Σημαντική βελτίωση της εικόνας της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία της χονδρικής, επιβεβαιώνοντας την αποκλιμάκωση των τιμών τόσο σε σχέση με τις αγορές του ευρωπαϊκού Βορρά όσο και σε σύγκριση με τα υψηλά επίπεδα κόστους που επικρατούσαν στο εγχώριο σύστημα τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ανταγωνιστικών αγορών ηλεκτρισμού για τον Ιανουάριο, με τη μέση τιμή στη χονδρική να διαμορφώνεται κοντά στα 109 ευρώ/MWh. Την ίδια στιγμή, σε βορειότερες και γειτονικές χώρες οι τιμές καταγράφονται σημαντικά υψηλότερες, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και κατά 40 ευρώ/MWh πάνω από τα ελληνικά επίπεδα.
Φθηνότερη εικόνα έναντι Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης
Η διαφοροποίηση γίνεται εντονότερη στη σύγκριση με μεγάλες αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως η Γερμανία και οι χώρες της Βαλτικής. Εκεί, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει αυξημένο, αντανακλώντας τόσο την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου όσο και τη συνεχιζόμενη πίεση από το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂.
Αντιθέτως, η ελληνική αγορά εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Όπως επισημαίνεται, η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας και τη σταδιακή αλλά ουσιαστική υποχώρηση των καθαρών εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας την τελευταία διετία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας έχει μετακινηθεί από έντονα ελλειμματικό σε θετικό, με τη συνολική μεταβολή να προσεγγίζει τα 800 εκατ. ευρώ σε διάστημα δύο ετών, εξέλιξη που ενισχύει τη θέση της Ελλάδας τόσο σε επίπεδο αγοράς όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο.
Καθοριστική η συμβολή του Λογαριασμού Προσαυξήσεων
Ταυτόχρονα, θετικές ενδείξεις καταγράφονται και στον Λογαριασμό Προσαυξήσεων (ΛΠ), ο οποίος αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της χονδρικής τιμής. Σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, τον Δεκέμβριο το συνολικό κόστος του ΛΠ υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 18 μηνών.
Σε ετήσια βάση, η μέση επιβάρυνση διαμορφώνεται κοντά στα 20 ευρώ/MWh, ενώ τον Δεκέμβριο περιορίστηκε περαιτέρω, στα επίπεδα των 15 ευρώ/MWh.
Σημαντικό βάρος έχει η εξέλιξη του ΛΠ3, του πλέον ευμετάβλητου σκέλους του λογαριασμού, ο οποίος από τα 17 ευρώ/MWh στις αρχές του έτους υποχώρησε κοντά στα 10 ευρώ/MWh. Η πτώση αυτή αποδίδεται σε αυστηρότερη εποπτεία της αγοράς, τεχνικές παρεμβάσεις στον τρόπο ένταξης της τηλεθέρμανσης στο σύστημα, καθώς και σε στοχευμένες προσαρμογές του ρυθμιστικού πλαισίου.
Όπως σημειώνεται, η αποκλιμάκωση του ΛΠ3 έχει επίδραση συγκρίσιμη με εκείνη που επιτυγχάνεται μέσω του περιορισμού των ρευματοκλοπών, δημιουργώντας ουσιαστικό όφελος στο συνολικό κόστος για την αγορά.
Και στη λιανική, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Με αισθητά χαμηλότερη τιμή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ξεκίνησε το 2026 και η ελληνική αγορά λιανικής. Σύμφωνα με τον δείκτη HEPI για τον Ιανουάριο, η Αθήνα παρέμεινε κάτω τόσο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 όσο και από τον συνολικό μέσο όρο των χωρών που παρακολουθεί ο δείκτης.
Η μέση τελική τιμή για ένα τυπικό νοικοκυριό διαμορφώθηκε στα 23,83 λεπτά/kWh, έναντι 25,83 λεπτών/kWh στην ΕΕ-27 και 24,76 λεπτών/kWh στον συνολικό μέσο όρο του δείκτη.
Την ίδια στιγμή, έντονες αυξήσεις καταγράφηκαν σε αγορές του Βορρά, με τη Βαρσοβία (+17%), τη Στοκχόλμη και το Ταλίν (+9%) και το Ελσίνκι (+8%), λόγω ψυχρών καιρικών συνθηκών, αυξημένης ζήτησης και μειωμένης αιολικής παραγωγής στην αγορά Nord Pool.
Από την «πιο ακριβή» αγορά, σε καθαρό εξαγωγέα
Η σύγκριση με το εγχώριο παρελθόν αναδεικνύει, επίσης, τη δομική αλλαγή. Το 2019, η Ελλάδα είχε την ακριβότερη χονδρική τιμή ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, έως και 20 ευρώ/MWh ακριβότερη από τη Βουλγαρία, ενώ οι εισαγωγές κάλυπταν το 18% των αναγκών της χώρας.
Η εικόνα άρχισε να αντιστρέφεται από το 2024, όταν η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, κάτι που είχε να συμβεί από το 2000. Από εισαγωγές 18%, η χώρα πέρασε σε εξαγωγές 5%-6%, αξιοποιώντας τη διείσδυση των ΑΠΕ και το βελτιωμένο ενεργειακό μείγμα.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στο εμπορικό ισοζύγιο, καθώς από έλλειμμα 575 εκατ. ευρώ το 2023, στο 11μηνο του 2024 καταγράφηκε πλεόνασμα 61 εκατ. ευρώ, δηλαδή βελτίωση άνω των 630 εκατ. ευρώ. Αν οι εισαγωγές παρέμεναν στα επίπεδα του 2019, το κόστος για το 2024 θα ξεπερνούσε το 1 δισ. ευρώ.
Το γεγονός ότι μια χώρα είναι εξαγωγέας δεν εγγυάται αυτόματα φθηνές τιμές σε ένα διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό σύστημα. Όμως, ο εξαγωγέας έχει φθηνότερες τιμές από τους γείτονές του. Το 2023, η Ελλάδα πλήρωνε +15 €/MWh σε σχέση με τη Βουλγαρία για να «τραβήξει» ενέργεια. Το 2024, η εικόνα αντιστράφηκε, με την ελληνική τιμή να είναι οριακά χαμηλότερη (-2 €/MWh).
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα βελτίωσε σταδιακά τη θέση της στην ευρωπαϊκή κατάταξη, καταγράφοντας την 10η υψηλότερη χονδρική τιμή το 2024, από 7η ακριβότερη το 2023 και από ακριβότερη όλων το 2019.
Το 2026 έκανε καλό «ποδαρικό» για την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, η οποία δεν είναι απλώς φθηνότερη από τον ευρωπαϊκό Βορρά σήμερα, αλλά και δομικά ισχυρότερη από ό,τι ήταν πριν λίγα χρόνια, εξέλιξη που αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
