Αν εξετάσουμε την εξέλιξη της πολιτικής σφαίρας κατά την Μεταπολίτευση, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτή σηματοδοτείται στον ίδιο βαθμό τόσο από μία σειρά θεσμικών αλλαγών, όσο και από μια σειρά μεγάλων σκανδάλων: Κοσκωτάς, Siemens, Βατοπέδι, Τσοχατζόπουλος, Λίστα Λαγκάρντ, Novartis, τώρα ΟΠΕΚΕΠΕ, αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια πίσω τους, καθώς το ένα δίνει την θέση του στο επόμενο, χωρίς να επέρχεται ποτέ κάθαρση∙ ως μία τηλεοπτική σειρά πολλών επεισοδίων σε έναν αέναο κύκλο διαφθοράς και ανολοκλήρωτης τιμωρίας. Μια διαδικασία που γεννά δυσφορία και μία παρατεταμένη απαισιοδοξία, ότι αυτή είναι η Ελλάδα.
Όμως αν εξετάσουμε όλες αυτές τις περιπτώσεις από πιο κοντά, θα παρατηρήσουμε ότι τα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης ακολουθούν μια πιο σύνθετη λογική. Κάποια διαθέτουν σκληρό ποινικό πυρήνα. Κάποια κινούνται σε γκρίζες ζώνες όπου πολιτική, διοίκηση και δίκτυα επιρροής μπλέκονται σε τέτοιο βαθμό ώστε, ενώ σκάνδαλο υπάρχει, ακόμη και διαισθητικά, δυσκολεύεται να πάρει καθαρή νομική μορφή. Και κάποια συγκροτούνται κυρίως ως εργαλεία πολιτικής σύγκρουσης, ως αφηγήματα που χτίζονται μέσα στην ίδια την μάχη για την εξουσία.
Ας ξεκινήσουμε από τα καθαρά σκάνδαλα. Το σκάνδαλο Κοσκωτά υπήρξε τομή, καθώς η σημασία του ξεπερνά την απάτη. Και την ξεπερνά καθώς φώτισε την συνάντηση πολιτικής ισχύος, τραπεζικών μηχανισμών, και προσωπικών δικτύων σε μια εκρηκτική σύνθεση. Η Siemens, σε άλλη κλίμακα, αποκάλυψε ένα σύστημα κανονικοποιημένης διαφθοράς, όπου χρήμα, κύρος, πρόσβαση και κομματική επιρροή λειτουργούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Τέλος, η υπόθεση Τσοχατζόπουλου αποτέλεσε σπάνια στιγμή ποινικής κατάληξης σε κορυφαίο επίπεδο. Αυτές οι τρεις υποθέσεις έχουν ιδιαίτερο βάρος γιατί δείχνουν κάτι απλό: η διαφθορά αποτελεί πραγματική δυνατότητα εξουσίας και όχι απλό επικοινωνιακό σχήμα.
Το μεγαλύτερο κομμάτι, όμως, των «σκανδάλων» είναι αλλού, σε αυτό που θα ονομάζαμε «θολή ενδιάμεση περιοχή». Στο Βατοπέδι, για παράδειγμα, το πρόβλημα δεν χωρούσε εύκολα στη στενή έννοια της ποινικής ευθύνης. Εκεί εμφανίστηκε ένα πεδίο όπου κρατικό, εκκλησιαστικό και ιδιωτικό στοιχείο διαπλέκονται μέσα από θεσμικές ασάφειες και διοικητικές ευελιξίες. Η υπόθεση έδειξε πόσο εύκολα διαφορετικά κανονιστικές σφαίρες διεισδύουν η μία στην άλλη.
Και μετά έρχεται η τρίτη κατηγορία: τα σκάνδαλα που γεννιούνται κυρίως μέσα στην πολιτική σύγκρουση. Η ελληνική Novartis αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε διεθνές επίπεδο υπήρξαν πραγματικές πρακτικές αθέμιτων επιρροών. Στην Ελλάδα, η τότε κυβέρνηση προτίμησε αντί να κάνει το αυτονόητο, να χρησιμοποιήσει το διεθνές σκάνδαλο για να εξουδετερώσει την αντιπολίτευση. Το σκάνδαλο αποδείχθηκε ότι ήταν μία κακοστημένη σκευωρία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το σκάνδαλο παύει να είναι αποκάλυψη και γίνεται μέρος της ίδιας της πολιτικής παραγωγής της πραγματικότητας.
