Με φόντο έναν κόσμο εξαντλημένο από πολέμους, ενεργειακή αστάθεια και γεωπολιτικές συγκρούσεις, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ συναντώνται στο Πεκίνο σε μία από τις πιο κρίσιμες διμερείς συνόδους των τελευταίων ετών.
Η επίσκεψη Τραμπ — η πρώτη Αμερικανού προέδρου στην Κίνα από το 2017 — έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου βρίσκονται ανάμεσα στην ανάγκη συνεργασίας και στον στρατηγικό ανταγωνισμό. Στο τραπέζι των συνομιλιών βρίσκονται το εμπόριο, η τεχνητή νοημοσύνη, οι σπάνιες γαίες, η Ταϊβάν και κυρίως ο πόλεμος με το Ιράν, που πλέον επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.
Το Πεκίνο προετοιμάζεται για μια επίδειξη ισχύος και διπλωματικού θεάματος. Οι επίσημες συνομιλίες θα πραγματοποιηθούν στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο στις 14 Μαΐου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης επίσκεψη στον Ναό του Ουρανού, μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, επίσημο κρατικό δείπνο και γεύμα εργασίας στις 15 Μαΐου.
Ωστόσο, πίσω από την επισημότητα, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η Κίνα του 2026 δεν θυμίζει εκείνη που επισκέφθηκε ο Τραμπ πριν από σχεδον μία δεκαετία. Μετά τον πρώτο εμπορικό πόλεμο της περιόδου 2017-2020, το Πεκίνο επιτάχυνε την τεχνολογική και βιομηχανική του αυτονόμηση, επενδύοντας μαζικά στην τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την παραγωγή μικροτσίπ.
Την ίδια στιγμή, ο Σι εμφανίζεται ισχυρότερος πολιτικά από ποτέ, έχοντας καταργήσει τα όρια θητειών και εδραιώσει πλήρως τον έλεγχό του στο κινεζικό κράτος. Απέναντί του βρίσκεται ένας Τραμπ που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική με πιο συναλλακτικούς όρους, ενώ παράλληλα πιέζεται από τον παρατεταμένο πόλεμο με το Ιράν.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να κυριαρχήσει στις συνομιλίες. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα έχει «μακρά συζήτηση» με τον Σι για το Ιράν, ζητώντας από το Πεκίνο να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη ώστε να επανέλθει σε διαπραγματεύσεις και να αποκαταστήσει την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ.
Για την Κίνα, το ζήτημα είναι κρίσιμο. Η χώρα αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ιρανικού πετρελαίου και η ενεργειακή κρίση ήδη επιβαρύνει την κινεζική οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και πιέζοντας τις εξαγωγές. Παράλληλα, το Πεκίνο επιχειρεί να εμφανιστεί ως πιθανός διαμεσολαβητής, αξιοποιώντας τις στενές σχέσεις του με την Τεχεράνη.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στο Πεκίνο ενίσχυσε την εικόνα της κινεζικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, ενώ αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Κίνα εξετάζει την παροχή νέων αμυντικών συστημάτων στο Ιράν — κάτι που το Πεκίνο αρνείται.
Παράλληλα, η Ταϊβάν παραμένει το πιο ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων. Η Ουάσινγκτον συνεχίζει τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊπέι, όμως ο Τραμπ έχει κατά καιρούς στείλει αμφίσημα μηνύματα σχετικά με την αμερικανική δέσμευση υπεράσπισης του νησιού.
Το Πεκίνο αναμένεται να πιέσει για αλλαγή της αμερικανικής διατύπωσης στο θέμα της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν και για περιορισμό των εξοπλισμών προς το νησί. Την ίδια ώρα, κινεζικά πολεμικά αεροσκάφη και πλοία συνεχίζουν σχεδόν καθημερινές ασκήσεις γύρω από την περιοχή.
Στο οικονομικό μέτωπο, οι δύο πλευρές επιδιώκουν να διατηρήσουν την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία που συμφωνήθηκε πέρυσι στη Νότια Κορέα. Ο Τραμπ αναμένεται να πιέσει για αυξημένες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και αεροσκαφών Boeing από την Κίνα, ενώ το Πεκίνο θα ζητήσει χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένων αμερικανικών μικροτσίπ και μεγαλύτερη πρόσβαση κινεζικών εταιρειών στην αμερικανική αγορά.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πλέον νέο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού και στην αμερικανική αποστολή συμμετέχουν ο διευθύνων σύμβουλος της Apple Τιμ Κουκ, ο επικεφαλής των Tesla και SpaceX, Ίλον Μασκ, αλλά και ο CEO της Nvidia, Γένσεν Χουάνγκ. Επίσης, στο πλευρό του προέδρου θα είναι ο CEO της BlackRock, Λάρι Φινκ, o CEO της Blackstone, Στίβεν Σουάρτσμαν, η Κέλι Όρτμπεργκ, CEO της Boeing.
Ακόμη, ο διευθύνων σύμβουλος της Cargill, Μπράιαν Σάικς, της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ, ο Λάρι Κουλπ της General Electric. Ο CEO της Goldman Sachs, Ντέιβιντ Σόλομον, της Micron, Σαντζέι Μεχρότρα και της Qualcom,Κριστιάνο Άμον θα δώσουν, επίσης, το παρών.
Οι ΗΠΑ κατηγορούν κινεζικές εταιρείες ότι αντιγράφουν ή υποκλέπτουν αμερικανική τεχνολογία AI, ενώ η Κίνα επενδύει δισεκατομμύρια σε «νέες παραγωγικές δυνάμεις», όπως τις αποκαλεί ο Σι.
Το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί του Πεκίνου παραμένουν οι σπάνιες γαίες. Η Κίνα ελέγχει περίπου το 90% της παγκόσμιας επεξεργασίας τους — κρίσιμο στοιχείο για κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ανεμογεννήτριες και οπλικά συστήματα. Αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να επιχειρηθεί ένας άτυπος συμβιβασμός: πρόσβαση των ΗΠΑ σε κινεζικές σπάνιες γαίες με αντάλλαγμα χαλάρωση στους περιορισμούς εξαγωγής προηγμένων τσιπ.
Παρά το βαρύ πρόγραμμα και τις βαθιές διαφωνίες, και οι δύο πλευρές επιθυμούν να αποφύγουν μια νέα μετωπική σύγκρουση. Για τον Τραμπ, μια σταθερότερη σχέση με το Πεκίνο θα μπορούσε να περιορίσει τις διεθνείς πιέσεις προς τις ΗΠΑ. Για τον Σι, η αποκλιμάκωση θα ενίσχυε την οικονομική σταθερότητα που χρειάζεται η Κίνα για να συνεχίσει την άνοδό της.
Το αν η σύνοδος θα οδηγήσει σε ουσιαστική συνεργασία ή απλώς σε μια προσωρινή ανακωχή, ίσως καθορίσει όχι μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, αλλά και την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων για τα επόμενα χρόνια.
