Εν μέσω του θρίλερ της διαπραγμάτευσης και με την εκεχειρία να έχει λάβει πλέον παράταση, ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Αθανάσιος Μποζίνης μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για το «game theory» που εφαρμόζει το Ιράν και εξηγεί γιατί η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πιέζεται χρονικά για συμφωνία. Η νέα στρατηγική σκακιέρα που στήνεται στη σκιά του πολέμου. Οι δύσκολες αποφάσεις που περιμένουν την Ευρώπη. Η εξίσωση ισχύος μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας και πώς επηρεάζεται η Ελλάδα.
Το καλό και το κακό σενάριο εν όψει στη Μέση Ανατολή καταγράφει ο κ. Μποζίνης, διακρίνοντας πρωτοφανή αδιαλλαξία του Ιράν όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο αποτελεί και το βασικό αγκάθι, και τακτική καθυστερήσεων εκ μέρους της Τεχεράνης τη στιγμή ακριβώς που ο Ντόναλντ Τραμπ πιέζεται χρονικά για συμφωνία, καθώς στις 27 Απριλίου εκπνέει η δίμηνη περίοδος εντός της οποίας ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να αναλάβει στρατιωτική δράση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Στηλιτεύοντας την απουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μία κρίσιμη διαπραγματευτική διαδικασία όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δύναμη εξισορρόπησης, ο Αθανάσιος Μποζίνης μιλά παράλληλα για τις στρατηγικές ισορροπίες του αύριο που βρίσκονται υπό διαμόρφωση και θα «κλειδώσουν» με τη λήξη του πολέμου στο Ιράν και ακόλουθα του πολέμου στην Ουκρανία - σε μία διαπραγμάτευση κατά την οποία το Κίεβο και η ΕΕ δεν πρόκειται να είναι τα ευνοούμενα μέρη.
Ο κ. Μποζίνης μιλά για τις προθέσεις Τραμπ όσον αφορά το ρόλο και την παρουσία των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και για το ευρωπαϊκό στοίχημα της οικοδόμησης μίας «ομπρέλας» άμυνας και ασφάλειας, χαρακτηρίζοντας επίσης πρόωρη την όποια συζήτηση περί συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή Άμυνα. Εξηγεί γιατί εκτιμά ότι αυτή τη στιγμή η Άγκυρα έχει στρατηγικά υποβαθμισμένο ρόλο και πώς θα προσκρούσει στο Ισραήλ επιδιώκοντας να ισχυροποιηθεί σε περιφερειακό επίπεδο.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Μποζίνη, παράταση δόθηκε τελικά εκ μέρους του Ντόναλντ Τραμπ στην εκεχειρία αφότου αναβλήθηκε μέχρι νεοτέρας η επίσκεψη του αντιπροέδρου Βανς στο Ισλαμαπάντ λόγω της άρνησης της Τεχεράνης να παραστεί στις συνομιλίες. Ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό σενάριο για τη συνέχεια;
Το καλό σενάριο είναι να καταλήξουν οι δύο πλευρές σε μία συνθήκη που θα διευθετεί τις βασικές πτυχές της σύγκρουσης έως την 27η Απριλίου -όταν και λήγει η περίοδος των δύο μηνών εντός των οποίων ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να αναλάβει στρατιωτική δράση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου- έτσι ώστε ο Τραμπ να ανακηρύξει νίκη και ότι δεν υφίσταται πλέον η πυρηνική απειλή του Ιράν και να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ.
Το κακό σενάριο είναι να μην υπάρξει συμφωνία -ήτοι να συνεχίσει η Τεχεράνη να παίζει καθυστερήσεις γνωρίζοντας τα χρονικά όρια του Τραμπ- και είτε να οδηγηθούμε ξανά σε κλιμάκωση, είτε να αφήσει ο Τραμπ το Ισραήλ να συνεχίσει τη «δουλειά», είτε και να επανέλθουν οι Ηνωμένες Πολιτείες έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα.
