Ο Ιανουάριος επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά την καλή χρηματιστηριακή του φήμη, κλείνοντας με κέρδη 9,16%, επίδοση που τον έφερε πολύ κοντά στα πρόσφατα υψηλά 16 ετών. Παραδοσιακά, ο Ιανουάριος διαθέτει μια αξιοσημείωτη προβλεπτική ικανότητα ως προς το πρόσημο της χρονιάς, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις η κατεύθυνσή του συμπίπτει με το τελικό ετήσιο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, από το 2000 και μετά, στο 65% των περιπτώσεων ο Ιανουάριος προέβλεψε σωστά την πορεία της χρονιάς. Στις περιπτώσεις αστοχίας, το 15% αφορά περιόδους όπου ο Ιανουάριος ήταν ανοδικός αλλά η χρονιά έκλεισε αρνητικά, ενώ στο υπόλοιπο 20% ένας αρνητικός Ιανουάριος δεν εμπόδισε την αγορά να κλείσει τη χρονιά με θετική απόδοση.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι πρόκειται για τον πέμπτο συνεχόμενο θετικό Ιανουάριο για το ελληνικό Χρηματιστήριο, ένα φαινόμενο χωρίς ιστορικό προηγούμενο στα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία από το 1985 και μετά.
Τα ενθαρρυντικά στοιχεία συνεχίζονται και για τον μήνα που ακολουθεί. Ο Φεβρουάριος εμφανίζεται πλειοψηφικά ανοδικός και, όταν ακολουθεί έναν θετικό Ιανουάριο, παρουσιάζει θετική στατιστική συμπεριφορά σε ποσοστό περίπου 67%. Ωστόσο, όσο χρήσιμα κι αν είναι τα ιστορικά δεδομένα, οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν εγγυώνται τις μελλοντικές. Η ανάλυση αυτή βασίζεται αποκλειστικά στην επανάληψη ορισμένων μοτίβων που κατά καιρούς υιοθετεί η αγορά, πάντα στο πλαίσιο πιθανοτήτων και όχι βεβαιοτήτων.

Tο ανοδικό momentum της αγοράς υποστηρίχθηκε από σημαντικά αυξημένες συναλλαγές, τις υψηλότερες που έχουν καταγραφεί από τον Μάιο του 2008. Σε μόλις 20 συνεδριάσεις, ο Ιανουάριος παρήγαγε συναλλαγές συνολικής αξίας 8,3 δισ. ευρώ, μέγεθος εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς ότι το σύνολο του Χρηματιστηρίου Αθηνών είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχο τζίρο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 (σε 122 συνεδριάσεις).
Η εκρηκτική αυτή αύξηση της συναλλακτικής δραστηριότητας δεν αποδίδεται μόνο στην κινητικότητα που προκάλεσε η εσπευσμένη ανακοίνωση του επικαιροποιημένου χρονοδιαγράμματος αλλαγής της ταξινόμησης της ελληνικής αγοράς από τον MSCI, αλλά φαίνεται να ενισχύθηκε ουσιαστικά και από την επιστροφή των ιδιωτών επενδυτών.
Ενδεικτικά, οι καθαρές εισροές στα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού ανήλθαν σε 61,2 εκατ. ευρώ. Παρότι το ποσό αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην εντυπωσιάζει, αποτελεί τη μεγαλύτερη μηνιαία εισροή από τον Ιούλιο του 2025 (71,4 εκατ. ευρώ) και ταυτόχρονα την ισχυρότερη επίδοση για μήνα Ιανουάριο από το 2004. Η εικόνα αυτή ενισχύει το αφήγημα μιας αγοράς που δεν κινείται πλέον μόνο από θεσμικές τοποθετήσεις ή συγκυριακά γεγονότα, αλλά αποκτά βάθος, συμμετοχή και διάρκεια, στοιχεία απαραίτητα για τη διατήρηση της ανοδικής τάσης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της φετινής χρονιάς σε επίπεδο αποδόσεων είναι η ενδεχόμενη επανάληψη της «μαγικής» εξαετίας 1985–1990, ενός ανοδικού σερί που δεν έχει επαναληφθεί στη σύγχρονη ιστορία του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Πρόκειται για ένα ιστορικό προηγούμενο που λειτουργεί περισσότερο ως σημείο αναφοράς παρά ως σύγκριση, αναδεικνύοντας το μέγεθος του στοιχήματος που έχει μπροστά της η αγορά.
Η φετινή χρονιά, ωστόσο, εμφανίζει σημαντικές ιδιαιτερότητες, κυρίως σε ό,τι αφορά τον χρονισμό και το μέγεθος των κεφαλαίων που αναμένεται να συμμετάσχουν στις επικείμενες αναδιαρθρώσεις των διεθνών δεικτών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποκλείεται οι ροές κεφαλαίων προς και από το ΧΑ να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποδόσεων, ενδεχομένως υποσκελίζοντας βραχυπρόθεσμα ακόμη και την εταιρική κερδοφορία ή σημαντικές επιχειρηματικές συμφωνίες.
Ένα ακόμη ισχυρό στατιστικό εργαλείο που αξίζει να παρακολουθηθεί είναι η πορεία του Γενικού Δείκτη κατά τις πρώτες 100 συνεδριάσεις του έτους. Με βάση τις ιστορικές παρατηρήσεις από το 1999 και μετά, η σύμπτωση του προσήμου των πρώτων 100 συνεδριάσεων με το τελικό ετήσιο αποτέλεσμα προσεγγίζει το 90%, καθιστώντας τον δείκτη αυτό έναν από τους πιο αξιόπιστους πρώιμους «προγνωστικούς» μηχανισμούς.Το ραντεβού, λοιπόν, τοποθετείται στις 22 Μαΐου, χρονικό σημείο-ορόσημο για μια πιο αυστηρή και τεκμηριωμένη αξιολόγηση των πιθανοτήτων, σχετικά με το αν το 2026 θα καταφέρει τελικά να καταγραφεί ως η έκτη συνεχόμενη ανοδική χρονιά του Γενικού Δείκτη.
