«Επίσημη πρώτη» στην Ουάσινγκτον για το Συμβούλιο Ειρήνης με αιχμές του Ντόναλντ Τραμπ για τους ηγέτες που αρνήθηκαν την πρόσκληση και προειδοποιήσεις προς το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν ότι το παράθυρο για διπλωματική διευθέτηση στενεύει επικίνδυνα. Στο φόντο, μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος στη Μέση Ανατολή με τις Ένοπλες Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών έτοιμες να πατήσουν τη σκανδάλη - εφόσον ο Τραμπ το αποφασίσει.
Η πρώτη συνεδρίαση ενός νέου οργανισμού, που ξεκίνησε με άξονα τη Γάζα αλλά επεκτείνεται στη διαχείριση παγκόσμιων κρίσεων σε θολό θεσμικό πλαίσιο, ήλθε τη στιγμή που ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με επιλογές υψηλού ρίσκου ανάμεσα στη διπλωματία και τον πόλεμο.
Διορία δέκα ημερών στην Τεχεράνη για την αποδοχή συμφωνίας με τις ΗΠΑ έδωσε ο Τραμπ από το βήμα της διάσκεψης, επαναλαμβάνοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στη Μέση Ανατολή εάν η Ισλαμική Δημοκρατία αποκτήσει πυρηνικό όπλο και ότι δεν θα επιτραπεί μία τέτοια εξέλιξη. «Το Ιράν πρέπει να κάνει μία συμφωνία αλλιώς άσχημα πράγματα θα συμβούν» δήλωσε ενόσω πληθαίνουν τα δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου που θέλουν τον Τραμπ να προκρίνει τη διπλωματία και να μην έχει λάβει ακόμη την τελική του απόφαση, αλλά την πλάστιγγα να γέρνει πλέον προς τη στρατιωτική εμπλοκή.
«Μπορεί να χρειαστεί να το πάμε ένα βήμα παραπέρα - ή μπορεί και όχι. Ίσως να καταλήξουμε σε μια συμφωνία. Θα το μάθετε μέσα στις επόμενες περίπου 10 ημέρες» είπε ο ίδιος, έχοντας λίγες ώρες νωρίτερα συγκαλέσει τους κορυφαίους συμβούλους του για σύσκεψη σχετικά με την κρίση με το Ιράν.
Η αμερικανική δύναμη πυρός στη Μέση Ανατολή έχει ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ να έχει πλέον τη δυνατότητα να διατάξει επίθεση κατά του Ιράν ακόμη και μέσα στο Σαββατοκύριακο, σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης και του Πενταγώνου, που επικαλούνται σε ρεπορτάζ τους τα δίκτυα CNN και CBS. Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει παράλληλα στο Axios ότι μια στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν πιθανότατα θα ήταν μια μαζική εκστρατεία διάρκειας εβδομάδων - και θα μπορούσε να αρχίσει μέσα σε λίγες ημέρες.
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, στην περιοχή έχουν αναπτυχθεί δεκάδες αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135, περισσότερα από 50 επιπλέον μαχητικά -μεταξύ τους F-22 Raptor, F-15 και F-16- καθώς και ιπτάμενα ραντάρ E-3 Sentry και μεταγωγικά αεροσκάφη υποστήριξης. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ιπτάμενων τάνκερ θεωρείται κρίσιμη, καθώς επιτρέπει διαρκείς επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας δράσης από βάσεις εκτός περιοχής και αυξάνει την επιχειρησιακή αυτονομία των μαχητικών.
Στη Μέση Ανατολή επιχειρούν ήδη 13 αμερικανικά πολεμικά πλοία στη Μέση Ανατολή ενώ ενισχύσεις κατευθύνονται προς την Ανατολική Μεσόγειο. Το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford, το μεγαλύτερο στον κόσμο, κινείται από τον Ατλαντικό προς την περιοχή συνοδευόμενο από τρία αντιτορπιλικά, για να ενωθεί με το USS Abraham Lincoln. Η ταυτόχρονη παρουσία δύο αμερικανικών ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων -σχηματισμών που περιλαμβάνουν καταδρομικά, αντιτορπιλικά και υποβρύχια- αποτελεί σπάνια διάταξη ισχύος στη Μέση Ανατολή· τελευταία φορά συνέβη τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες χτύπησαν τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις με τα βομβαρδιστικά Β-52.
