Όλοι γνωρίζουν τους θαυμαστούς καλλιτέχνες της Αναγέννησης. Κυρίως τους Ιταλούς, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν τους κύριους πρωτεργάτες των τεχνών και εκφραστές του ρεύματος της εποχής. Διασημότερος απ’ όλους, όμως, είναι αδιαμφισβήτητα ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Ανάμεσα στα πολλά απίστευτα έργα τέχνης που δημιούργησε, υπάρχουν κάποια που ξεχωρίζουν. Για την Μόνα Λίζα, που θεωρείται ίσως πλέον κάπως υπερεκτιμημένη, μπορεί να μιλήσουμε μια άλλη φορά. Εδώ, θα ασχοληθούμε με μια τοιχογραφία.
Το 1494, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ξεκίνησε να δουλεύει στο Μιλάνο. Ο Ludovico Sforza (Λουντοβίκο Σφόρτσα) ήταν ο πανίσχυρος Δούκας του Μιλάνο και ένας από τους πιο σημαντικούς ηγεμόνες, πολιτικούς και προστάτες των τεχνών της Ιταλικής Αναγέννησης. Εκείνος ήταν που παρήγγειλε από τον ντα Βίντσι να ζωγραφίσει τον Μυστικό Δείπνο.
Ο δούκας ήθελε να μετατρέψει το μοναστήρι Santa Maria delle Grazie (Παναγία της Χάριτος), σε οικογενειακό μαυσωλείο. Λόγω κάποιων γεγονότων, όμως, έχασε όλη την εξουσία και το έργο κατέληξε στους μοναχούς του μοναστηριού.
Η τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου είχε προγραμματιστεί να διακοσμεί την τραπεζαρία του μοναστηριού. Έτσι, στήθηκαν εκεί σκαλωσιές. Στην πιο πιστή πηγή που υπάρχει για τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες, τις «Ζωές» του βιογράφου καλλιτεχνών Τζόρτζιο Βασάρι, λέει ότι ο ντα Βίντσι ανέβαινε στις σκαλωσιές και ζωγράφιζε με παρουσία κοινού.
Ο χώρος ήταν ανοιχτός, οπότε πολλοί θα μπορούσαν να είχαν περάσει από εκεί για να δουν τον διάσημο ζωγράφο από κοντά και να παρατηρήσουν την εξέλιξη των εργασιών του.
Επιπλέον αναφέρεται μια μαρτυρία. Σύμφωνα με αυτήν, ο ντα Βίντσι κάποιες φορές πήγαινε στον χώρο από τα άγρια χαράματα. Έμενε εκεί να ζωγραφίζει ώρες ατελείωτες. Ξεχνούσε να φάει και να πιει, μέχρι να δύσει ο ήλιος.
Άλλες φορές, δεν άγγιζε το πινέλο για μέρες ολόκληρες. Μπορεί να επισκεπτόταν μόνο το μέρος, να κοιτούσε απλά την τοιχογραφία από μακριά για ώρες, με σταυρωτά τα χέρια. Εξέταζε την μέχρι τότε δουλειά του και έκανε κάποια σχετικά σχόλια. Υπήρχαν και φορές, που ασχολούνταν με άλλη δουλειά και ξαφνικά την παρατούσε, έτρεχε στην τοιχογραφία, προσέθετε μόνο μια- δυο πινελιές και έφευγε.
Εκείνο τον καιρό, ο ντα Βίντσι είχε αφιερωθεί παράλληλα και στην μελέτη. Διαφόρων θεματικών. Μελετούσε για το φως, τον ήχο, την κίνηση, τα ανθρώπινα συναισθήματα και την έκφρασή τους. Πληροφορίες τις οποίες ήθελε να εφαρμόσει πρακτικά και στην τοιχογραφία του.
Συγκεκριμένα, λέγεται ότι ήθελε να αποτυπώσει τις «κινήσεις της ψυχής», μέσω της ακριβούς και μελετημένης απεικόνισης των στάσεων, των χειρονομιών και των εκφράσεων των μορφών. Γεγονός που αποτελεί εμφανή προσπάθεια του καλλιτέχνη στο συγκεκριμένο έργο.
Αν παρατηρήσει κανείς καλά την τοιχογραφία, θα καταλάβει ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες κλασικές απεικονίσεις του Μυστικού Δείπνου. Ανάμεσα στις μορφές, επικρατεί μια σύγχυση. Μια αναστάτωση. Ο Ιησούς, στο κέντρο της σύνθεσης, φαίνεται να έχει πει κάτι, ήρεμα πάντα, το οποίο έχει αναστατώσει τους υπολοίπους.
Κάποιοι μαθητές είναι σκυμμένοι, άλλοι οπισθοχωρούν. Ο ντα Βίντσι, έχοντας μελετήσει και την Βίβλο, ταιριάζοντας αριστοτεχνικά εκφράσεις και χειρονομίες που ο ίδιος πίστευε ότι θα έκανε ο κάθε μαθητής με βάση τον χαρακτήρα του, έχει αποτυπώσει την στιγμή που ο Ιησούς τους αποκαλύπτει ότι κάποιος από αυτούς θα τον προδώσει. Εξ ου και η αναστάτωση.
Ο ντα Βίντσι χρησιμοποίησε πραγματικά μοντέλα για την κάθε μορφή. Συνήθως, όμως, περισσότερο εμπνεόταν από το κάθε πρόσωπο, συνδυάζοντας χαρακτηριστικά διαφορετικών ανθρώπων για την μορφή που ήθελε να αποτυπώσει.
Δεν χρησιμοποίησε την τεχνική της νωπογραφίας, ζωγραφίζοντας πάνω σε νωπό σοβά για να σταθεροποιηθούν τα χρώματα, γιατί έτσι δεν θα είχε την ευχέρεια χρόνου, σκέψης, λεπτομέρειας και αλλαγών. Αυτό, όμως, λειτούργησε αντίστροφα για το έργο. Τόση λεπτομερής δουλειά, κινδύνευσε να χαθεί παντελώς λόγω αυτής της επιλογής του καλλιτέχνη.
Ένα από τα πιο θαυμαστά έργα τέχνης που έχει δει ο κόσμος, ο Μυστικός Δείπνος του ντα Βίντσι έχει υποστεί πολλές καταστροφές. Όσο ζούσε ακόμα ο ντα Βίντσι, άρχισε να ξεφλουδίζει. Κάποιους αιώνες μετά, όταν τα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα εισέβαλαν στο Μιλάνο, έκαναν την τραπεζαρία του μοναστηριού στάβλο για τα άλογά τους.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το μοναστήρι βομβαρδίστηκε. Μέρος του κτηρίου καταστράφηκε ολοσχερώς. Η τοιχογραφία από τύχη σώθηκε. Από το 1980 έως το 1999, πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποκατάστασής της.
Πεντακόσια χρόνια μετά, ο Μυστικός Δείπνος του Λεονάρντο συνεχίζει να συγκινεί και να προκαλεί το παγκόσμιο κοινό, υπενθυμίζοντάς μας γιατί ο δημιουργός του δίκαια θεωρείται η απόλυτη ιδιοφυΐα της Αναγέννησης.
Βιβλιογραφία:
