Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, το ΝΑΤΟ αξιολογούσε την ισχύ του κυρίως με βάση τον αριθμό των στρατιωτών, των αεροσκαφών, των πλοίων, των τεθωρακισμένων και των πυραύλων που μπορούσαν να διαθέσουν τα κράτη-μέλη του. Σήμερα, όμως, η Συμμαχία μεταβαίνει σταδιακά σε μια ευρύτερη αντίληψη της αποτροπής. Η οικονομική δυνατότητα, η βιομηχανική παραγωγή, οι τεχνολογικές υποδομές, η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών δικτύων μετατρέπονται σε εξίσου σημαντικούς παράγοντες στρατιωτικής ισχύος.
Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας επιβεβαίωσε αυτή τη μεταβολή. Το ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται πλέον στον καθορισμό στόχων για τις αμυντικές δαπάνες. Προσπαθεί να μετατρέψει τα αυξημένα κονδύλια σε πραγματικές παραγωγικές, τεχνολογικές και επιχειρησιακές δυνατότητες. Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσα χρήματα δαπανούν οι σύμμαχοι, αλλά εάν μπορούν να μετατρέψουν αυτά τα χρήματα σε πυρομαχικά, drones, γραμμές παραγωγής, ασφαλή δίκτυα, ενεργειακές υποδομές και δυνάμεις που μπορούν να μετακινηθούν και να υποστηριχθούν σε συνθήκες πολέμου.
Από τις αμυντικές δαπάνες στην αμυντική οικονομία: Η δέσμευση των κρατών-μελών να διαθέτουν έως το 2035 το 5% του ΑΕΠ τους για την άμυνα και τις συναφείς ανάγκες ασφαλείας συνιστά μια βαθιά οικονομική αλλαγή. Εάν εφαρμοστεί, θα κατευθύνει τεράστιους δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους προς την αμυντική βιομηχανία, τις μεταφορές, την ενέργεια, την κυβερνοασφάλεια και τις ψηφιακές υποδομές.
Το 2025, οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς αύξησαν τις βασικές αμυντικές τους επενδύσεις κατά περισσότερα από 139 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ετήσια αύξηση σχεδόν 20%. Στη Σύνοδο της Άγκυρας ανακοινώθηκαν επίσης νέες συμφωνίες προμηθειών αξίας άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών δεν εγγυάται αυτομάτως την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα εργοστάσια, ειδικευμένοι εργαζόμενοι, πρώτες ύλες, χρηματοδότηση των προμηθευτών και επαρκής παραγωγική δυναμικότητα, τα νέα κονδύλια μπορεί απλώς να αυξήσουν τις τιμές των οπλικών συστημάτων χωρίς να επιταχύνουν ουσιαστικά την παράδοσή τους.
Η πρόκληση για το ΝΑΤΟ είναι, συνεπώς, να δημιουργήσει μια πραγματική αμυντική οικονομία: ένα οικοσύστημα μέσα στο οποίο οι κυβερνήσεις, οι μεγάλες αμυντικές επιχειρήσεις, οι μικρότεροι προμηθευτές, οι τράπεζες, τα ερευνητικά κέντρα και οι πολιτικές βιομηχανίες θα μπορούν να συνεργάζονται μακροπρόθεσμα.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η προτεινόμενη δημιουργία της Τράπεζας Άμυνας, Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας. Η καναδική αυτή πρωτοβουλία επιδιώκει να προσφέρει μακροχρόνια χρηματοδότηση χαμηλότερου κόστους για αμυντικά έργα, παραγωγικές εγκαταστάσεις, κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού και υποδομές ανθεκτικότητας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα χρηματοδότησης μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά διαθέτουν κρίσιμη τεχνογνωσία, αλλά δυσκολεύονται να αποκτήσουν κεφάλαια για να επεκτείνουν την παραγωγή τους.
Η πρόταση αποκαλύπτει ότι η άμυνα δεν μπορεί πλέον να χρηματοδοτείται αποκλειστικά μέσα από ετήσιους κρατικούς προϋπολογισμούς. Απαιτεί πολυετή σχεδιασμό, σταθερές παραγγελίες και χρηματοπιστωτικά εργαλεία που να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να επενδύουν χωρίς να φοβούνται ότι η ζήτηση θα εξαφανιστεί μετά την επόμενη πολιτική αλλαγή.
Η τεχνολογία αλλάζει τη δομή της Συμμαχίας: Η δεύτερη μεγάλη μεταβολή αφορά την τεχνολογία. Η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς δεν δημιουργείται μόνο μέσα στις παραδοσιακές αμυντικές βιομηχανίες. Αναπτύσσεται επίσης σε νεοφυείς επιχειρήσεις, εταιρείες λογισμικού, εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης, κατασκευαστές αισθητήρων και επιχειρήσεις μη επανδρωμένων συστημάτων.