Η στρατιωτική διάταξη επιτρέπει ένα ευρύ φάσμα επιλογών για πλήγματα που εκτείνεται από πυρηνικές εγκαταστάσεις και βάσεις βαλλιστικών πυραύλων έως αποθήκες και στρατιωτικά κέντρα διοίκησης των Φρουρών της Επανάστασης. Εκτιμήσεις θέλουν τις ΗΠΑ, εάν όντως προχωρήσουν σε στρατιωτική εμπλοκή, να πλήττουν στόχους που θα περιλάμβαναν πυρηνικές εγκαταστάσεις, αποθήκες και συστήματα βαλλιστικών πυραύλων, καθώς και στρατιωτικές δομές των Φρουρών της Επανάστασης. Η τελική επιλογή στόχων και εύρους εναπόκειται στον Τραμπ.
Η διπλωματική οδός δεν έχει τυπικά εγκαταλειφθεί. Η ίδια η Τεχεράνη φέρεται να ζήτησε περιθώριο περίπου δύο εβδομάδων για να παρουσιάσει πιο συγκεκριμένες προτάσεις κατά τις έμμεσες συνομιλίες του διδύμου Γουίτκοφ-Κούσνερ και του Αμπάς Αραγτσί στη Γενεύη. Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε επίσης ακολούθως ότι η Τεχεράνη πρέπει να επιστρέψει έως το τέλος του μήνα με πακέτο μέτρων που να απαντά στις ανησυχίες της Ουάσινγκτον για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Πάντως, μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, τη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον και βάσει δημοσιευμάτων, δεν διαφαίνεται πιθανή. Άγνωστο παραμένει παράλληλα σε ποιο βαθμό δέχεται πιέσεις η Τεχεράνη και για το εξίσου κρίσιμο -και ακόμη πιο επείγον για την ισραηλινή πλευρά- ζήτημα του περιορισμού του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου, που η θεοκρατία έχει θέσει ως «κόκκινη γραμμή».
Το ζήτημα του Ιράν αναπόφευκτα ήταν κυρίαρχο χθες κατά την πρώτη διάσκεψη του Συμβουλίου Ειρήνης - ενός οργανισμού που ο Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε ως «το πιο σημαντικό συμβούλιο από άποψη εξουσίας και κύρους», επιφυλάσσοντας κριτική για τις απουσίες με τη δήλωση ότι ορισμένοι «παίζουν λίγο χαριτωμένα μαζί του αλλά δεν θα πιάσει» και τελικά, κατ' αυτόν, θα προσχωρήσουν. Δεσμεύτηκε ότι οι ΗΠΑ θα συνεισφέρουν 10 δισ. δολάρια για την ασφάλεια και ανοικοδόμηση της Γάζας, χωρίς να διευκρινίσει την πηγή της χρηματοδότησης, ενώ ανακοίνωσε και συμβολή άνω των 7 δισ. δολαρίων από συμμετέχουσες χώρες από τη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με κοινή αποτίμηση ΟΗΕ-ΕΕ-Παγκόσμιας Τράπεζας, το κόστος ανέρχεται σε περίπου 70 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση υποδομών, κατοικιών και οικονομίας.
Το νέο σώμα, που εγκαινιάστηκε στο Φόρουμ του Νταβός και συγκέντρωσε την υπογραφή 23 χωρών στο καταστατικό του, παρουσιάζεται ως μηχανισμός εφαρμογής της εκεχειρίας και ανασυγκρότησης της Λωρίδας της Γάζας, αλλά με εντολή που επεκτείνεται σε συγκρούσεις «παντού». Στο πλαίσιο αυτό, χώρες που επιδιώκουν μόνιμη συμμετοχή καλούνται να συνεισφέρουν τουλάχιστον 1 δισ. δολάρια.
