε πανελλαδικό επίπεδο, κατά της λειψυδρίας. Βέβαια, εκεί μέσα είχε ενταχθεί και το θέμα της Αθήνας. Είχε πάρει και την κωδική ονομασία «Εύρυτος», αν θυμάστε, η υπόθεση της Αθήνας. Πέρα από τον «Εύρυτο», υπήρχαν άλλα τέσσερα οριζόντια μέτρα, τα οποία αναφέρονταν σε αυτό που μόλις είπατε: ένα εθνικό σχέδιο διαχείρισης υδατικών πόρων, ένα εθνικό σχέδιο οικονομίας, ένα εθνικό σχέδιο και μια εθνική στρατηγική, η οποία να προσεγγίζει ολιστικά το πρόβλημα της σημερινής και μελλοντικής λειψυδρίας.

(Άποψη της λίμνης του Μόρνου στις 04/05/2026 - Eurokinissi / ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ)
Σε αυτό το μοτίβο δουλέψαμε κι εμείς με την ομάδα μας στο πανεπιστήμιο, σε ένα project που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και ειδικότερα από την πρόσκληση των Συμπράξεων Ερευνητικής Αριστείας. Δύο πανεπιστήμια και τρεις μεγάλες εταιρείες πληροφορικής σχεδόν ολοκληρώνουμε τον άλλο μήνα το πρόγραμμα Waterwise, το οποίο φτιάχνει μια πλατφόρμα με ειδικό λογισμικό. Η πλατφόρμα αυτή μπορεί να τοποθετηθεί σε οποιαδήποτε ΔΕΥΑ της χώρας, όπως το πρόγραμμα Taxis τοποθετείται σε οποιαδήποτε εφορία της χώρας. Αυτή η ψηφιακή πλατφόρμα βλέπει ποιες είναι οι εισροές σε κάθε περιοχή αρμοδιότητας της ΔΕΥΑ.
Μέσα στα όρια της συγκεκριμένης ΔΕΥΑ, αυτή η πλατφόρμα βλέπει ποιες είναι οι εισροές από πλευράς βροχοπτώσεων, ταμίευσης υδάτων, φραγμάτων, γεωτρήσεων κ.λπ. Από την άλλη μεριά μπορεί να δει, με σενάρια ευμενή, μέτρια και δυσμενή, ποιες είναι οι εκροές και ποιες είναι οι ανάγκες πρόβλεψης ενός, τριών, πέντε και δέκα ετών. Άρα βλέπει ποιο είναι το έλλειμμα και μπορεί να προτείνει λύσεις με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης: τι έργα πρέπει να γίνουν, σε ποιον βαθμό και σε ποιο μέγεθος, ώστε να εξασφαλιστεί η επάρκεια.
Ποιες είναι οι άμεσες προτεραιότητες για την επόμενη πενταετία, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα γενικευμένης λειψυδρίας ακόμη και σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αττική;

Shutterstock
Κατ’ αρχάς, το έχουμε πει και άλλη φορά: κάτι που μπορούμε να ξεκινήσουμε από σήμερα — αν δεν το έχουμε ήδη ξεκινήσε ι— είναι η υδατική οικονομία, οικιακή και ατομική. Είναι ένα μέτρο αδάπανο, άμεσο, και εξαρτάται από εμάς τους ίδιους. Πρέπει να προσέχουμε όπως πρόσεχαν οι μεγαλύτεροι — και από μένα ακόμη — στη δεκαετία του ’90 στην Αθήνα, όταν υπήρχε το πολύ μεγάλο πρόβλημα πριν γίνουν τα μεγάλα έργα με τον Μόρνο και τον Εύηνο. Τότε υπήρχε μόνο η Υλίκη και ο Μαραθώνας που έδιναν νερό και οι εφημερίδες είχαν φτάσει καθημερινά να αναγράφουν, δίπλα στην ημερομηνία και στην ώρα ανατολής και δύσης, πόσα εκατομμύρια κυβικά ήταν τα αποθέματα νερού που είχε η Αττική. Το παρακολουθούσα σε καθημερινή βάση και ενημέρωνα τους αναγνώστες. Οπότε το πρώτο είναι αυτό. Θα πρέπει εμείς οι ίδιοι και τα παιδιά μας — όπως έχουμε περάσει τη φιλοσοφία της ανακύκλωσης — να περάσουμε και τη φιλοσοφία της υδατικής οικονομίας.
Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να μετρήσουμε τι είναι αυτό που καταναλώνουν οι τουρίστες. Το υδατικό αποτύπωμα των τουριστών δεν το ξέρουμε. Συζητούσαμε πρόσφατα και με ανθρώπους της ΕΥΔΑΠ. Ούτε για την Αθήνα ήταν γνωστό. Αυτά τα εκατομμύρια των τουριστών πόσο νερό ξοδεύουν; Ξέρουμε; Δεν το ξέρουμε. Πόσο ξοδεύουν στα Airbnb, στα ξενοδοχεία κ.λπ.; Για να λύσουμε ένα πρόβλημα — οικονομικό ή οποιοδήποτε άλλο — πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε το μέγεθός του. Αν δεν ξέρουμε πόσο είναι το πρόβλημα και τι μέγεθος έχει, πώς θα το λύσουμε; Άρα πρέπει να υπολογίσουμε το υδατικό αποτύπωμα των τουριστών, δηλαδή την ποσότητα του νερού που ξοδεύουν όταν έρχονται στη χώρα μας, ώστε ανάλογα να κάνουμε τους υπολογισμούς μας.
Εξάλλου, χρειάζεται σχεδιασμός έργων, περιορισμός των διαρροών — έχουμε τεράστιες απώλειες — και οπωσδήποτε τοποθέτηση νέων διατάξεων διανομής και μεταφοράς του ύδατος. Είναι δύσκολο, χρονοβόρο και κοστοβόρο. Πρέπει, όμως, να γίνει. Αν δεν ξεκινήσουμε κάποτε, δεν θα γίνει ποτέ. Τα πρώτα δύο, πάντως, που σας ανέφερα — η οικιακή υδατική οικονομία και ο υπολογισμός του υδατικού αποτυπώματος — πρέπει να γίνουν άμεσα. Από εκεί και μετά σχεδιάζουμε τα μικρότερα και μεγαλύτερα έργα, επιφανειακά και υπόγεια, και προχωράμε.
* Ο Δημήτρης Εμμανουλούδης είναι καθηγητής Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων και διευθυντής του Εργαστηρίου Ανάλυσης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) και επικεφαλής Έδρας της UNESCΟ.