Ο χρονικός παράγοντας της 27ης Απριλίου σημαίνει ότι ο Τραμπ πιέζεται για λύση. Το Ιράν το γνωρίζει αυτό και στην ουσία «παγώνει» τις διαπραγματεύσεις. Άρα, η μπάλα αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο γήπεδο των Ηνωμένων Πολιτειών: είτε δηλώνουν «νίκη» και αποχωρούν, είτε -εντός αυτού του χρονικού πλαισίου των επόμενων πέντε ημερών από σήμερα- προχωρούν σε πολύ σκληρούς βομβαρδισμούς κατά ενεργειακών υποδομών και πλήθους στόχων, και κατόπιν αποχωρούν έχοντας γυρίσει πολλά χρόνια πίσω την οικονομία του Ιράν.
Ορατός συνεπώς ο κίνδυνος επιστροφής σε στρατιωτική κλιμάκωση
Πάντα υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Λειτουργεί ως διαπραγματευτικό «χαρτί», ως μοχλός πίεσης στις διαπραγματεύσεις ακόμη και η παρουσία πεζοναυτών μόνο και μόνο για το «θεαθήναι» σε νησιά που ανήκουν στο Ιράν. Αυτό θεωρώ ότι είναι «χαρτί» που θα παίξει ο Τραμπ - είτε σε επίπεδο δηλώσεων είτε στην πράξη, όπως συνέβη με το ρεσάλτο στο ιρανικό πλοίο στα Στενά του Ορμούζ, θέλοντας να δείξει προς την παγκόσμια κοινότητα ότι τίποτα δεν παραβιάζει τον ναυτικό αποκλεισμό.
Πώς «διαβάζετε» τη στάση της ιρανικής πλευράς; Και προς τι μας προδιαθέτει;
Βλέπω ένα Ιράν που παίζει ένα σκληρό «game theory», εφαρμόζει μία θεωρία παιγνίων επιδιώκοντας στην ουσία να δείξει ότι παρά την επίθεση που δέχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, δεν υποτάσσεται και θα συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Δεν γνωρίζουμε όμως πώς θα κινηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ και πώς θα εντείνει την πίεση. Μέσα σε λίγες ημέρες μπορούν να συμβούν πολλά ή και τίποτα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση δεδομένου ότι θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ θα προσπαθήσει να φύγει ως νικητής, κάτι που σημαίνει ότι θα εντείνει την πίεση για μια συμφωνία.
Για πρώτη φορά βλέπω πάντως ένα Ιράν που διαπραγματεύεται τόσο σκληρά όσον αφορά το πυρηνικό του πρόγραμμα. Θα μπορούσε κάλλιστα στα πλαίσια άλλων καταστάσεων να κάνει μία υποχώρηση και να κερδίσει κάποια ανταλλάγματα. Όπως ισχύει σε κάθε διαπραγμάτευση, δεν μπορείς να κερδίσεις τα πάντα - κάτι κερδίζεις και κάτι αφήνεις. Παρόλα αυτά στο πυρηνικό πρόγραμμα δεν φαίνεται διατεθειμένο να υποχωρήσει.
Εδώ όμως υπάρχει ένας κρίσιμος παράγοντας: το Ισραήλ. Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ θα συνεχίσει να θεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μόνιμη απειλή. Αν δεν επιτεθεί τώρα, θα επιτεθεί σε λίγα χρόνια.
Και το ακραίο σενάριο, και κάτι που απευχόμαστε όλοι, είναι μία πυρηνική επίθεση στο Ιράν. Διότι πιθανότατα μόνο με αυτό το τρόπο θα μπορέσει να «γονατίσει». Οφείλουμε, σε επίπεδο στρατηγικής πρόβλεψης, να εξετάζουμε όλα τα σενάρια - και τα καλά και τα κακά. Και το πιο ακραίο είναι αυτό: η χρήση πυρηνικών, εφόσον δεν υπάρξει άλλη λύση και καμία πλευρά δεν ρισκάρει επέμβαση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είτε τώρα είτε αργότερα, το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Διακρίνετε ότι θα υπάρξει εν τέλει συμβιβασμός για το πυρηνικό πρόγραμμα;
Το Ιράν αυτή τη στιγμή δείχνει να παραμένει αδιάλλακτο όσον αφορά το πυρηνικό του πρόγραμμα. Διότι το μεγάλο αγκάθι αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε το οπλοστάσιο του Ιράν, ούτε το ζήτημα αλλαγής καθεστώτος δεδομένου ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει «βαφτίσει» αλλαγή καθεστώς ότι ανέλαβε νέα ηγεσία, αλλά το πυρηνικό πρόγραμμα.
Και όχι μόνο το να σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και η μεταφορά των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου εντός Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό τουλάχιστον έχει ακουστεί ότι είναι η πρόταση. Θα μπορούσε ωστόσο να μεταφερθεί στη Ρωσία· να επέμβει η Ρωσία ως εγγυήτρια για τη μεταφορά του ουρανίου στο έδαφός της δίχως να υπάρχει κανένας κίνδυνος απώλειας ραδιενέργειας. Ή και να βρίσκεται το ουράνιο υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης, είτε μέσω της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας είτε και με τον έλεγχο τρίτων μερών, περιλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα εμπλουτιστεί σε υψηλότερο βαθμό.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικό πρόβλημα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα αυτή τη στιγμή και όχι τα Στενά του Ορμούζ. Αυτά αποτελούν περισσότερο ένα στρατηγικό εργαλείο πίεσης της μίας και της άλλης πλευράς ώστε να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το πραγματικό ζήτημα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα, στο οποίο το Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση υπαναχώρησης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προτείνει ακόμη και χρηματοδότηση ύψους 20 δισ. δολαρίων, προκειμένου το Ιράν να αναπτύξει ένα πολιτικό πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας με αμερικανική παρουσία και συνδρομή. Το Ιράν έχει αρνηθεί. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ενεργειακό εταίρο και αντιμετωπίζει τον Ντόναλντ Τραμπ ως μη αξιόπιστο συνομιλητή αποδίδοντάς του χαρακτηρισμούς ότι είναι «τρομοκράτης».
Είναι εμφανές λοιπόν ότι σε ένα μεγάλο βαθμό το πρόβλημα εδώ είναι ότι λείπει η «σωστή» χώρα, ο σωστός ενδιάμεσος δρων που θα λειτουργήσει «πυροσβεστικά», απορροφώντας τους κραδασμούς και την πίεση των διαπραγματεύσεων και παρέχοντας τις απαραίτητες εγγυήσεις. Εξ ου και προσωπικά με λυπεί πάρα πολύ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απούσα, καθώς ως ήπια δύναμη θα μπορούσε να συνδράμει στην ειρήνευση. Η απουσία αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ενδυνάμωση σε στρατηγικό επίπεδο τόσο της Ρωσίας, όσο και της Κίνας.
Όσον αφορά τα Στενά του Ορμούζ, θα επανέλθουμε σε καθεστώς που να εγγυάται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, και πότε;
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων δεν γνωρίζουμε τι «χαρτί» θα κρατήσει ο Ντόναλντ Τραμπ - εάν θέλει να «σφίξει» ακόμα περισσότερο τις διαπραγματεύσεις ή να χαλαρώσει την πίεση. Έχει κάνει δηλώσεις περί της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και ότι θα τον ευχαριστεί η Κίνα, στέλνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο μήνυμα στην Κίνα -η οποία και απορροφά περίπου το 80 με 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου- ώστε να πιέσει το καθεστώς της Τεχεράνης να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων,
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την Κίνα ως μοχλό πίεσης προς το Ιράν. Από την άλλη, έχει και στρατιωτικά εργαλεία πίεσης, όπως η επέμβαση πεζοναυτών ή και ο βομβαρδισμός της νήσου Χαργκ, κάτι που θα είχε τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις.
«Ανοίγοντας» τη γεωπολιτική εικόνα, εν μέσω της ευρύτερης έντασης που έχει πυροδοτήσει ο πόλεμος στο Ιράν, η Τουρκία βάζει πλέον συστηματικά στο στόχαστρο το σχήμα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, επιδιώκοντας την αποδυνάμωσή του προς ενίσχυση του δικού της περιφερειακού ρόλου. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τίθεται πιο δυναμικά το ζήτημα ενδεχόμενης αναστολής της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ, με πρωτοβουλία της Ισπανίας. Υπάρχουν κάποιες αλληλοτροφοδοτούμενες δυναμικές που να καταλήγουν στην ευρωπαϊκή Άμυνα ευνοώντας ίσως τα τουρκικά συμφέροντα;
Εκτιμώ ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή έχει στρατηγικά υποβαθμισμένο ρόλο, διότι δεν κατάφερε να αποδείξει ως περιφερειακή δύναμη ότι μπορεί να επηρεάσει διπλωματικά τις εξελίξεις, ούτε στο ρωσο-ουκρανικό ούτε στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, στοχοποιεί άμεσα το Ισραήλ αλλά και όσες χώρες διατηρούν στρατηγική συνεργασία μαζί του. Ακολουθεί, δηλαδή, τη λογική «ο φίλος του εχθρού μου είναι εχθρός μου». Προσπαθεί να αναβαθμίσει τη θέση της στην κοινή γνώμη η κυβέρνηση Ερντογάν, παρουσιάζοντας τη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ως δημιουργία ενός επιθετικού μετώπου κατά της Τουρκίας.