Η απόφαση για τη συμμετοχή ή μη στο Συμβούλιο έχει προβληματίσει έως διχάσει κυβερνήσεις διεθνώς, οι οποίοι έχουν διαφορετικά συμφέροντα και στρατηγικές - και αυτό καθρεφτίστηκε τόσο ως προς τις παρουσίες, όσο και ως προς το επίπεδο και το καθεστώς εκπροσώπησης στην Ουάσινγκτον. Το θεσμικό καθεστώς του Συμβουλίου αποτελεί βασική πηγή επιφυλάξεων ως προς εάν η πρωτοβουλία συνιστά ανταγωνιστική δομή - μια μορφή «αντι-ΟΗΕ». Οι αμφιβολίες ενισχύονται από τον ρόλο του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται ως μόνιμος επικεφαλής του οργανισμού, ακόμη και μετά το πέρας της προεδρικής του θητείας. Η φύση του Συμβουλίου έχει περιγραφεί στον διεθνή Τύπο ως υβριδική, με χαρακτηριστικά διακυβερνητικού οργανισμού και ιδιωτικού φόρουμ ηγετών.
Ο ίδιος ο Τραμπ χαρακτήρισε το Συμβούλιο Ειρήνης ως θεσμό που «θα ενισχύσει τα Ηνωμένα Έθνη», επιχειρώντας προφανώς να απαντήσει στις σχετικές αιτιάσεις. Όμως, ταυτόχρονα μίλησε για έναν οργανισμό που θα «επιβλέπει σχεδόν» τη λειτουργία του ΟΗΕ, τον οποίο και επί μακρόν επικρίνει, και θα «βεβαιώνει ότι λειτουργεί σωστά». Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, που υπεγράφη στο Σαν Φρανσίσκο, δεν προβλέπει οποιοδήποτε όργανο εποπτείας.
Η σύνθεση και η απουσία βασικών δυτικών συμμάχων αναδεικνύουν τις γεωπολιτικές τριβές γύρω από την πρωτοβουλία. Στο Συμβούλιο συμμετέχουν χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, η Τουρκία, το Ισραήλ, η Αργεντινή, η Ινδονησία και το Πακιστάν. Η Βουλγαρία και η Ουγγαρία είναι οι μόνες δύο χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προσχώρησαν στην πρωτοβουλία -με τον Τραμπ να δίνει χθες απόλυτη ψήφο εμπιστοσύνης στον Βίκτορ Όρμπαν εν όψει των βουλευτικών εκλογών. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όπως και η Ουκρανία και η Πολωνία. Η πρόσκληση προς τη Ρωσία προκάλεσε ιδιαίτερη δυσαρέσκεια σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ευρωπαϊκές χώρες -μεταξύ τους η Ιταλία, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ρουμανία, όπως και θεσμικά η ΕΕ- παρέστησαν στη χθεσινή συνεδρίαση υπό το καθεστώς του παρατηρητή.
Άμεσο ζητούμενο είναι να αντιμετωπιστεί η αδυναμία εκκίνησης της δεύτερης φάσης του σχεδίου εκεχειρίας του Οκτωβρίου στη Γάζα. Κεντρικό εμπόδιο παραμένει ο αφοπλισμός της Χαμάς, απαράβατη προϋπόθεση που θέτει το Ισραήλ για την πλήρη αποχώρηση των δυνάμεών του από τον θύλακα. Στην τοποθέτησή του για τη Γάζα, ο Τραμπ παρουσίασε την κατάσταση ως ουσιαστικά σταθεροποιημένη, λέγοντας ότι «ο πόλεμος στη Γάζα έχει τελειώσει, εκτός από μικρές εστίες» και εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Χαμάς θα παραδώσει τα όπλα. «Έλεγαν ‘δεν φοβόμαστε να πεθάνουμε’, αλλά φοβούνται. Η Χαμάς, πιστεύω, θα παραδώσει τα όπλα της, κάτι που έχει υποσχεθεί. Αν δεν το κάνει, τότε θα αντιμετωπιστεί σκληρά, πολύ σκληρά. Δεν το θέλουν αυτό» είπε.