Έτσι προκύπτει μια τριμερής δομή. Ένας μικρός αλλά κρίσιμος πυρήνας υποθέσεων με καθαρή ποινική ουσία. Μια εκτεταμένη ενδιάμεση ζώνη θεσμικής ασάφειας. Και ένα πεδίο όπου το σκάνδαλο λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο και συμβολικός μηχανισμός.
Η εικόνα αυτή λέει πολλά για τη μορφή της ελληνικής κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς παραμένει χαμηλή, ενώ η εμπιστοσύνη προς πρόσωπα είναι ισχυρή. Ο πολίτης υποψιάζεται ότι «κάτι υπάρχει», και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει με επιφύλαξη κάθε συγκεκριμένη κατηγορία. Έτσι δημιουργείται μια μόνιμη διπλή στάση: γενικευμένη καχυποψία και ταυτόχρονη αμφισβήτηση κάθε συγκεκριμένου σκανδάλου, ανάλογα με το ποιο κόμμα υποστηρίζει ο παρατηρητής.
Αφήνοντας στην άκρη την πρώτη (απόλυτα ποινική) και την τρίτη (κακόπιστα κατασκευασμένη) κατηγορία σκανδάλων, ας συγκεντρωθούμε στην πιο ενδιαφέρουσα και πιο προβληματική για το πολιτικό σύστημα, μεσαία κατηγορία, αυτήν της θεσμικής ασάφειας.
Εδώ το πρόβλημα εμφανίζεται ως μη συμβατότητα της διαπροσωπικής σχέσης με τους απρόσωπους θεσμικούς κανόνες του κράτους δικαίου.
Και είναι ενδιαφέρον ότι το πολιτικό προσωπικό πρώτον αποδέχεται ότι αυτά είναι ασύμβατα, και δεύτερον προτιμά να κινηθεί βάσει των διαπροσωπικών σχέσεων παρά βάσει των απρόσωπων κανόνων δικαίου. Το σύστημα αυτό καταλήγει σε μία σχιζοφρενική κατάσταση: έναν αέναο κύκλο καταγγελιών της (κάθε) αντιπολίτευσης για κυβερνητικό σκάνδαλο από την μία πλευρά, και καταστρατήγησης των κανόνων δικαίου της (κάθε) κυβέρνησης από την άλλη.
Υπόβαθρο σε αυτήν την κατάσταση είναι η ατελής θεσμική διαφοροποίηση, καθώς στην Ελλάδα τα όρια ανάμεσα στην πολιτική, την διοίκηση, την οικονομία και τα κοινωνικά δίκτυα παραμένουν διάτρητα. Η πρόσβαση μετρά. Το κύρος μετρά. Η γνωριμία μετρά. Η διαμεσολάβηση λειτουργεί ως καθημερινός μηχανισμός. Η εξυπηρέτηση αποτελεί βασικό τρόπο κίνησης μέσα στο σύστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα σκάνδαλα εμφανίζονται σχεδόν ως οργανικό συστατικό του συστήματος.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η κρυφή λογική των σκανδάλων. Το «σκάνδαλο» λειτουργεί ως στιγμιαία αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο κινείται η κοινωνία. Ποιος ανοίγει δρόμους, ποιος διαθέτει πρόσβαση, ποιος μετακινεί αποφάσεις. Κάπως έτσι το σκάνδαλο γίνεται μια μορφή ακτινογραφίας της κοινωνικής μηχανής.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την διαφθορά συχνά μένει επιφανειακή. Εστιάζει στην ηθική καταγγελία και αφήνει στο σκοτάδι την δομή που παράγει τα ίδια φαινόμενα ξανά και ξανά. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε πρόσωπα, αλλά συνδέεται με τον τρόπο οργάνωσης της πρόσβασης, της εμπιστοσύνης και της διαμεσολάβησης.
Όταν λοιπόν γίνει κατανοητό ότι αυτό είναι το υπέδαφος πάνω στο οποίο λαμβάνουν χώρα οι προβληματικές συνδέσεις, τότε η απάντηση αναγκαστικά θα λάβει μια διαφορετική κατεύθυνση. Αντί να μιλάμε για πάταξη της διαφθοράς, θα πρέπει να μιλάμε για τον μετασχηματισμό της σχέσης προσωπικής εμπιστοσύνης, γνωριμιών, και διαμεσολάβησης.
