Κατά τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα, Ευρωπαίοι κυρίως της Δύσης είχαν σκορπιστεί. Ήταν μια μόδα της εποχής. Να ταξιδεύουν σε διάφορες γωνιές της ηπείρου, κυρίως αυτές που φημίζονταν για την αίγλη των αρχαίων τους πολιτισμών, να κρατούν ημερολόγιο και ενίοτε να παίρνουν μαζί τους και κανένα σουβενίρ. Όχι, όμως, ένα σουβενίρ όπως τα συνηθισμένα.
Η ελίτ της Ευρώπης, η οποία είχε την δυνατότητα να ταξιδεύει συνεχώς, είχε πιο ακριβά γούστα. Τότε, ήταν η περίοδος της λεγόμενης «Grand Tour», της «Μεγάλης Περιοδείας». Οι πλούσιοι νεαροί αριστοκράτες της Δυτικής Ευρώπης (κυρίως Βρετανοί και Γάλλοι) θεωρούσαν απαραίτητο να ταξιδέψουν στην Ιταλία και την Ελλάδα για να μελετήσουν τα κλασικά ερείπια από κοντά.
Η τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα, ήταν ήδη ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς. Με την γέννηση της επιστήμης της αρχαιολογίας, η οποία έκανε τα πρώτα της βήματα τότε στον χώρο των επιστημών, όλο και περισσότεροι ξεκίνησαν να ασχολούνται με τον αρχαίο κόσμο της Μεσογείου και να επιθυμούν να ξεκινήσουν έρευνες και ανασκαφές, προκειμένου να ανακαλύψουν αρχαίους θησαυρούς.
Ένας τέτοιος αρχαιολογικός θησαυρός, βρέθηκε και – όπως και τόσοι άλλοι – αποσπάστηκε από τον τόπο του.
Λίγο μόλις καιρό πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, στο νησί της Μήλου, οι κάτοικοι βρίσκονταν μακριά από τον σκληρό έλεγχο των Οθωμανών. Έμποροι, ταξιδιώτες και ναυτικοί περνούσαν από το νησί. Παρόλα αυτά, μαστιζόταν από την φτώχια.
Ήταν Απρίλιος του 1820. Στο χωριό Κλήμα της Μήλου, ένας αγρότης, ο Θεόδωρος ή ο Γιώργος Κεντρωτάς, έσκαβε στο χωράφι του. Καθώς έσκαβε, έκανε μια ανακάλυψη. Μέσα από το χώμα, ξεπρόβαλε το κεφάλι ενός αγάλματος.
Λέγεται, ότι εκεί κοντά, κυκλοφορούσαν κάποιοι Γάλλοι. Ναύτες από ένα πολεμικό πλοίο που είχε κάνει στάση στο λιμάνι της Μήλου και έψαχναν για αρχαιότητες. Ο ανώτερός τους, ο νεαρός αξιωματικός του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού Ολιβιέ Βουτιέ, όταν είδε το εύρημα του αγρότη, πίστεψε ότι μάλλον επρόκειτο για κάτι σπουδαίο. Σε αυτό είχε δίκιο.
Ο Κεντρωτάς, ήταν ένας απλός αγρότης της εποχής. Δεν μπορούσε να καταλάβει την σημασία του. Οι Γάλλοι, όμως, είπαν ότι ήθελαν να τον βοηθήσουν, οπότε αυτό που βρήκε πρέπει να είχε κάποια αξία. Έσκαψαν μαζί του. Το άγαλμα ήταν διαμελισμένο. Βρήκαν κι άλλα κομμάτια του, από τον κορμό και τα πόδια του. Για να καταλάβουν ακριβώς με τι είχαν να κάνουν, προσπάθησαν να τα ενώσουν.
Από την ένωση των θραυσμάτων του, το άγαλμα «στάθηκε» μπροστά τους σαν αποκάλυψη. Ήταν μια ημίγυμνη γυναίκα από μάρμαρο. Οι Γάλλοι, αφού πλέον ήταν σίγουροι ότι επρόκειτο για ένα αρχαίο ελληνικό άγαλμα που με λίγη φροντίδα θα αποδεικνυόταν πολύτιμο, άρχισαν να προσφέρουν στον Κεντρωτά διάφορα χρηματικά ποσά, ώστε να τους το δώσει.
Ο αγρότης είχε αντιληφθεί πλέον ότι είχε στην κατοχή του κάτι μεγάλης αξίας και άρχισε να κάνει παζάρια. Ο νεαρός αξιωματικός, ο Βουτιέ, απευθύνθηκε τότε στον υποπρόξενο της Γαλλίας στην Μήλο. Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Κεντρωτά, των Γάλλων, αλλά και της Υψηλής Πύλης (όπως αναφερόταν τότε η κεντρική κυβέρνηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) στην Κωνσταντινούπολη, οι Γάλλοι έδωσαν 400 γρόσια για το άγαλμα.
Το έτος 1821, με ένα ποσό που χοντρικά σήμερα θα αντιστοιχούσε σε 1.000 ευρώ (τζάμπα δηλαδή, ειδικά για το αρχαίο άγαλμα στο οποίο αναφερόμαστε), οι Γάλλοι πήραν το γλυπτό, το έβαλαν σε ένα πλοίο και το έστειλαν στην Γαλλία. Εκεί, παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ’, ο οποίος το δώρισε στο Μουσείο του Λούβρου. Όπου και συνεχίζει να βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Λόγω του ότι το γλυπτό βρέθηκε χωρίς χέρια, ήταν δύσκολο να ταυτιστεί με κάποια συγκεκριμένη θεότητα. Συνήθως τα αρχαία αγάλματα, κρατούσαν κάποιο αντικείμενο το οποίο υποδείκνυε το πρόσωπο που απεικόνιζαν. Υπάρχει η φήμη, ότι ένα μαρμάρινο χέρι βρέθηκε κοντά στο άγαλμα. Αυτό το χέρι κρατούσε ένα μήλο. Σύμβολο της θεάς του έρωτα, της Αφροδίτης.
Άγνωστο τι απέγινε και αυτό το ένα χέρι. Πιθανότατα χάθηκε, είτε κατά την μεταφορά του στο πλοίο είτε κατά το ταξίδι προς την Γαλλία. Το άγαλμα έφτασε, όμως, μελετήθηκε και μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα διασημότερα και σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα.
Αποτελεί ένα γλυπτό από μάρμαρο της Πάρου, ύψους περίπου 2 μέτρων. Απεικονίζει μια όμορφη γυναίκα, της οποίας το ιμάτιο (κομμάτι ύφασμα) έχει πέσει στους γοφούς της, αποκαλύπτοντας τον γυμνό κορμό της. Σμιλεύτηκε κατά την Ελληνιστική εποχή, περίπου το 150-100 π.Χ., από έναν καλλιτέχνη που δεν έχει ακόμα ταυτιστεί με σιγουριά (υπάρχουν αρκετές υποθέσεις).
Αποτελεί πρότυπο κλασικής αρχαίας ελληνικής ομορφιάς, έμπνευση αμέτρητων καλλιτεχνών και θαυμαστό έργο και παράδειγμα της ελληνιστικής τέχνης. Δεν είναι άλλο, από την Αφροδίτη της Μήλου.
Βιβλιογραφία:
