Η πρώτη αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μετά από τρία χρόνια θα ακριβύνει τη δόση χιλιάδων δανειοληπτών στην Ελλάδα, αλλά όχι από αύριο. Δηλαδή θα ενισχύσει τα έσοδα των τραπεζών από τόκους, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι αγορές ήδη «κοιτούν» μπροστά, αναρωτώμενες αν και πότε έρθουν νέες αυξήσεις.
Υπενθυμίζεται πως η ΕΚΤ ανακοίνωσε αύξηση των βασικών της επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, επικαλούμενη τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση από την έναρξή της, στις 28 Φεβρουαρίου.
Για τους Έλληνες δανειολήπτες, το πιο άμεσο «κανάλι μετάδοσης» της απόφαση της ΕΚΤ είναι το Euribor — το επιτόκιο με το οποίο οι ευρωπαϊκές τράπεζες δανείζονται μεταξύ τους στη διατραπεζική αγορά.
Υπολογίζεται καθημερινά για τέσσερις χρονικές περιόδους (1, 3, 6 και 12 μήνες) και αποτελεί τη βάση υπολογισμού για χιλιάδες δανειακές συμβάσεις.
Το Euribor δεν κινείται μόνο με τις επίσημες αποφάσεις της ΕΚΤ. Επηρεάζεται από το deposit facility rate, τις προσδοκίες για μελλοντικές κινήσεις επιτοκίων και τις συνθήκες ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.
Στην πράξη, οι αγορές έχουν ήδη «τιμολογήσει» τη σημερινή απόφαση εδώ και εβδομάδες, κάτι που σημαίνει ότι μέρος της επιβάρυνσης έχει αρχίσει να εμφανίζεται στις αναπροσαρμογές δανείων πριν καν η Φρανκφούρτη προχωρήσει στις επίσημες ανακοινώσεις της Πέμπτης.
Τι αλλάζει για τις δόσεις
Στα περισσότερα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, το τελικό επιτόκιο ισούται με το Euribor συν ένα σταθερό περιθώριο (spread). Για παράδειγμα, δάνειο με spread 2,5% και Euribor 3% έχει τελικό επιτόκιο 5,5%.
Όταν η ΕΚΤ ανεβάζει επιτόκια, το Euribor ακολουθεί και η μηνιαία δόση αυξάνεται. Ωστόσο, η μεταβολή δεν εφαρμόζεται αυτόματα: εξαρτάται από τον κύκλο αναπροσαρμογής που προβλέπει κάθε σύμβαση — τρίμηνο, εξάμηνο ή δωδεκάμηνο Euribor. Οι περισσότεροι δανειολήπτες θα δουν την αλλαγή στην επόμενη ετήσια ή εξαμηνιαία αναθεώρηση.
Για παράδειγμα: σε δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου ύψους 100.000 ευρώ με εναπομένουσα διάρκεια 20 ετών, μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης επιβαρύνει τη μηνιαία δόση κατά 12-15 ευρώ.
Όσοι έχουν σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται μέχρι τη λήξη της περιόδου σταθερότητας.
Η θετική επίδραση στα έσοδα των τραπεζών
Για τις τράπεζες, η αύξηση των επιτοκίων έχει συνήθως θετικό αντίκτυπο στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), δηλαδή στη διαφορά μεταξύ των τόκων που εισπράττουν από δάνεια και αυτών που καταβάλλουν για καταθέσεις και άλλες πηγές χρηματοδότησης.
Ο λόγος είναι ότι τα επιτόκια των δανείων αναπροσαρμόζονται ταχύτερα από το κόστος των καταθέσεων, ενισχύοντας τα περιθώρια κέρδους.
Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις των διοικήσεων των ελληνικών τραπεζών, μία αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης αναμένεται να προσθέσει:
- Eurobank: +35 εκατ. ευρώ στα NII
- Εθνική Τράπεζα: +40 εκατ. ευρώ
- Τράπεζα Πειραιώς: +40 εκατ. ευρώ
- Alpha Bank: +20 εκατ. ευρώ
- CrediaBank: +5 εκατ. ευρώ
- Optima Bank: +7,5 εκατ. ευρώ (καθώς η τράπεζα εκτιμά όφελος 3 εκατ. ευρώ ανά 10 μονάδες βάσης).
Η ζήτηση και η επόμενη μέρα
Το μεγάλο ερώτημα είναι η ζήτηση. Τα στελέχη των τραπεζών εμφανίζονταν καθησυχαστικά στις παρουσιάσεις αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου για την πιστωτική επέκταση στο σύνολο του 2026, με ορισμένα από αυτά να αναφέρουν ότι η πιστωτική επέκταση παρέμενε ισχυρή έως τα τέλη Απριλίου.
Όμως, όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, «τεστάρεται» περισσότερο το ενδιαφέρον νοικοκυριών και επιχειρήσεων και η ζήτηση για νέα δάνεια καθώς και η αντοχή για την εξυπηρέτηση των υφισταμένων δανείων.
Στα παραπάνω ας σημειωθεί πως η αύξηση των επιτοκίων της Πέμπτης δεν αναμένεται να είναι η τελευταία.
Το 44,3% των αναλυτών εκτιμά πως πιθανότητα θα γίνει μια ακόμα αύξηση -της τάξης των 25 μονάδων βάσης- μέχρι το τέλος Οκτωβρίου, ενώ το σενάριο δύο επιπλέον αυξήσεων των 25 μονάδων βάσης «τιμολογείται» στο 34%. Η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει την αβεβαιότητα για τον πληθωρισμό — και μαζί της, την ανησυχία ότι η ΕΚΤ μπορεί να χρειαστεί να αυξήσει περαιτέρω τα επιτοκία της.
