Robert Hewison, επιμελητής εκθέσεων στην Tate Britain του Λονδίνου, στο Speed Art Museum του Λούισβιλ και στη Ruskin Library του Πανεπιστημίου του Λάνκαστερ
Όταν το 2000 γίνονταν πάλι μεγάλες αλλαγές στην ηγεσία των μουσείων του Λονδίνου, ο τότε καλλιτεχνικός ανταποκριτής των Financial Times, Antony Thorncroft, έγραψε για τις δεξιότητες που χρειάζεται ένας πολιτιστικός ηγέτης: “Στο παρελθόν, το να διοικείς το Βρετανικό Μουσείο ή τη Βασιλική Όπερα ήταν δουλειά ενός ακαδημαϊκού και ενός τζέντλεμαν: τώρα χρειάζεται η οξύνοια στα οικονομικά ενός εμπόρου της αγοράς, η γοητεία ενός ζιγκολό και το δέρμα ρινόκερου.” Δεν είπε ότι ένας διευθυντής μουσείου έπρεπε να είναι και επιμελητής.
Τώρα που η ηγεσία αλλάζει και πάλι, τίθεται για ακόμη μια φορά το ερώτημα για τις δεξιότητες που πρέπει να έχει ένας διευθυντής. Σίγουρα η Maria Balshaw και ο Tristram Hunt, οι οποίοι διορίστηκαν πριν λίγο καιρό στην Tate και στο V&A αντίστοιχα, θα χρειαστούν αυτά τα προσόντα έξυπνης οικονομικής διαχείρησης, κοινωνικού γοήτρου και σκληράδας που περιέγραψε ο Thorncroft, και απ'' όσο ξέρω, πιστεύω ότι τα έχουν. Η προηγούμενη εμπειρία της Balshaw ως ακαδημαϊκός με ειδίκευση στον οπτικό πολιτισμό, και ως τοπική διευθύντρια του πλέον ανενεργού προγράμματος Creative Partnerships, δεν περιέχει τον τίτλο “επιμελήτρια”, αλλά το γεγονός ότι διοικούσε τις Πινακοθήκες Whitworth και City του Μάντσεστερ, και η δουλειά της ως διευθύντρια πολιτιστικών στο Μάντσεστερ, σίγουρα την καθιστά κατάλληλη για την παρούσα θέση της. Ο Hunt -ένας υπερασπιστής του απειλούμενου Wedgwood Museum στην τελευταία του δουλειά ως βουλευτής του Stoke-on-Trent- σίγουρα δεν είναι επιμελητής, αλλά ως ιστορικός του 19ου αιώνα έχει τα προσόντα ενός ακαδημαϊκού (και είναι τζέντλεμαν).
Ο διορισμός της Balshaw είναι μια επιβεβαίωση του Clore Leadership Programme, το οποίο στήθηκε το 2003 από τη φιλάνθρωπο Vivien Duffield (και βασίστηκε σε προτάσεις που έκανα σε μια αναφορά που συνυπέγραψε ο John Holden), ως απάντηση στης ίδιες κρίσεις ηγεσίας που προκάλεσαν τις αλλάγες στην αλλαγή του αιώνα. Το 2004, η Balshaw ήταν μία από τους πρώτους που έλαβαν ετήσια εκπαίδευση στην πολιτιστική ηγεσία. Το πρόγραμμα ήταν και εξειδικευμένο, από την άποψη ότι οι ατομικές ανάγκες ανάπτυξης κάθε Clore Fellow καλύφθηκαν, και συλλογικό, από την άποψη ότι οι συμμετέχοντες στρατολογήθηκαν και από τις παραστατικές τέχνες και από τα μουσεία, και ο χρόνος που ξόδεψαν μαζί δημιούργησε ένα δεσμό που ενέτεινε σε σημαντικό βαθμό την αντοχή του πολιτιστικού τομέα.
Μια από τις ερωτήσεις κατά τη δημιουργία του προγράμματος Clore ήταν “Πού θα βρούμε τον επόμενο Nicholas Serota;” Αυτή η ερώτηση απαντήθηκε, αλλά η Balshaw θα καθιερωθεί με το να είναι η Maria Balshaw του τώρα. Δεν είναι η μόνη διευθύντρια μουσείου που που προέκυψε από εκείνη την ομάδα: ο Axel Ruger κλήθηκε να διοικήσει το Van Gogh Museum, η Kathleen Soriano πήγε στο Compton Verney, έγινε διευθύντρια εκθέσεων στη Βασιλική Ακαδημία και είναι τώρα πρόεδρος της Μπιενάλε του Λίβερπουλ, και ο Nick Merriman έγινε διευθυντής του Μουσείου του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ -και άντρας της Balshaw.
Τι είδους εκπαίδευση θα πρέπει να δίνει το Clore Leadership Programme στους μελλοντικούς διευθυντές μουσείων; Η συνταγή του Thorncroft ακόμα ισχύει, αλλά θα ήθελα να προσθέσω την ανάγκη για τις δεξιότητες ενός πολιτικού. Οι διευθυντές των μουσείων πρέπει να μπορούν να διαχειρίζονται τα πάνω, αλλά και τα κάτω, να σαγηνεύσουν το συμβούλιό τους και να ικανοποιήσουν τους χρηματοδότες της κυβέρνησης. Η ξαφνική πτώση του Thomas Campbell ως διευθυντή του Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη φαίνεται να προκλήθηκε από την άρση της στήριξης του συμβουλίου του.