Μιλάμε για τον μετασχηματισμό της άτυπης διαμεσολάβησης σε τυπική-θεσμική διαμεσολάβηση. Με άλλα λόγια, η πρόσβαση πρέπει να γίνει ορατή και να καταγραφθεί. Το κύρος πρέπει να λειτουργεί ως λογοδοτούμενος πόρος. Η εξυπηρέτηση πρέπει να αποκτήσει σαφή όρια ανάμεσα στη νόμιμη διαδικαστική βοήθεια και στην αθέμιτη προνομιακή μεταχείριση.
Με άλλα λόγια, θεσμοί που θα λειτουργούν μέσω προσώπων, με κανόνες διαφάνειας και ευθύνης, μπορούν να γεφυρώσουν την απόσταση ανάμεσα στον απρόσωπο κανόνα και στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα που αδιαφορεί για αφαιρετικούς κανόνες και βασίζεται σε διαπροσωπικές σχέσεις. Και αυτό σημαίνει μόνον ένα πράγμα: τον μετασχηματισμό της ίδιας της σχέσης ανάμεσα στην προσωπική εμπιστοσύνη και στους θεσμούς. Εδώ εντάσσονται πέντε κρίσιμες θεσμικές τομές.
Πρώτον, θεσμοποίηση της διαμεσολάβησης: Σήμερα, η διαμεσολάβηση λειτουργεί ως άτυπη πρακτική. Ένας βουλευτής, ένας γνωστός, ένας υπάλληλος «παρεμβαίνει». Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την πρόσβαση, όχι από τον κανόνα. Η θεσμική τομή εδώ αφορά την δημιουργία επίσημων ρόλων διαμεσολαβητή σε κάθε διοικητική μονάδα. Ένας πολίτης να μπορεί να ζητά καταγεγραμμένη παρέμβαση για την υπόθεσή του.
Η παρέμβαση να εισάγεται σε ψηφιακό σύστημα, να συνδέεται με συγκεκριμένο αίτημα και να καταλήγει σε αιτιολογημένη απάντηση από την υπηρεσία. Η κρίσιμη αλλαγή δεν βρίσκεται μόνο στην ύπαρξη ενός τέτοιου «διαμεσολαβητή». Βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε παρέμβαση θα αποκτά ίχνος. Θα πάψει να κινείται στο επίπεδο της ιδιωτικής χάρης και θα αποκτήσει μορφή δημόσιας λειτουργίας. Έτσι, η κοινωνική ανάγκη για βοήθεια θα ενσωματωθεί σε θεσμικό πλαίσιο αντί να λειτουργεί παρασκηνιακά.
Δεύτερο, διαφάνεια της πρόσβασης: Στην ελληνική διοίκηση, η πρόσβαση σε αποφάσεις και πόρους ρυθμίζεται συχνά μέσω αόρατων διαδρομών. Το ποιος παρενέβη και πώς επηρεάστηκε μια υπόθεση μένει αδιόρατο.
Η τομή εδώ αφορά στην καταγραφή αυτών των παρεμβάσεων. Κάθε επικοινωνία πολιτικού γραφείου ή διοικητικού παράγοντα με μια υπηρεσία θα πρέπει να καταγράφεται ως γεγονός: ποια υπηρεσία, ποια υπόθεση, ποια μορφή παρέμβασης.
Η πλήρης δημοσιοποίηση ονομάτων μπορεί να μη χρειάζεται, αλλά η συγκεντρωτική εικόνα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι διαθέσιμη. Όταν η πρόσβαση γίνεται ορατή, αλλάζει η φύση της. Παύει να αποτελεί ιδιωτικό προνόμιο και μετατρέπεται σε ρυθμιζόμενο πόρο. Το σύστημα αποκτά αυτογνωσία: βλέπει ποιοι παρεμβαίνουν, πόσο συχνά, σε ποιους τομείς.
Τρίτο, θεσμική ενσωμάτωση του κύρους: Στην ελληνική καθημερινότητα, το «ποιος σε στέλνει» λειτουργεί ήδη ως πόρος. Το κύρος ενός προσώπου μπορεί να κινητοποιήσει διαδικασίες ταχύτερα από έναν κανόνα. Η τομή εδώ αφορά στην μετατροπή αυτού του άτυπου κεφαλαίου σε θεσμικά αναγνωρίσιμο στοιχείο.
Μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα επίσημων συστάσεων, όπου κάθε παρέμβαση καταγράφεται και συνδέεται με τον παρεμβαίνοντα. Με τον χρόνο, συγκροτείται ένα «προφίλ αξιοπιστίας» για όσους χρησιμοποιούν την δυνατότητα αυτή. Έτσι, το κύρος δεν εξαφανίζεται. Μετατρέπεται σε λογοδοτούμενο πόρο. Όποιος παρεμβαίνει επανειλημμένα για αμφισβητήσιμες υποθέσεις εκτίθεται. Όποιος λειτουργεί συνετά αποκτά θεσμική βαρύτητα.
Τέταρτο, διαχωρισμός εξυπηρέτησης και ευνοϊκής μεταχείρισης: Στην καθημερινή εμπειρία, η βοήθεια και η παραβίαση κανόνα συχνά συγχέονται. Ο πολίτης δυσκολεύεται να διακρίνει αν η παρέμβαση που λαμβάνει αποτελεί νόμιμη επιτάχυνση ή αθέμιτη προνομιακή μεταχείριση.
Η τομή εδώ αφορά στην καθιέρωση σαφών κατηγοριών. Η διοίκηση ορίζει ρητά τι επιτρέπεται (καθοδήγηση, διευκρίνιση, επιτάχυνση με τεκμηριωμένα κριτήρια), και τι απαγορεύεται (αλλαγή σειράς προτεραιότητας χωρίς λόγο, παράκαμψη ελέγχων, ευνοϊκή-αυθαίρετη μεταχείριση). Κάθε απόφαση συνοδεύεται από διαδικαστικό ίχνος. Ποιος παρενέβη, γιατί, ποιο αποτέλεσμα προέκυψε. Έτσι, η εξυπηρέτηση αποκτά καθαρά όρια και παύει να κινείται σε ζώνη υποψίας.
Πέμπτον, υβριδικοί θεσμοί εμπιστοσύνης: Η ελληνική κοινωνία δεν λειτουργεί αποκλειστικά μέσω απρόσωπων μηχανισμών. Αυτό το γνωρίζουμε από μία σειρά εμπειρικών ερευνών. Το πρόσωπο παραμένει κεντρικό σημείο αναφοράς. Ένα σύστημα που αγνοεί αυτή την πραγματικότητα δημιουργεί απόσταση. Η τομή εδώ αφορά την δημιουργία θεσμών που συνδυάζουν προσωπική σχέση και γενικευμένους κανόνες.
Ο πολίτης αποκτά λοιπόν έναν συγκεκριμένο «κόμβο εμπιστοσύνης» μέσα στην διοίκηση — έναν άνθρωπο υπεύθυνο για την καθοδήγησή του. Αυτός ο ρόλος λειτουργεί με σαφή δικαιώματα παρέμβασης και αυστηρή υποχρέωση λογοδοσίας. Με αυτόν τον τρόπο η εμπιστοσύνη παύει να είναι άτυπη. Γίνεται δομημένη. Η προσωπική σχέση αποκτά κανόνες, όρια και διαφάνεια.
Αυτές οι πέντε τομές δεν επιχειρούν να δημιουργήσουν μια καινούργια ελληνική κουλτούρα, αλλά επιχειρούν να την επανακωδικοποιήσουν. Να μετακινήσουν την προσωπική εμπιστοσύνη (που πρέπει να θεωρείται ως κάτι το δεδομένο) από την περιοχή του ιδιωτικού προνομίου στην περιοχή της θεσμικής ρύθμισης.
Με αυτόν τον τρόπο αλλάζει και η φύση του σκανδάλου. Το σκάνδαλο χάνει μέρος της ισχύος του ως μόνιμος μηχανισμός πολιτικής αποσταθεροποίησης, η εξουσία γίνεται πιο ορατή, η πρόσβαση πιο συμμετρική, και η ευθύνη πιο ανιχνεύσιμη. Τότε, και μόνον τότε, η βασική συζήτηση θα μετατοπισθεί από το «ποιος φταίει» στο «πώς λειτουργεί το σύστημα». Από την ηθική καταγγελία, δηλαδή, στην θεσμική αρχιτεκτονική.
Εκεί βρίσκεται το δύσκολο σημείο. Και εκεί αρχίζει η σοβαρή πολιτική.
* O Μανούσος Μαραγκουδάκης είναι Καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
