field_kentriki_fotografia

Η ανάκαμψη της οικονομίας τα ρίσκα και το λατινικό αλφάβητο

Την ώρα που στο υγειονομικό μέτωπο γίνεται εξαντλητική χρήση του ελληνικού αλφάβητου για την ονοματοδοσία των παραλλαγών του κορονοϊού, στο μέτωπο της οικονομίας αναζητείται το γράμμα του λατινικού αλφάβητου που θα αποδώσει καλύτερα την ανάκαμψη. Κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού ο Υπουργός των Οικονομικών υποστήριξε ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας είναι τύπου V. Το 2021, όπως είπε επικαλούμενος τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, προβλέπεται ρυθμός ανάπτυξης 6,9%. Όμως σύμφωνα με την ΤτΕ ο ρυθμός θα ξεπεράσει το 8%. Επομένως θα καλυφθούν σε σημαντικό βαθμό, αν όχι στο σύνολό τους, οι απώλειες της ύφεσης του 2020 που έφτασε στο 9%.

Η ύφεση το 2020 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ευρωζώνη παρά το γεγονός ότι η δημοσιονομική παρέμβαση της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ - σύμφωνα με μελέτη του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου - ήταν η πρώτη υψηλότερη στην ευρωζώνη. Η αναποτελεσματικότητα της παρέμβασης αυτής υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα δύο κρίσιμων παραμέτρων.

Η πρώτη σχετίζεται με τη λανθασμένη στόχευση των παρεμβάσεων που έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη το πολλαπλασιαστικό τους αποτέλεσμα για την οικονομία. Οι εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις οδήγησαν την Ελλάδα να έχει το δεύτερο μεγαλύτερο έλλειμμα στην ευρωζώνη το 2020. Το δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε στο 206% του ΑΕΠ, το δεύτερο μεγαλύτερο στον κόσμο μετά την Ιαπωνία. Η ΕΕ εκτιμά ότι το 2021 η Ελλάδα θα έχει το δεύτερο -μετά τη Μάλτα - μεγαλύτερο δημοσιονομικό έλλειμμα και τη δεύτερη – μετά την Ιρλανδία - ταχύτερη ανάκαμψη.

Η δεύτερη παράμετρος που περιόρισε την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων είναι τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Την τελευταία δεκαετία ο ρυθμός εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων κόπασε. Σε πολλές περιπτώσεις όπως στην παιδεία, δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, φορολογική πολιτική, πολλές θετικές μεταρρυθμίσεις ανατράπηκαν με βάση πελατειακά κριτήρια. Έτσι, δεκατρία χρόνια μετά το μεγαλύτερο μεταπολεμικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (14,5% του ΑΕΠ το 2008) η οικονομία - παρά τη σχετική πρόοδο - παραμένει συγκριτικά εσωστρεφής. Εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα έσοδα από τον τουρισμό γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε κρίσεις όπως η υγειονομική ή η κλιματική.

Η εκτίμηση του προϋπολογισμού για τον ρυθμό μεγέθυνσης το 2022 είναι 4,5%. Προβλέπεται απορρόφηση κονδυλίων ύψους 2,7% του ΑΕΠ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Η συμβολή τους στην ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 2,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει πολλαπλασιαστή δαπανών που υπερβαίνει τη μονάδα. Η δημόσια δαπάνη όμως που θα χρηματοδοτηθεί από τα κονδύλια του ΤΑΑ περιλαμβάνει και μη επενδυτικές δαπάνες που έχουν πολύ χαμηλότερο πολλαπλασιαστή.

Η ανάκαμψη για να είναι διατηρήσιμη πρέπει να είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη. Να συμβαδίζει με τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας. Το ΤΑΑ ζητά από τις χώρες να διαθέσουν κατ’ ελάχιστο το 37% του συνόλου των πόρων στην πράσινη μετάβαση. Στο εθνικό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» προβλέπεται πως μόλις το 37,7% των ευρωπαϊκών πόρων θα διατεθεί για τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας. Πρόκειται για το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μετά την Λετονία (37,2%) και κάτω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (43%).

Η μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας και η χαμηλότερη συγκριτικά ενεργειακή παραγωγικότητα της χώρας καθιστούν αναγκαία την όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ. Έτσι, η χώρα θα πετύχει τον πράσινο μετασχηματισμό του ενεργειακού και παραγωγικού της προτύπου. Με κριτήριο τις σχετικές προβλέψεις του προϋπολογισμού για το 2022 είναι αμφίβολο το κατά πόσο το επιτυγχάνει αυτό ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για τα επόμενα χρόνια.

Οι προβλέψεις του προϋπολογισμού για την πορεία της οικονομίας την επόμενη χρονιά δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους από την πορεία της πανδημίας όπως και των απωλειών από την ακρίβεια στο διαθέσιμο εισόδημα των χαμηλόμισθων. Παραγνωρίζεται ο κίνδυνος της αδυναμίας απορρόφησης των κονδυλίων του ΤΑΑ ή/και της διάθεσης τους σε δράσεις με μικρότερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Επίσης, δεν λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες από τις πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά ενέργειας και πως αυτές θα επηρεάσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Το ερώτημα λοιπόν για την επόμενη ημέρα της οικονομίας δεν είναι αν τελικά το V αποδίδει την καλύτερη περιγραφή της ανάκαμψης αλλά πως θα αποφύγουμε μια τύπου Κ. Μια ανάκαμψη δηλαδή που για ορισμένους η επόμενη ημέρα θα είναι καλύτερη από το 2019 αλλά για τους περισσότερους θα είναι χειρότερη σε σχέση με το 2019. Ας μην επαναπαύεται λοιπόν η κυβέρνηση από την περίοδο χάριτος που της προσέφερε η ΕΚΤ με την πρόσφατη ευνοϊκή απόφαση της για επέκταση της αγοράς των ελληνικών ομολόγων και μετά το Μάρτιο του 2022 οπότε λήγει το PEPP. Είναι ανοικτό το ενδεχόμενο οι αποφάσεις για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες να περιορίσουν σημαντικά τις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας από το 2023.

Αν η κυβέρνηση επαναπαυτεί ο κίνδυνος που διατρέχουμε είναι να εξασφαλίσουμε για τα επόμενα 1-3 χρόνια ικανοποιητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης με τους πόρους του ΤΑΑ αλλά η οικονομία μας να μην μετασχηματιστεί ώστε να γίνει περισσότερο ανθεκτική και δυναμική. Μετασχηματισμός που είναι εξίσου αναγκαίος με τον πράσινο και τον ψηφιακό. Η κυβέρνηση ας προετοιμάζεται επαρκώς προωθώντας θετικές για τους πολίτες μεταρρυθμίσεις και ας αξιοποιεί σωστά τους διαθέσιμους πόρους ώστε όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια νέα κρίση να μην είμαστε για άλλη μια φορά η χώρα που θα πρωταγωνιστεί στην απώλεια ΑΕΠ, χαμένων θέσεων εργασίας και αύξησης των ανισοτήτων. Γιατί τότε το κατάλληλο γράμμα του λατινικού αλφάβητου θα είναι το L και όχι το V ή το Κ.

*Ο Φίλιππος Σαχινίδης είναι πρώην Υπουργός Οικονομικών