Η φωτιά και οι άνθρωποι των σπηλαίων στη Θεόπετρα Καλαμπάκας

Η φωτιά και οι άνθρωποι των σπηλαίων στη Θεόπετρα Καλαμπάκας

Ο άνθρωπος δεν γνώριζε από πάντα τη χρήση του πυρός. Απέκτησε αυτή τη γνώση ύστερα από αμέτρητα χρόνια παρατηρήσεων, βλέποντας να ανάβουν τυχαίες φωτιές. Όταν σκέφτηκε να διερευνήσει πώς γίνεται αυτό, απέκτησε και την τεχνογνωσία για παραγωγή της φωτιάς και, αναγκαστικά, για τη διατήρησή της.

Στον ελλαδικό χώρο, στο σπήλαιο της Θεόπετρας, το οποίο κατοικήθηκε από το 130.000 μέχρι το 4.000 π.Χ., τη φωτιά γνώρισαν οι Νεάντερταλ αλλά χρησιμοποίησαν εκτεταμένα οι Homo Sapiens. Τα ανασκαφικά δεδομένα υπήρξαν πλούσια και η επικεφαλής των ανασκαφών, Νίνα Κυπαρίσση- Αποστολίκα, επίτιμη διευθύντρια αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, τα έχει παρουσιάσει πολλές φορές σε επιστημονικές εκδηλώσεις

«Τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στη Θεσσαλία και η διαβίωσή του στο σπήλαιο της Θεόπετρας 130.000 έως 4.000 π.Χ.» ήταν ο τίτλος της ομιλίας που έκανε η αρχαιολόγος στο πλαίσιο του 14ου Πανελλήνιου Συνέδριου Ελληνικού Κολλεγίου Παιδιάτρων, στα Τρίκαλα. Παρουσίασε τα ευρήματά της και τα αποτελέσματα διάφορων ερευνών που έγιναν ώστε να έχουμε σωστές χρονολογήσεις. Αναφερόμενη στη διαβίωση του προϊστορικού ανθρώπου, ξεκίνησε με την παρουσίαση της τοποθεσίας του σπηλαίου.

Το σπήλαιο της Θεόπετρας βρίσκεται στα δεξιά της διαδρομής από Τρίκαλα προς Καλαμπάκα, 3 χλμ. πριν την τελευταία, σε υψόμετρο περίπου 300μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 100μ. πάνω από την πεδιάδα, στη βόρεια πλευρά ασβεστολιθικού όγκου που υψώνεται πάνω από το ομώνυμο Toπικό Διαμέρισμα του Δήμου Καλαμπάκας. Πολύ κοντά ρέει ο ποταμός Ληθαίος, παραπόταμος του Πηνειού, που στη συνέχειά του διασχίζει την πόλη των Τρικάλων. Η έκταση του σπηλαίου είναι περίπου 500 τ.μ. είπε η κα Κυπαρίσση. Η είσοδος είναι αψιδωτή διαστάσεων 17μ. πλάτος επί 3μ.ύψος και επιτρέπει στο φυσικό φως να εισέρχεται άπλετα στο εσωτερικό του. Ακριβώς απέναντι βλέπει κανείς τους βράχους και τις μονές των Μετεώρων. Είναι η δυτικότερη προϊστορική θέση της Θεσσαλίας και γειτνιάζει άμεσα τόσο με τη θεσσαλική πεδιάδα όσο και με την οροσειρά της Πίνδου, τον Κόζιακα, και αυτά τα χαρακτηριστικά από τα δύο διαφορετικά φυσικά περιβάλλοντα αντανακλώνται και στις επιχώσεις του σπηλαίου.

Αποτέλεσε καταφύγιο ανθρώπων για πολλές χιλιάδες χρόνια, ενώ βεβαίως είναι πολύ πιθανό ότι υπήρξαν και διαστήματα που το εγκατέλειπαν, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, καθώς το κλίμα άλλαξε επανειλημμένως στη διάρκεια αυτών των χιλιάδων χρόνων. Το σπήλαιο χρησίμευσε επίσης ως καταφύγιο για τον ντόπιο πληθυσμό σε καιρούς πολέμου, αλλά επίσης για το σταυλισμό ζώων

Στις επιχώσεις του σπηλαίου Θεόπετρας αποκαλύφθηκε η μεγαλύτερη γνωστή ως τώρα ακολουθία προϊστορικών επιχώσεων (περίπου 6μ. πάχος), στην οποία εμπεριέχονται μέρος του Πλειστοκαίνου (Μέση και Ανώτερη Παλαιολιθική) και το Ολόκαινο (Μεσολιθική και Νεολιθική) σε συνέχεια, χωρίς διακοπή.

