Επί δύο μήνες, ο Ντόναλντ Τραμπ επεδίωκε μια συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τη σταθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Και η συμφωνία που υπεγράφη θα έπρεπε να επιτυγχάνει ακριβώς αυτό.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Axios, η συμφωνία απέχει σημαντικά από τους φιλόδοξους στόχους που είχε θέσει αρχικά ο Αμερικανός πρόεδρος.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, ο Τραμπ ζητούσε την πλήρη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, τον τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, την εγκατάλειψη των βαλλιστικών πυραύλων και της χρηματοδότησης των περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης.
Τελικά, η συμφωνία προβλέπει άρση των κυρώσεων που αφορούν τις εξαγωγές πετρελαίου, επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, ενώ οι δύο πλευρές έχουν προθεσμία 60 ημερών για να καταλήξουν σε οριστική πυρηνική συμφωνία.
Εάν το Ιράν αποδεχθεί περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα και μειώσει τα αποθέματα πυρηνικού υλικού, θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη άρση των κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων και νέες επενδύσεις. Ωστόσο, ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι ενδέχεται να μην υπάρξει ποτέ τελική συμφωνία, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν.
Η συμφωνία προκάλεσε αντιδράσεις στις ΗΠΑ. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ τελικά τη στήριξε, ενώ ο Μπιλ Κάσιντι τη χαρακτήρισε «το χειρότερο λάθος εξωτερικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες». Ο Τραμπ, από την πλευρά του, επιτέθηκε στα «γεράκια» που ζητούσαν συνέχιση των βομβαρδισμών, υποστηρίζοντας ότι στόχος του ήταν να αποτραπεί μια παγκόσμια οικονομική κρίση.
Το μνημόνιο προβλέπει επίσης σχέδιο για ταμείο 300 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση του Ιράν, χωρίς όμως αμερικανική χρηματοδότηση, ενώ επιτρέπει στην Τεχεράνη να συνεχίσει τις εξαγωγές πετρελαίου όσο διαρκούν οι διαπραγματεύσεις. Δεν περιλαμβάνει, ωστόσο, δεσμεύσεις για τους βαλλιστικούς πυραύλους ή τη στήριξη ένοπλων οργανώσεων, παρά το γεγονός ότι αυτά αποτελούσαν πάγια αιτήματα του Τραμπ.
Παρά τη συμφωνία, η δυσπιστία παραμένει έντονη. Οι συνομιλίες της Παρασκευής στην Ελβετία θεωρούνται κρίσιμες για να διαπιστωθεί αν η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις. Ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης, μεταξύ αυτών και ο επικεφαλής της CIA, εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για τις προθέσεις του Ιράν, προειδοποιώντας ότι εάν διαπιστωθεί πως απλώς κερδίζει χρόνο, η Ουάσιγκτον θα αντιδράσει αποφασιστικά.
