Άρθρο παρέμβαση των συντακτών της έκθεσης Πισσαρίδη: Πώς η Ελλάδα θα κάνει το άλμα στο μέλλον

Πώς η Ελλάδα θα κάνει το άλμα στο μέλλον

Χρειάζονται παρεμβάσεις που θα βελτιώσουν τη δομή της ελληνικής οικονομίας και αξίζει τον κόπο να γίνουν αυτές;  Κανείς δεν μπορεί, φυσικά, να προβλέψει την εξέλιξη μιας οικονομίας, ιδίως σε ένα ευμετάβλητο παγκόσμιο περιβάλλον. Μπορούν όμως να τεθούν όρια και κατευθύνσεις. 

Στην Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό, διακρίνονται δυο μακροοικονομικά σενάρια για την επόμενη δεκαετία. Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, η οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,7% σε πραγματική βάση. Σύμφωνα με το δεύτερο, η οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,5%. Η διαφορά στην ευημερία των Ελλήνων και στο πώς θα είναι συνολικά η χώρα σε δέκα χρόνια από τώρα, στη μια ή την άλλη περίπτωση, είναι τεράστια.  

Το πρώτο σενάριο είναι κοντά σε αυτά των περισσότερων διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ. Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι επίσης κοντά σε αυτούς που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια, με τη λήξη των μνημονίων, όπως 1,9% το 2018 και το 2019. Το δεύτερο σενάριο, αν και αρκετά πιο αισιόδοξο, είναι εφικτό, με την προϋπόθεση όμως ότι ένα σχέδιο δράσεων που καθιστά πιο αποτελεσματικό τον δημόσιο τομέα και τις αγορές θα υλοποιηθεί έγκαιρα και με συνέπεια. 

Το πρώτο σενάριο συμπεριλαμβάνει θετικές εξελίξεις που μπορεί να αναμένονται. Μετά τη λήξη της τρέχουσας βαθιάς κρίσης λόγω της πανδημίας, η αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης θα οδηγήσει σε σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας και η βελτίωση των προσδοκιών θα αναθερμάνει τις επενδύσεις. Η απορρόφηση των πρόσθετων ευρωπαϊκών πόρων θα εξισορροπήσει την επίδραση της αντιστροφής του μεγάλου δημοσιονομικού ελλείματος. Όμως, το σενάριο δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές θεσμικές βελτιώσεις στη λειτουργία του δημόσιου τομέα και των αγορών. Έτσι, μετά από το αρχικό στάδιο εξισορρόπησης και κάλυψης του παραγωγικού κενού, επικρατούν τάσεις αδυναμίας που υποβιβάζουν την οικονομία προς ρυθμό κοντά στο 1% ετησίως, με συνέπεια το κατά κεφαλήν εισόδημα το 2030 να παραμένει το ίδιο σχεδόν ποσοστό του ευρωπαϊκού μέσου όρου με αυτό το 2019. 

Μήπως, όμως, το δεύτερο σενάριο είναι υπερβολικά αισιόδοξο; Αρχικά, ας τονιστεί ότι ακόμα και σε αυτό, η Ελλάδα παραμένει σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε κατά κεφαλήν εισόδημα. Η σημερινή απόσταση είναι μεγάλη και, βέβαια, και οι άλλες χώρες θα αναπτύσσονται, και ορισμένες γρήγορα.  Υποθέτοντας μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,5% για τις χώρες της ΕΕ, το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα θα αυξηθεί στο θετικό σενάριο από το 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 στο 81% το 2030. 

Ένας μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 3,5%, με το δεύτερο σενάριο, μπορεί να προκύψει συνδυαστικά από αύξηση της απασχόλησης, κατά 1% σε ετήσια βάση, και αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, κατά 2,5%. 

Η μείωση της ανεργίας από το υπερβολικά υψηλό σημερινό επίπεδο του 17% θα συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου για την απασχόληση. Υπάρχει όμως και μια ισχυρή τάση προς την αντίθετη κατεύθυνση: η μείωση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης. Η μείωση αυτή, περίπου 7,5% μέσα στη δεκαετία, θα αντισταθμίσει σχεδόν απόλυτα την αύξηση της απασχόλησης που θα προκύψει από τη μείωση της ανεργίας.