Οι εναλλαγές του κλίματος

Το κλίμα, σύμφωνα με την ανασκαφέα, «φαίνεται πως άλλαξε επανειλημμένως στη διάρκεια χρήσης του σπηλαίου από τον άνθρωπο με την εναλλαγή θερμών και ψυχρών επεισοδίων, κατά τα οποία ο πληθυσμός του σπηλαίου αναλόγως αυξανόταν και μειωνόταν. Τα επεισόδια αυτά έχουν αφήσει τα κατάλοιπά τους στο σπήλαιο της Θεόπετρας, μοναδικό μάρτυρα αυτών των φυσικών αλλαγών σε αρχαιολογική θέση σε τόσο χαμηλό υψόμετρο μέχρι στιγμής στην Ελλάδα, ενώ είναι επίσης το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης με τόσο έντονα χαρακτηριστικά παγετώνων στη διάρκεια του Πλειστοκαίνου.

Από τη μικρομορφολογική εξέταση δειγμάτων όλων των στρωμάτων, προέκυψαν πολλές ψυχρές φάσεις που έχουν αποτυπωθεί στα ιζήματα: η πρώτη στο κατώτερο στρώμα του σπηλαίου, παλαιότερη δηλ. των 130-140.000 χρόνων πριν από σήμερα, η δεύτερη στο ανώτερο στρώμα της πρώτης καύσης, δηλαδή περίπου στην παραπάνω ηλικία. Αυτή επεκτείνεται ως τα 18.000 χρόνια πριν, που θεωρείται πέρας της τελευταίας παγετώδους περιόδου. Μια εκτεταμένη καύση που εμφανίζεται στις αποθέσεις του σπηλαίου με τη μορφή πολλών εστιών φωτιάς, όλων στον ίδιο ορίζοντα, και έχει χρονολογηθεί στα 60.000 περίπου χρόνια πριν από σήμερα, αντανακλά μια διακοπή των πολύ κακών κλιματικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή καθ’ όλο το διάστημα της τελευταίας παγετωνικής έξαρσης . Μετά την τελευταία μέγιστη παγετώδη περίοδο- Last Glacial Maximum- (35000 έως 18000 χρόνια πριν) φαίνεται πως αυξήθηκε ραγδαία ο πληθυσμός μέσα στο σπήλαιο κρίνοντας από την αντίστοιχη εντυπωσιακή αύξηση των λίθινων εργαλείων σε αυτά τα στρώματα. Τέλος, στα 12.000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα παρατηρήθηκε στο σπήλαιο το τελευταίο σύντομο ψυχρό επεισόδιο, επονομαζόμενο Younger Dryas που πιστοποιήθηκε εδώ για πρώτη φορά στην ανατολική Μεσόγειο.»

Μιλώντας για τους ανθρώπους που έζησαν στη Θεόπετρα, η Νίνα Κυπαρίσση αναφέρθηκε σε ανθρώπινες ταφές που εντόπισε εντός του σπηλαίου, ταφές ενοίκων του: Δύο ταφές αντιστοιχούν στην μεταπαγετώδη Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο και ή μία έχει χρονολογηθεί στα 14.990-14.060 π.Χ., ενώ τρεις ακόμη ταφές αντιστοιχούν στη Μεσολιθική, και έχουν χρονολογηθεί μεταξύ 7000 και 7500 π.Χ.. ΄Ολοι οι σκελετοί ανήκουν στον τύπο του Homo Sapiens sapiens. Στα βαθύτερα στρώματα της Μέσης Παλαιολιθικής, αν και δεν βρήκαμε ταφές αυτής της περιόδου, είχαμε όμως την τύχη να βρούμε αποτυπώματα ανθρώπινων πελμάτων (ένα εύρημα σπανιότατο σε παγκόσμια κλίμακα), τα οποία όμως ήταν καλυμμένα, ώστε δύσκολα μπορεί να ανιχνεύσει κανείς ιδιαίτερα ανατομικά χαρακτηριστικά σε αυτά. Εκτιμάται ωστόσο, σύμφωνα με τους τύπους των εργαλείων που βρέθηκαν σε αυτά τα στρώματα, ότι εκεί ζούσαν Neanderthal.