Οι ακαδημαϊκές γνώσεις, όπως και ο υλικός πολιτισμός, είναι ανεκτίμητες, αλλά και τα δύο πρέπει να επικοινωνηθούν, για να έχουν πραγματική δημόσια αξία. Προφανώς τα μουσεία πρέπει να ενδιαφέρονται για τις συλλογές τους, αλλά διατηρούνται για το κοινό καλό και το κοινό πρέπει να είναι σε θέση να τα απολαύσει. Ευτυχώς, μια νέα γενιά φαίνεται να το καταλαβαίνει αυτό, και υπάρχουν επιμελητές που άλλαξαν τον τρόπο προσέγγισής τους, από την παθητική διατήρηση σε ενεργή ερμηνεία και δημιουργία. Τέλος, το να επιμελείσαι γίνεται ένα πολύ ενεργό ρίμα. Μετατρέψτε τους επιμελητές σε ανθρώπους της επικοινωνίας και οι διευθυντές των μουσείων θα φροντίσουν τον εαυτό τους.
Nicholas Penny, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου από το 2008 έως το 2015
Ανάμεσα στους επαγγελματίες των μουσείων, ένας επιμελητής θεωρείτο για πολλές δεκαετίες ως κάποιος που είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα, την έκθεση και την ερμηνεία δειγμάτων, αντικειμένων ή έργων τέχνης στις μόνιμες συλλογές ενός μουσείου ή μιας γκαλερί. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 χρόνων, οι προσωρινές εκθέσεις έχουν γίνει ένα όλο και πιο σημαντικό κομμάτι των δραστηριοτήτων σχεδόν όλων των ιδρυμάτων αυτού του τύπου, και πολλοί επιμελητές έχουν πλέον απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό για την οργάνωση τέτοιων εκθέσεων. Οι επιμελητές ενδέχεται να προσελκύσουν την προσοχή των μέσων μόνο με αυτό τον τρόπο, και τέτοιου τύπου δημοφιλείς επιμελητές είναι σχεδόν πάντα αυτοί που προτείνονται ως μελλοντικοί διευθυντές. Πράγματι, ένας επιμελητής πλέον θεωρείται από τους περισσότερους ως κάποιος που διοργανώνει προσωρινές εκθέσεις εικαστικών τεχνών, είτε σε ιδιωτικό είτε σε δημόσιο ίδρυμα.
Λέγεται συχνά ότι οι έμπειροι διαχειριστές έχουν περισσότερα προσόντα από τους παραδοσιακούς επιμελητές για να γίνουν διευθυντές μουσείων, αλλά στις μέρες μας είναι στη μόδα ο διορισμός δημοφιλών επιμελητών, κατά προτίμηση εκείνων που τα πάνε καλά με τη σύγχρονη τέχνη, και αν ετοιμάζεται κάποιο καινούριο κτήριο, αυτών που έχουν άνεση στο να συνεννοηθούν με αρχιτέκτονες. Διευθυντές χωρίς επιμελητική εμπειρία και χωρίς σχετική ειδίκευση στην τέχνη τείνουν να μειώνουν την αξία τέτοιας εμπειρίας και εξειδίκευσης, εξαιτίας της δικής τους ανασφάλειας. Τα αποτελέσματα συχνά μπορεί να είναι καταστροφικά, ακόμα κι αν, λόγω του περιορισμένου ενδιαφέροντος για τους δημοσιογράφους, των οποίων η προσοχή συνήθως στρέφεται στο πρόγραμμα των εκθέσεων, περνούν γενικά απαρατήρητα από το κοινό.
Υπάρχουν λιγότεροι διεθνώς αναγνωρισμένοι ειδικοί ανάμεσα στους επιμελητές των μουσείων του Λονδίνου σε σύγκριση με πριν από 25 με 50 χρόνια. Το επιμελητικό προσωπικό στα τοπικά μουσεία της χώρας έχει μόνο μερική γνώση των συλλογών τους σε σύγκριση με τότε. Υπάρχουν σημαντικά μουσεία της Βόρειας Αμερικής όπου μόνο ένας επιμελητής ασχολείται με τις ιστορικές συλλογές, ενώ παλιότερα ήταν τέσσερις ή πέντε. Στις δεξιώσεις για διευθυντές διεθνών μουσείων που συμμετείχα από το 2008 έως το 2015, οι φωνές των διευθυντών που μίλαγαν ανοιχτά με υποτιμητικό τρόπο για τους δισταγμούς σχετικά με τους παραδοσιακούς επιμελητές και τους ενδοιασμούς των συντηρητών, γίνονταν όλο και πιο έντονες -και πράγματι, το αρχικό κίνητρο για τέτοιες συγκεντρώσεις ήταν να γίνει ευκολότερος ο δανεισμός έργων σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή να προωθηθεί η αυξανόμενη έμφαση σε εκθέσεις με δάνεια έργα σε ιδρύματα που παλαιότερα σχετίζονταν κυρίως με τις μόνιμες συλλογές τους.