Κρίσιμη για την επίτευξη του στόχου για την απασχόληση θα είναι, επομένως, η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας, δηλαδή αυτών που εργάζονται ή αναζητούν εργασία. Το ποσοστό συμμετοχής των ανδρών στην κύρια εργασιακή ηλικία (25-54 χρονών) είναι ήδη σχετικά ικανοποιητικό. Εκεί όμως που υπάρχει σημαντική υστέρηση σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους είναι στο ποσοστό συμμετοχής των γυναικών, των νέων, και αυτών που βρίσκονται κοντά στη σύνταξη.

Η προσέλκυση των ομάδων αυτών στην αγορά εργασίας είναι σημαντικό στοίχημα για την επόμενη δεκαετία. Μπορεί να επιτευχθεί με δράσεις που όπως η μείωση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, η ανάπτυξη συστήματος προσχολικής αγωγής, η ενίσχυση του συστήματος φροντίδας των ηλικιωμένων, η αναβάθμιση του συστήματος εργασιακής κατάρτισης, η διασύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος με την αγορά εργασίας, και η τήρηση των κανόνων συνταξιοδότησης. Τέτοιες δράσεις θα συμβάλουν επίσης μέσω της αντιστροφής της τάσης φυγής από τη χώρα όσων βρίσκονται στις πιο παραγωγικές ηλικίες.

Ο στόχος για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έχει δύο μέρη: την αύξηση του κεφαλαιακού εξοπλισμού ανά εργαζόμενο, και την αύξηση της παραγωγικότητας με δεδομένο τον κεφαλαιακό εξοπλισμό. 

Με βάση την εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών, εκτιμούμε ότι το 60% της μελλοντικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή 1,5% ετησίως, θα πρέπει να προέλθει από την αύξηση του κεφαλαιακού εξοπλισμού ανά εργαζόμενο. Αυτή η εξέλιξη προϋποθέτει ότι οι παραγωγικές επενδύσεις, που μπορεί να είναι ιδιωτικές ή δημόσιες, θα ανέλθουν στο 17,5% του ΑΕΠ, δηλαδή στο μέσο όρο των μικρών ανοικτών οικονομιών της ΕΕ. Ένα τέτοιο επίπεδο παραγωγικών επενδύσεων είναι υψηλότερο, αν και συγκρίσιμο, με αυτό πριν τη δεκαετή κρίση (15% το 1995-2008), αλλά σχεδόν διπλάσιο από αυτό κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η αύξηση των επενδύσεων στα επίπεδα πριν την κρίση, και ακόμα υψηλότερα, είναι ο δυσκολότερος αναπτυξιακός στόχος. Για την επίτευξή του απαιτούνται σημαντικές παρεμβάσεις τόσο στο θεσμικό περιβάλλον όσο και στη χρηματοδότηση.

Το υπόλοιπο 40% της μελλοντικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή το 1% ετησίως, μπορεί να προέλθει από την αύξηση της παραγωγικότητας με δεδομένο τον κεφαλαιακό εξοπλισμό. Σχετικά πρόσφατο προηγούμενο παρόμοιας εξέλιξης υπάρχει: την περίοδο 1995-2002, το μέγεθος αυτό αυξήθηκε κατά 1,1% ετησίως. 

Από τα παραπάνω προκύπτει πως η αντιστροφή της απόκλισης της οικονομίας και η πραγματική σύγκλιση στους υψηλούς ευρωπαϊκούς μέσους όρους είναι στόχος όχι μόνο εφικτός αλλά και απαραίτητος. Προϋποθέτει, όμως, ουσιαστικές αλλαγές, που θα στηρίξουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα. Με άλλα λόγια, ένα θετικό μακροοικονομικό σενάριο δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα χωρίς βελτίωση τη δομής της οικονομίας σε επίπεδο αγορών και δημόσιου τομέα. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο δράσεις που εκσυγχρονίζουν τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, επιταχύνουν την απονομή δικαιοσύνης, μειώνουν δραστικά την πολυπλοκότητα και το βάρος της δημόσιας διοίκησης και αναπτύσσουν την κεφαλαιαγορά, δεν αποτελούν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα, τον μόνο δρόμο για συστηματικά υψηλότερα εισοδήματα στη χώρα.  

*Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι Καθηγητής του London School of Economics και ο κ. Νίκος Βέττας είναι Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών