Ισχυρό μήνυμα προς τις ελληνικές υποδομές φυσικού αερίου εκπέμπουν τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοπρασιών χρονοθυρίδων LNG στη Ρεβυθούσα, δείχνοντας ότι αποκτούν μόνιμο και όχι συγκυριακό ρόλο στον περιφερειακό εφοδιασμό.
Σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων χρονοθυρίδων στον τερματικό σταθμό LNG της Ρεβυθούσας έως το 2040 «κλείδωσαν», σύμφωνα με πληροφορίες, οι πέντε μεγάλοι παίκτες της εγχώριας ενεργειακής αγοράς – ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ENERWAVE (Helleniq Energy), METLEN και ΗΡΩΝ. Οι θέσεις εξασφαλίστηκαν μέσω της πρόσφατης μακροχρόνιας δημοπρασίας που διενήργησε ο ΔΕΣΦΑ, η οποία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς για πρώτη φορά προσφέρθηκαν δυναμικότητες με διάρκεια που φτάνει έως και τα 15 έτη, σηματοδοτώντας έναν νέο τρόπο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για το LNG στη χώρα.
Η σχεδόν πλήρης δέσμευση της διαθέσιμης δυναμικότητας έως και το 2040 αποτυπώνει προσδοκίες μακροχρόνιας αξιοποίησης της χώρας ως πύλης εισόδου και εξαγωγικής βάσης φυσικού αερίου για την Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Όπως ανακοίνωσε ο ΔΕΣΦΑ, οι ετήσιες δημοπρασίες για τη δέσμευση χρονοθυρίδων εκφόρτωσης και δυναμικότητας αεριοποίησης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG) στον Τερματικό Σταθμό της Ρεβυθούσα χαρακτηρίστηκαν από υψηλή συμμετοχή χρηστών. Για τα περισσότερα έτη της περιόδου 2026–2040, η κάλυψη της προσφερόμενης δυναμικότητας αγγίζει το σύνολο, γεγονός που, σύμφωνα με τον Διαχειριστή, αντανακλά το έντονο ενδιαφέρον για μακροχρόνια πρόσβαση στην υποδομή.
Μακροχρόνια στοιχήματα και περιφερειακές ροές
Οι φετινές δεσμεύσεις επιβεβαιώνουν ότι η πρόσβαση σε υποδομές αεριοποίησης LNG παραμένει κρίσιμος παράγοντας στον ενεργειακό σχεδιασμό των παικτών της αγοράς. Δεν πρόκειται μόνο για κάλυψη των εγχώριων αναγκών, αλλά για τοποθετήσεις που λαμβάνουν υπόψη τον ανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού χάρτη φυσικού αερίου μετά το 2022.
Σε αυτό το περιβάλλον, τόσο η Ρεβυθούσα όσο και το FSRU της Αλεξανδρούπολης λειτουργούν ως κόμβοι που εξυπηρετούν διασυνοριακές ροές. Παράλληλα, οι επενδύσεις του ΔΕΣΦΑ σε σταθμούς συμπίεσης και η ενίσχυση του εθνικού συστήματος μεταφοράς αυξάνουν τις τεχνικές δυνατότητες για μεταφορά ποσοτήτων προς τις αγορές του Βορρά, ενισχύοντας τον ρόλο της Ελλάδας στον περιφερειακό εφοδιασμό.
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου. Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα, τόσο σε πολιτικό όσο και σε εμπορικό επίπεδο, με στόχο να αντιμετωπιστούν ζητήματα κόστους και ρυθμιστικών ασυμμετριών.
Ενδεικτικό της προσπάθειας αλλαγής κλίματος θεωρείται η πρώτη εμπορική συμφωνία της κοινοπραξίας ATLANTIC SEE LNG TRADE. Στο deal συμμετέχουν ως προμηθευτής η BP και ως αγοραστής η ουκρανική Naftogaz. Η συμφωνία προβλέπει την αποστολή φορτίου LNG, το οποίο θα εκφορτωθεί στη Ρεβυθούσα και θα κατευθυνθεί προς την Ουκρανία τον Μάρτιο, μέσω του Route 1 (Ελλάδα – Βουλγαρία – Ρουμανία – Μολδαβία – Ουκρανία), με τις τελικές ποσότητες να εξαρτώνται από τη διαθέσιμη διασυνοριακή χωρητικότητα.
Tο βλέμμα είναι τώρα στραμμένο στη διυπουργική συνάντηση στην Ουάσινγκτον, στα τέλη Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων χωρών. Στόχος είναι ο συντονισμός των επόμενων βημάτων και η άρση εμποδίων που έχουν εντοπιστεί τόσο στο ρυθμιστικό όσο και στο οικονομικό σκέλος του εγχειρήματος.
Τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ αποτυπώνουν καθαρά τη δυναμική, καθώς για την περίοδο 2026–2040 προσφέρθηκαν συνολικά 413 χρονοθυρίδες εκφόρτωσης, που αντιστοιχούν σε 342,5 TWh LNG. Από αυτές, δεσμεύθηκαν οι 409, συνολικής ποσότητας 340,5 TWh, ποσοστό κάλυψης άνω του 99%.
Για τα έτη 2027–2029 η δυναμικότητα είχε ήδη δεσμευθεί πλήρως από προηγούμενες δημοπρασίες, ενώ για το 2026 και το 2030 καλύφθηκαν και τα τελευταία διαθέσιμα slots. Την περίοδο 2031–2039, όλες οι ετήσιες χρονοθυρίδες – από 24 έως 43 ανά έτος – δεσμεύθηκαν στο σύνολό τους. Μόνο για το 2036 και το 2040 παραμένουν περιορισμένα υπόλοιπα, συνολικής ποσότητας 2 TWh LNG.
Συνολικά, για ολόκληρο το διάστημα 2026–2040, αδιάθετες παραμένουν μόλις τέσσερις χρονοθυρίδες. Ένα αποτέλεσμα που, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αποτυπώνει όχι μόνο τη σημερινή ζήτηση, αλλά κυρίως την θέση ότι οι ελληνικές υποδομές φυσικού αερίου θα αποτελέσουν σταθερό σημείο αναφοράς στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής τα επόμενα χρόνια.
