Το σέκελ κατέγραψε απότομη ενίσχυση, παρά την πρόσφατη μείωση επιτοκίων από την Τράπεζα του Ισραήλ, αμφισβητώντας τις προσδοκίες της αγοράς ότι η νομισματική χαλάρωση θα οδηγούσε σε αποδυνάμωση του εθνικού νομίσματος, σύμφωνα με την Jerusalem Post.
Η αντιπροσωπευτική ισοτιμία διαμορφώθηκε στα 2,859 NIS/δολάριο και στα 3,326 NIS/ευρώ, ενώ στις διατραπεζικές συναλλαγές το σέκελ ενισχύθηκε περαιτέρω, υποχωρώντας το δολάριο στα 2,824 NIS και το ευρώ στα 3,301 NIS. Η κίνηση αυτή ενισχύει την εικόνα ενός νομίσματος που συνεχίζει ανοδική πορεία, παρά τη νομισματική πολιτική χαλάρωσης.
Η αντίδραση της αγοράς αποδίδεται κυρίως στο μήνυμα που έστειλε η Τράπεζα του Ισραήλ ότι δεν προτίθεται να παρέμβει επιθετικά στην αγορά συναλλάγματος. Ο διοικητής Αμίρ Γιαρόν υπογράμμισε ότι η κεντρική τράπεζα δεν επιδιώκει να μεταβάλει θεμελιώδεις οικονομικές δυνάμεις, περιορίζοντας τις παρεμβάσεις μόνο σε εξαιρετικές και προσωρινές συνθήκες, κυρίως όταν ο πληθωρισμός είναι υπερβολικά χαμηλός ή η αγορά παρουσιάζει δυσλειτουργίες.
Η στάση αυτή ερμηνεύθηκε από τους επενδυτές ως ανοχή στη συνεχιζόμενη ανατίμηση του σέκελ.
Παράλληλα, η οικονομία αντιμετωπίζει αντιφατικές πιέσεις. Από τη μία πλευρά, η ενίσχυση του σέκελ λειτουργεί αποπληθωριστικά, μειώνοντας το κόστος εισαγωγών και διευκολύνοντας τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού. Από την άλλη, ασκεί σημαντική πίεση στον εξαγωγικό τομέα, ο οποίος χάνει ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές.
Η συζήτηση στην αγορά επικεντρώνεται στο αν η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αντισταθμίσει αυτή την πίεση με πιο επιθετική νομισματική πολιτική ή παρεμβάσεις στη συναλλαγματική αγορά.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η συνεχιζόμενη άνοδος των διεθνών χρηματιστηρίων και η ισχυρή εισροή κεφαλαίων ενισχύουν περαιτέρω το σέκελ, ανεξάρτητα από τα επιτόκια. Οι θεσμικοί επενδυτές, λόγω αντισταθμίσεων κινδύνου και αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων, μετατρέπουν σημαντικές ποσότητες ξένου συναλλάγματος σε σέκελ, δημιουργώντας πρόσθετη ανοδική πίεση.
Από την άλλη πλευρά, άλλοι οικονομολόγοι θεωρούν την απόφαση ισορροπημένη, επισημαίνοντας ότι η κεντρική τράπεζα καλείται να εξισορροπήσει τον κίνδυνο πληθωρισμού από τις διεθνείς τιμές ενέργειας με τον αποπληθωριστικό αντίκτυπο του ισχυρού νομίσματος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η μελλοντική πορεία του σέκελ φαίνεται να εξαρτάται λιγότερο από τα επιτόκια και περισσότερο από τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων και τις επενδυτικές στρατηγικές των θεσμικών φορέων.