Χρήση φωτιάς- εστίες

«Η φωτιά αρχικά προήλθε από φυσικά φαινόμενα, από κεραυνούς πρωτίστως» είπε η ομιλήτρια. «Παρατηρώντας οι άνθρωποι τα αποτελέσματα και τις ιδιότητές της (και κυρίως τη θερμαντική) θα άρχισαν να προβληματίζονται πώς θα μπορούσαν να την παράξουν και οι ίδιοι, κάτι το οποίο δεν ήταν εύκολο, και ασφαλώς θα πειραματίστηκαν με πολλούς ανεπιτυχείς τρόπους για πάρα πολλά χρόνια. Στην αρχή θα συντηρούσαν τη φωτιά κάθε φορά που προέκυπτε, αλλά αυτό θα απαιτούσε τη συνεχή τροφοδότησή της με ξύλα. Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς τα κατάφεραν, πάντως θεωρείται ότι πριν από περίπου 600.000 χρόνια ο άνθρωπος άναβε τη φωτιά πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά η χρήση της εκείνη την εποχή ήταν περιστασιακή και απροσδιόριστη. Από τα 400.000 χρόνια περίπου αρχίζει να οργανώνει τον χώρο όπου ανάβει τη φωτιά.

Με την πειραματική αρχαιολογία έχουν δοκιμαστεί αποτελεσματικά διάφοροι τρόποι: με τριβή ξύλων μεταξύ τους, με βίαιη και ξαφνική κρούση δύο λίθων, που θα πρέπει να περιέχουν σιδηρούχα ορυκτά. Το θέμα είναι πώς συντηρείται μετά η στιγμιαία σπίθα. Εκεί χρησιμοποιείται ένα μανιτάρι, η ίσκα.»

Από τα κατώτερα στρώματα της Μέσης Παλαιολιθικής στο βαθυτερο ίζημα απουσιάζουν εξ’ ολοκλήρου τα κατάλοιπα φωτιάς, αν και η παρουσία φυτολίθων παραπέμπει σε ανθρώπινη παρουσία, χωρίς χρήση φωτιάς.

«Πάνω από αυτό το βαθύτερο ίζημα, η δεύτερη ενότητα, με πάχος έως 2,50μ. χαρακτηρίζεται από παχιά στρώματα εκτεταμένων πυρών που εναλλάσσονται με αμμώδη και ιλυώδη στρώματα» τόνισε η αρχαιολόγος. «Παρότι εδώ δεν έχουμε κατασκευασμένες εστίες με συγκεκριμένα όρια, μπορούμε ωστόσο να μιλούμε για την πρώτη παρουσία της «τεχνολογίας» της φωτιάς, για συνειδητό δηλαδή άναμμα. Οι εκτεταμένες αυτές φωτιές πάνω σε ιλυώδεις αποθέσεις μας πληροφορούν ότι αυτές ανάβονταν ακριβώς για να στεγνώσουν τον χώρο από την πολλή υγρασία που προκαλούσαν οι έντονες βροχοπτώσεις και σχετίζονται με περιόδους ηπιότερου κλίματος, κατά τις οποίες αυξανόταν ο πληθυσμός του σπηλαίου. Σε μια τέτοια υγρή επιφάνεια πάτησαν και τα πέλματα ποδιών τα οποία αποτυπώθηκαν γιατί στερεοποιήθηκαν με το άναμμα της φωτιάς και άρα στην Θεόπετρα η πρώτη χρήση φωτιάς τοποθετείται στα 130.000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα, αφού αυτή είναι η παλαιότερη ηλικία που έχουμε από τα βαθύτερα καμένα στρώματα.

Πάνω από αυτή την ενότητα με τις εκτεταμένες πυρές έχει δημιουργηθεί σκληρό ίζημα, συνολικού πάχους περίπου 1,50μ. που αποτελείται από δύο επάλληλα στρώματα, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται μία λιγότερο συμπαγής επίχωση. Οι σκληροί αυτοί σχηματισμοί αντανακλούν πολύ ψυχρές κλιματικές συνθήκες, ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα το κλίμα είχε ηπιότερα χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη λιγότερο συμπαγή ενδιάμεση επίχωση εμφανίζονται οι διαμορφωμένες εστίες που έχουν χρονολογηθεί στα 60.000 περίπου χρόνια πριν από σήμερα . Σε μια έκταση περίπου 30 τ.μ., έχουν μετρηθεί 15 τουλάχιστον τέτοιες εστίες, αριθμός που αυξάνεται όσο επεκτείνεται η ανασκαφή. Οι εστίες αυτές, έχουν επιφάνεια περίπου 1 τ.μ. η κάθε μία. Στην προσπάθειά μας να ερευνήσουμε την μέθοδο κατασκευής τους ανασκάψαμε μία από αυτές. Η βάση τους ακουμπούσε στην επιφάνεια του σκληρού παγετωνικού ιζήματος, πάνω στο οποίο, εντός συγκεκριμένων ορίων, ανάβονταν επανειλημμένως φωτιές. Εδώ βρέθηκαν και κάποιοι καρποί υποδεικνύοντας και τροφοπαρασκευή πέραν της θερμαντικής σκοπιμότητας της κατασκευής.»