Επιχείρησε να αποδώσει στο νέο Συμβούλιο ρόλο εγγυητή της κατάπαυσης του πυρός, συνδέοντας την επιτυχία της εκεχειρίας με την προσωπική του διπλωματική παρέμβαση. Χαρακτήρισε την εφαρμογή της επόμενης φάσης της συμφωνίας «πολύπλοκη», υπογραμμίζοντας ότι «έχουμε ακόμη δουλειά να κάνουμε». Το Συμβούλιο Ειρήνης, ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος, θα αναλάβει τον συντονισμό ασφάλειας, ανοικοδόμησης και ανθρωπιστικής βοήθειας, επιμένοντας ότι συγκεντρώνει «τους μεγαλύτερους ηγέτες του κόσμου» για να διασφαλίσει τη μεταπολεμική σταθερότητα.
Δεν είναι σαφή ωστόσο τα επόμενα βήματα για μια εκεχειρία που παραμένει εύθραυστη και εν τω μεταξύ η Χαμάς ανασυντάσσεται. Ο αφοπλισμός της Χαμάς, το ύψος του ταμείου ανοικοδόμησης και η ροή ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον πληθυσμό της Γάζας συγκαταλέγονται στα βασικά ζητήματα που είναι πιθανό να δοκιμάσουν την αποτελεσματικότητα του Συμβουλίου τις επόμενες εβδομάδες και μήνες.
Για πολλούς περιφερειακούς παράγοντες, το Συμβούλιο αποτελεί πρωτίστως εργαλείο πίεσης για την εφαρμογή του επόμενου σταδίου της εκεχειρίας, βασιζόμενοι στην επιρροή του Τραμπ, χωρίς κατ’ ανάγκην αποδοχή της ευρύτερης παγκόσμιας αποστολής του οργάνου. Η συμμετοχή Σαουδικής Αραβίας, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Κατάρ, Αιγύπτου, Ιορδανίας, Τουρκίας αντανακλά τα άμεσα συμφέροντά τους σε σχέση με τις εξελίξεις στη Γάζα και παραμένει σε ποιο βαθμό θα στηρίξουν την επέκταση της εντολής του Συμβουλίου σε άλλα πεδία συγκρούσεων.
Πέραν των ίδιων των ΗΠΑ κανένα άλλο μόνιμο κράτος-μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν ακολουθεί την πρωτοβουλία Τραμπ. Η απουσία της Κίνας και η επιφυλακτικότητα της Ρωσίας ερμηνεύονται στο πλαίσιο ευρύτερου ανταγωνισμού ισχύος. Αντιμετωπίζουν με δυσπιστία πρωτοβουλίες που εκκινούν από την Ουάσινγκτον και ενδέχεται να ενισχύσουν την αμερικανική επιρροή. Για τη Μόσχα, ιδίως, πλατφόρμες που σχετίζονται με τη Δύση θεωρούνται δυνητικά εχθρικές σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία και το καθεστώς κυρώσεων.
Παρά τις επιφυλάξεις, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το Σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα που προωθεί το Συμβούλιο παραμένει σήμερα η μόνη συγκεκριμένη πρόταση στο τραπέζι. Τη μεγάλη εικόνα συνοψίζει ίσως η Βαλέρια Τάλμποτ, διευθύντρια του Κέντρου Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής του Ιταλικού Ινστιτούτου Διεθνών Πολιτικών Μελετών (ISPI MENA Centre): Ανακύπτουν πολλά ερωτήματα όχι μόνο σχετικά με την μοναδική φύση αυτού του οργανισμού, το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να λειτουργήσει και τα διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και για την αποτελεσματική εφαρμογή ενός σχεδίου ειρήνης που μέχρι στιγμής δυσκολεύεται να προχωρήσει. Ωστόσο, παρά τις επικρίσεις και τους περιορισμούς, το Σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα είναι σήμερα το μόνο στο τραπέζι. Και το να έχουν μια θέση στο τραπέζι είναι ζωτικής σημασίας για τους ηγέτες των χωρών της Μέσης Ανατολής γνωρίζοντας ότι οι δρόμοι της ειρήνης -αλλά και του πολέμου- στην περιοχή τους περνούν αναπόφευκτα από την Ουάσινγκτον.