Τώρα, θεωρώ ότι το ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να είναι το αν και με ποιον τρόπο θα ενταχθεί η Τουρκία σε οποιοδήποτε πρόγραμμα επανεξοπλισμού. Αντίθετα, πρέπει να υπάρξει συντονισμός αποφάσεων για τη στρατηγική ενίσχυση της Ένωσης. Η ΕΕ στο ζήτημα του Ιράν και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή έχει λειτουργήσει καθαρά ως παρατηρητής. Ο Ντόναλντ Τραμπ αυτό το «κρατάει» και έχει δηλώσει επανειλημμένα -και αναμένεται να το επαναλάβει- ότι μετά το τέλος του πολέμου, όποια έκβαση και αν έχει, θα επαναφέρει στο τραπέζι τον ρόλο και την παρουσία των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.
Αυτό ανοίγει ένα μεγάλο πεδίο και η ΕΕ θα πρέπει να δει πώς θα δημιουργήσει μια συνολική «ομπρέλα» άμυνας και ασφάλειας, απέναντι σε ένα ευρύ φάσμα απειλών και κινδύνων: όχι μόνο στρατιωτικών, αλλά και ενεργειακών, οικονομικών, μεταναστευτικών, περιβαλλοντικών, κλιματικών και υγειονομικών.
Συνεπώς, είναι ακόμη πολύ νωρίς να μιλάμε για το εάν και πώς θα μπορούσε να ενταχθεί η Τουρκία στην ευρωπαϊκή Άμυνα, από τη στιγμή που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ένα ενιαίο στρατηγικό δόγμα ούτε έχει επιτύχει στρατηγική απεξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την επαύριο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κληθεί να λάβει αποφάσεις και για το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, όπου εκεί σίγουρα ούτε η Ουκρανία ούτε και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι τα ευνοούμενα μέρη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο Τραμπ δεν μπορεί μεν επίσημα να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ λόγω Κογκρέσου, θα μπορούσε όμως να αναδιατάξει τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα επιχειρούσε η Τουρκία, λόγω και του μεγέθους του στρατού της, να εκμεταλλευτεί μία τέτοια εξέλιξη για να ενισχύσει το ρόλο της; Είναι αυτό κάτι που θα πρέπει να μας ανησυχεί;
Δεν μπορεί να ισχυροποιήσει η Τουρκία τον ρόλο της σε περιφερειακό επίπεδο. Διότι πολύ απλά υπάρχει ένας νέος «σερίφης» στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που λέγεται Ισραήλ. Αυτή τη στιγμή το Ισραήλ έχει ανοιχτά μέτωπα τόσο με το Ιράν όσο και στον Λίβανο. Φανταστείτε όμως ένα Ισραήλ που θα έχει τελειώσει με οποιονδήποτε τρόπο με τις απειλές του Ιράν και της Χεζμπολάχ και στη συνέχεια θα κληθεί να διαχειριστεί την απειλή της Τουρκίας.
Είναι πολύ σημαντικό αυτό: σε καμία περίπτωση η Τουρκία δεν μπορεί να παίξει ουσιαστικό περιφερειακό ρόλο, ακόμη και με τον στρατό της, από τη στιγμή που δεν είναι αποδεκτή σε στρατηγικό επίπεδο. Δεν μπόρεσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ούτε μπροστά στην αποδυνάμωση του ισχυρού συμμάχου της, Ιράν. Δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ισχυρός διαπραγματευτής όταν σε κρίσιμες στιγμές προβάλλονται άλλοι δρώντες -όπως, για παράδειγμα, το Πακιστάν τώρα με το Ιράν- και όχι η ίδια, γεγονός που υποβαθμίζει τον ρόλο της και ως πολιτικής δύναμης.