Στη διάρκεια της Ανώτατης Παλαιολιθικής, το κλίμα ήταν κυρίως έντονα ψυχρό έως παγετωνικό, και ιδιαίτερα μεταξύ 35.000-18.000 όπως και αργότερα στα 12.000 χρόνια πριν από σήμερα (younger dryas). Σε όλο αυτό το παγετωνικό διάστημα δεν εμφανίζονται στις επιχώσεις του σπηλαίου φωτιές και εστίες, παρά μόνο με τη μορφή ελάχιστων μικρών κάρβουνων, αφού λόγω του ψυχρότατου κλίματος αυτής της περιόδου δεν θα έβρισκαν και ξύλα για κάψιμο, αλλά ασφαλώς θα είχε περιοριστεί στο ελάχιστο και ο πληθυσμός του σπηλαίου που πιθανόν εξακολουθούσε να το κατοικεί. Αντίθετα, μετά τα 15.000 χρόνια πριν από σήμερα, όταν το κλίμα άρχισε να βελτιώνεται, ο πληθυσμός αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς, τα λίθινα εργαλεία πύκνωσαν σημαντικά και γύρω στα 12.000 με 13.000 π.Χ. βρίσκουμε και τις πρώτες εκτεταμένες φωτιές-εστίες αυτής της περιόδου (χρονολογημένες στα 13.680-12.170 π.Χ.) όπου μάλιστα πολύ κοντά τους υπήρχαν μάζες πηλού, και αυτό ήταν ίσως το πρώτο στάδιο απ’ όπου ξεκίνησε η γνώση της επαφής πηλού- φωτιάς, που οδήγησε αργότερα στην κεραμική τεχνολογία της Νεολιθικής. Από καμένους σπόρους σε άλλη εστία της ίδιας περιόδου έχουμε ραδιοχρονολόγηση στα 13.226- 12.751 π. Χ.

Μεσολιθική

Μετά το τέλος της παγετώδους περιόδου, γύρω στα 11.000 μέχρι τα 8.000 χρόνια πριν από σήμερα, επικρατούσαν ηπιότερες συνθήκες. Αυτή η περίοδος ονομάζεται Μεσολιθική, συνδέει το Πλειστόκαινο με το Ολόκαινο και εντοπίστηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλία στο σπήλαιο της Θεόπετρας, ενώ από άλλα μέρη της Ελλάδας είναι πολύ λίγο γνωστή και μόνο από παραθαλάσσια περιβάλλοντα. Σε αυτή την βελτιωμένη κλιματικά περίοδο έχουμε και την παρουσία εστιών φωτιάς. Oι εστίες αυτής της περιόδου σε κάποιες περιπτώσεις έχουν διαμορφωμένη επιφάνεια από πηλό, καμιά φορά και με περιχείλωμα στα όριά τους. Πάνω σε αυτή την επιφάνεια αναβόταν η φωτιά, κατάλοιπα της οποίας είναι τα καρβουνάκια που βρίσκουμε και στα οποία βασίζονται οι χρονολογήσεις μας με άνθρακα 14.

Τέλος, οι εστίες κατά τη Νεολιθική περίοδο είναι πλέον σχεδόν πάντα διαμορφωμένες πήλινες κατασκευές με συγκεκριμένα όρια, πάνω στις οποίες ανάβονται και περιορίζονται οι φωτιές. Δυστυχώς, λόγω της τεράστιας αναμόχλευσης των επιχώσεων στην κεντρική κυρίως περιοχή δεν έχουμε βρει εκεί εστίες, ευτυχώς όμως βρέθηκαν στην περιφέρεια του σπηλαίου που δεν επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό από την αναμόχλευση, ώστε μπορούμε να κάνουμε αναγωγή και σε όλη την επιφάνεια χρήσης του σπηλαίου όπου ασφαλώς θα υπήρχαν και άλλες εστίες.

Ωστόσο, τα όσα ανέφερε η Νίνα Κυπαρίσση- Αποστολίκα στην άκρως ενδιαφέρουσα ομιλία της δεν εξαντλούνται εδώ. Επομένως, θα επανέλθουμε.