Ρευματοκλοπές: Σήμα για θεσμική θωράκιση και εξορθολογισμό με επίκεντρο τα νοικοκυριά

Ρευματοκλοπές: Σήμα για θεσμική θωράκιση και εξορθολογισμό με επίκεντρο τα νοικοκυριά

Σαφές μήνυμα προς τον ΔΕΔΔΗΕ να προχωρήσει σε διορθωτικές κινήσεις στον τρόπο υλοποίησης της εκστρατείας κατά των ρευματοκλοπών στέλνουν κυβερνητικές πηγές.

Υπενθυμίζεται ότι ο τρόπος με τον οποίο διενεργούνται οι έλεγχοι για τις ρευματοκλοπές από τον ΔΕΔΔΗΕ έχει εισέλθει σε φάση αναθεώρησης καθώς πληθαίνουν οι ενστάσεις πολιτών και οι δικαστικές προσφυγές που ανέδειξαν αδυναμίες και διαδικαστικά κενά στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην άμεση κινητοποίηση της ΡΑΑΕΥ, με στόχο τη θέσπιση αυστηρότερων και πιο σαφών κανόνων, ώστε να μπει τέλος στα λάθη του παρελθόντος.

Από την πλευρά του, ο ΔΕΔΔΗΕ προχωρά σε επανεξέταση περίπου 15.000 περιπτώσεων που είχαν χαρακτηριστεί ως ύποπτες για ρευματοκλοπή, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται όλες οι νόμιμες και διαδικαστικές προϋποθέσεις. Παράλληλα, με πρόσφατη απόφασή του, ο Διαχειριστής ανακοίνωσε την πανελλαδική αναστολή διακοπών ηλεκτροδότησης για χαμηλές οικιακές παροχές, έως ότου ολοκληρωθεί η επανεξέταση των υποθέσεων.

Όπως αναγνωρίζεται από τις ίδιες πηγές, η εντατικοποίηση των ελέγχων ήταν αναγκαία και απέφερε ουσιαστικά οφέλη, τόσο για τους συνεπείς καταναλωτές όσο και για τους προμηθευτές, συμβάλλοντας παράλληλα στη βελτίωση των ρυθμιζόμενων εσόδων του συστήματος.

Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία εφαρμόστηκε το πρόγραμμα, χωρίς να έχουν πλήρως ωριμάσει όλα τα πληροφοριακά συστήματα και οι διοικητικές διαδικασίες, είχε ως αποτέλεσμα να καταγραφούν λάθη κυρίως σε επίπεδο τήρησης των προβλεπόμενων βημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρότι εντοπίστηκαν προβληματικοί μετρητές, οι πράξεις ακυρώθηκαν κατόπιν ενστάσεων, λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης ή μη πλήρους συμμόρφωσης με τις διαδικαστικές απαιτήσεις.

Το ζητούμενο πλέον, κατά τις ίδιες πηγές, είναι ο ΔΕΔΔΗΕ να επιβραδύνει τον ρυθμό, ώστε να θωρακίσει καταρχάς θεσμικά τις διαδικασίες και να διασφαλίσει ότι κάθε διαπίστωση ρευματοκλοπής δεν θα έχει τόσο διοικητικά όσο και νομικά κενά.

Το οικονομικό αποτύπωμα και η κοινωνική διάσταση

Η ανάγκη εξορθολογισμού του πλαισίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το οικονομικό αποτύπωμα του φαινομένου. Οι ρευματοκλοπές, που συνιστούν ποινικό αδίκημα, επιβαρύνουν σε ετήσια βάση την αγορά ενέργειας και τους συνεπείς καταναλωτές με ποσό που υπερβαίνει τα 450 εκατ. ευρώ. Πρακτικά, αυτό μεταφράζεται σε μια μέση ετήσια επιβάρυνση της τάξης των 60 ευρώ για κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση που πληρώνει κανονικά τους λογαριασμούς του.

Υπό την προϋπόθεση ότι οι έλεγχοι γίνονται ορθά και χωρίς σφάλματα, η μείωση των ρευματοκλοπών μπορεί να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των σχετικών χρεώσεων στα τιμολόγια έως και κατά 5%, όφελος που θεωρείται κρίσιμο σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στο κόστος ενέργειας.

Παρεμβάσεις από ΡΑΑΕΥ και ΥΠΕΝ

Με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκαν όλες οι περιπτώσεις ως πραγματικές ρευματοκλοπές, η ΡΑΑΕΥ επεξεργάζεται δέσμη μέτρων που αφορούν τη διαδικασία διαπίστωσης και τεκμηρίωσης των παραβάσεων. Μεταξύ των παρεμβάσεων που εξετάζονται περιλαμβάνεται η τροποποίηση του Εγχειριδίου Διαχείρισης Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθάρισης Προμηθευτών του ΔΕΔΔΗΕ, ώστε να αποσαφηνιστούν και να αυστηροποιηθούν τα στάδια που πρέπει να ακολουθούνται σε κάθε έλεγχο.

Στο ίδιο πλαίσιο, μετά από πρόσφατη σύσκεψη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τη συμμετοχή της ΡΑΑΕΥ, αποφασίστηκε η μεταφορά όλων των ελέγχων για ύποπτες περιπτώσεις ρευματοκλοπών στα κεντρικά γραφεία του ΔΕΔΔΗΕ στην Αθήνα. Στόχος είναι να περιοριστούν οι αστοχίες που είχαν παρατηρηθεί σε αποκεντρωμένες υπηρεσίες και είχαν οδηγήσει σε εσφαλμένες κατηγορίες εις βάρος καταναλωτών.

Στο ζήτημα αναφέρθηκε πρόσφατα και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Στ. Παπασταύρου, τονίζοντας ότι οι ρευματοκλοπές συνιστούν μορφή κοινωνικής αδικίας, καθώς «ο συνεπής πληρώνει τον ασυνεπή». Όπως επισήμανε, το φαινόμενο διογκώθηκε μετά το 2022, αφενός λόγω της εκτόξευσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και αφετέρου επειδή, την περίοδο μετά την πανδημία, οι έλεγχοι είχαν περιοριστεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι έλεγχοι αυξήθηκαν από 36.000 το 2024 σε 53.000, ενώ έχουν ήδη εισπραχθεί περίπου 150 εκατ. ευρώ, με επιπλέον 50 εκατ. να αναμένονται. Όπως διευκρίνισε, τα ποσά αυτά δεν αποτελούν έσοδο του ΔΕΔΔΗΕ, αλλά κατευθύνονται σε ειδικούς λογαριασμούς και λειτουργούν προς όφελος των συνεπών καταναλωτών, συμβάλλοντας στη μείωση του τελικού κόστους.