Εκτιμώ επίσης ότι, παρά τη σκληρή ρητορική που έχει υιοθετήσει και τις απειλές που έχει εκτοξεύσει αλλά πολλές φορές μετά έχει διαψεύσει, η Τουρκία θα το σκεφτεί πάρα πολύ να προχωρήσει σε ουσιαστική επιθετική στάση και ρητορική απέναντι στο Ισραήλ, ειδικά αφότου τελειώσει ο πόλεμος, όταν το Ισραήλ θα είναι έτοιμο για οποιαδήποτε σύγκρουση. Και ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για πυρηνική δύναμη.
Πώς επιδρά στη γενική εικόνα η επαναφορά της συζήτησης για αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ; Εκ μέρους της Ισπανίας θα τεθεί προσεχώς και σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Βλέπουμε και άλλες κινήσεις, όπως η αναστολή της αυτόματης ανανέωσης της αμυντικής συμφωνίας Ιταλίας-Ισραήλ, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν στενές σχέσεις με την Τουρκία.
Όλα αυτά είναι αποτελέσματα της νέας στρατηγικής σκακιέρας που στήνεται μετά τους δύο περιφερειακούς πολέμους και ττων αλλαγών στις ισορροπίες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε κράτος θα προσπαθήσει να δει ποιες είναι οι νέες στρατηγικές ισορροπίες ισχύος, ώστε να διαμορφώσει νέους συμμάχους και νέους εχθρούς. Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε πού θα καταλήξουν αυτές οι διεργασίες.
Μετά το τέλος του πολέμου στη Μέση Ανατολή, όλοι περιμένουν να δουν πώς θα διαμορφωθεί η κατάσταση και ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την άποψή μου, η ΕΕ -πολύ κακώς- δεν έχει καταφέρει να διαδραματίσει έστω και διαπραγματευτικό ρόλο σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ισχυρή η παρουσία της.
Το κρίσιμο είναι να φανεί ποια θα είναι η στάση και η θέση της ΕΕ την επόμενη μέρα, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε επίπεδο συντονισμού και ισορροπιών μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Προς το παρόν, είναι νωρίς και πολλές τοποθετήσεις μπορεί να αλλάξουν ανάλογα με τις εξελίξεις. Θα υπάρξουν αναμφισβήτητα νέες ζυμώσεις, τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων μετά το τέλος του πολέμου στο Ιράν. Ζυμώσεις για το ποιος θα είναι ο ρόλος της ΕΕ και ποιες θα είναι οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ αλλά και τη Ρωσία.
Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίσει για οποιοδήποτε λόγο μία μη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, αν βρίσκεται απέναντι από τη Ρωσία και ταυτόχρονα σε μία κατάσταση κρίσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει αυτοματοποιημένα κίνδυνος πολιτικής και στρατηγικής απομόνωσης. Σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να αναζητήσει νέες συμμαχίες. Με ποιους; Με την Κίνα; Ποιες θα είναι οι νέες συμμαχίες σε περιφερειακό επίπεδο μεταξύ ισχυρών κρατών; Εδώ τίθεται ένα βασικό ζήτημα: ποιοι θα είναι οι νέοι σύμμαχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Οι ΗΠΑ μέχρι να αλλάξει ο Τραμπ; Η Ρωσία μέχρι να αλλάξει τον Πούτιν; Το Ισραήλ μέχρι να αλλάξει τον Νετανιάχου;
Μιλάμε για μία Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν έχει ισχυρή στρατηγική παρουσία ούτε στο Ουκρανικό, όπου μπορεί να επίκεινται ζητήματα αλλαγής συνόρων και Διεθνούς Δικαίου, ούτε στη Μέση Ανατολή, όπου δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της ελεύθερης ναυσιπλοΐας όταν θίγονται τα οικονομικά και ενεργειακά της συμφέροντα. Ποια θα είναι η θέση της;...
* Ο Δρ. Αθανάσιος Η. Μποζίνης είναι διεθνολόγος-οικονομολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και εξειδικευμένος σε θέματα Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων και Παγκόσμιας Ασφάλειας-Υβριδικών Απειλών