Οι πιο έμπειροι διαχειριστές δε διορίζονται συχνά ως διευθυντές, (παρόλο που, όπως αναφέρθηκε, το αν πληρούν τις προϋποθέσεις έχει συζητηθεί αρκετές φορές), αλλά η υπόληψή τους στην ιεραρχία του μουσείου (στην οποία περιλαμβάνονται τα τμήματα Τεχνολογίας & Πληροφοριών (IT), Ανθρώπινου Δυναμικού (HR) και Δημοσίων Σχέσεων (PR), και πολλοί άλλοι νέοι τομείς ανάπτυξης) έχει αυξηθεί σε τεράστιο βαθμό και μπορεί κάποιος να τους εντοπίσει στη σκιά οπουδήποτε δημοφιλούς διευθυντή. Κάποιες φορές είναι πιστοί, δεν κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους και είναι πραγματικά αποτελεσματικοί. Αυτό το μοντέλο είναι σημαντικά πιο δημοφιλές στις παραστατικές τέχνες. Οπότε, οι επιμελητές έχουν πλέον “απαλλαγεί” από πολλές από τις παλαιότερες υποχρεώσεις τους, ενθαρρύνοντας τη μόδα σύμφωνα με την οποία κάποιοι γίνονται “ακαδημαϊκοί με στέγη”, ενώ άλλοι επικεντρώνονται στις εκθέσεις. Αυτή η αξιοθαύμαστη ειδική εκπαίδευση που είναι τώρα διαθέσιμη τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο για να εξοπλίσει τους επιμελητές με περισσότερη εμπειρία στη διοίκηση και διαχείριση, έχει σχεδιαστεί με σκοπό να πολεμήσει αυτή την κατάσταση, οπότε ανάμεσα στους επιμελητές που έχουν ωφεληθεί από αυτά τα μαθήματα μπορεί να βρεθούν εξαιρετικοί διευθυντές. Αλλά δεν υπάρχει λόγος για να μην ψάξει καποιος και αλλού. Τον 19ο αιώνα η κοινή αντίληψη ήταν ότι ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου έπρεπε να είναι καλλιτέχνης εν ενεργεία, και το ίδιο ίσχυε σε αντίστοιχα ιδρύματα σε όλη την Ευρώπη. Είναι εύκολο να φανταστεί -και δεν πρέπει να είναι δύσκολο να βρει- κανείς ένα διευθυντή με ακαδημαϊκό υπόβαθρο, ειδικά ίσως έναν ιστορικό, ο οποίος δίνει σημασία στην εμπειρία και τις γνώσεις των επιμελητών του.
Σε ένα μεγάλο μουσείο με πολλά διαφορετικά τμήματα, είναι εύκολο να υποπτευθεί κάποιος ότι ένας επιμελητής έχει μια θετική προδιάθεση προς τον τομέα στον οποίο ειδικεύεται, ή τουλάχιστον μία τάση να δώσει προτεραιότητα, για παράδειγμα, στην τέχνη αντί της αρχαιολογίας, ή μια προτίμηση στη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη συγκριτικά. Ακόμα και σε μια πινακοθήκη της οποίας η συλλογή αποτελείται μόνο από ευρωπαϊκή τέχνη, συχνά δεν υπάρχουν επιμελητές με εύρος ενδιαφερόντων και με συμπάθειες που θα τους επιτρέψουν να αξιολογήσουν συνολικά τις ανάγκες της συλλογής. Το αναγκαίο εύρος μπορεί, επίσης, να βρεθεί πιο εύκολα εκτός του επιμελητικού σώματος. Με την ίδια λογική, η άνοδος του δημοφιλούς διευθυντή θα πρέπει να θεωρηθεί απειλή περισσότερο από το διορισμό κάποιου που δεν έχει παραδοσιακή επιμελητική εμπειρία.
Αλλά απειλή για ποιο πράγμα; Για το ιδεώδες που βλέπει ένα μουσείο και μια πινακοθήκη ως κάτι που δημιουργήθηκε για τις επόμενες γενιές και όχι απλά το κοινό του σήμερα (ή τη νεολαία του σήμερα). Για το ιδεώδες που βλέπει το μουσείο ως ένα μέρος το οποίο υπερβαίνει τη μόδα αντί να την αγκαλιάζει. Για το ιδεώδες της πινακοθήκης ως ενός χώρου όπου η διαρκής επαφή με τη μόνιμη συλλογή είναι προσεκτικά ισορροπημένη με τη γοητεία των προσωρινών εκθέσεων. Για το ιδεώδες που θέλει τα μουσεία και τις πινακοθήκες ως χώρους όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκπαιδευτούν, χώρους που για αυτόν το λόγο είναι εφάμιλλοι με τις βιβλιοθήκες και με τα θέατρα.
Πηγή: apollo-magazine.com
Απόδοση: Χρόνης Μούγιος