Το NATO Front Door for Industry φιλοδοξεί να προσφέρει ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης στις προμήθειες και στα προγράμματα καινοτομίας της Συμμαχίας. Η πρωτοβουλία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις μικρότερες και μη παραδοσιακές εταιρείες, οι οποίες συχνά αποθαρρύνονται από τις πολύπλοκες διαδικασίες πιστοποίησης και προμηθειών.
Αντίστοιχα, το NATO Engine επιδιώκει να εντοπίσει και να ενεργοποιήσει ανεκμετάλλευτη ή προσαρμόσιμη παραγωγική ικανότητα τόσο στον αμυντικό όσο και στον πολιτικό τομέα. Η λογική είναι ότι σε μια παρατεταμένη κρίση η αμυντική παραγωγή δεν μπορεί να παραμένει απομονωμένη από την υπόλοιπη οικονομία. Εργοστάσια οχημάτων, ηλεκτρονικών, τηλεπικοινωνιών ή προηγμένων υλικών μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν στις ανάγκες της άμυνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νέα πρωτοβουλία Drone Edge, για την οποία προβλέπονται επενδύσεις άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε πέντε χρόνια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι τα χαμηλού κόστους μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να απειλήσουν ακριβές στρατιωτικές πλατφόρμες και κρίσιμες υποδομές. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί νέα ραντάρ, ηλεκτρονικό πόλεμο, τεχνητή νοημοσύνη, συστήματα παρεμβολών και φθηνότερα μέσα αναχαίτισης.
Τα δεδομένα ως στοιχείο αποτροπής: Η ψηφιοποίηση επεκτείνει την έννοια της στρατιωτικής ετοιμότητας. Η Διακήρυξη της Άγκυρας περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός διαλειτουργικού διατλαντικού «πολεμικού νέφους», μέσω του οποίου οι συμμαχικές δυνάμεις θα μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα και να συντονίζουν επιχειρήσεις σε ασφαλές περιβάλλον. Η αξία ενός τέτοιου συστήματος δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι επιχειρησιακή και πολιτική. Τα κράτη-μέλη χρησιμοποιούν διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα, πρότυπα ασφαλείας και κανόνες διαχείρισης δεδομένων. Χωρίς κοινή ψηφιακή αρχιτεκτονική, η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να καθυστερήσει ακριβώς τη στιγμή που απαιτείται ταχύτητα.
Ταυτόχρονα, όμως, η αυξανόμενη εξάρτηση από το υπολογιστικό νέφος δημιουργεί νέες ευπάθειες. Οι κυβερνοεπιθέσεις, οι παρεμβολές στις επικοινωνίες και η παραποίηση δεδομένων μπορούν να υπονομεύσουν τη λειτουργία της Συμμαχίας χωρίς να πραγματοποιηθεί συμβατική επίθεση. Η κυβερνοασφάλεια μετατρέπεται, επομένως, από τεχνική υπηρεσία υποστήριξης σε κεντρικό στοιχείο αποτροπής.
Η ενέργεια και οι υποδομές ως στρατιωτική ισχύς: Η σημαντικότερη ίσως μεταβολή αφορά την αναβάθμιση της ενέργειας, των μεταφορών και της εφοδιαστικής σε βασικά στοιχεία της αποτρεπτικής στρατηγικής. Οι σύμμαχοι σχεδιάζουν να επενδύσουν 27 δισεκατομμύρια ευρώ στον εκσυγχρονισμό των υποδομών αποθήκευσης και διανομής καυσίμων και στην ανάπτυξη νέων αγωγών προς την ανατολική πτέρυγα. Η απόφαση αναγνωρίζει μια απλή αλλά συχνά παραμελημένη πραγματικότητα: οι στρατιωτικές δυνάμεις δεν μπορούν να κινηθούν, να πολεμήσουν ή να παραμείνουν επιχειρησιακές χωρίς ασφαλή και γεωγραφικά κατανεμημένο ανεφοδιασμό.
Το υφιστάμενο σύστημα ανεφοδιασμού του ΝΑΤΟ κατασκευάστηκε κυρίως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν η κύρια γραμμή αντιπαράθεσης βρισκόταν στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Σήμερα, οι μεγαλύτερες ανάγκες ενίσχυσης βρίσκονται πολύ ανατολικότερα, από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα. Η επέκταση των δικτύων καυσίμων προς τα ανατολικά αποτελεί, επομένως, προσαρμογή στη νέα στρατηγική γεωγραφία.
Το ίδιο ισχύει για τη στρατιωτική κινητικότητα. Το ΝΑΤΟ μπορεί να διαθέτει στρατεύματα και βαρύ εξοπλισμό, αλλά η αξία τους περιορίζεται εάν δεν μπορούν να φθάσουν έγκαιρα στο πεδίο επιχειρήσεων. Απαιτούνται λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι, γέφυρες, ειδικά βαγόνια, οδικά δίκτυα, εγκαταστάσεις συντήρησης και αποθήκες πυρομαχικών.
Η αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος καθορίζεται από το ασθενέστερο σημείο του. Ένας σύγχρονος σιδηρόδρομος στη μία χώρα έχει περιορισμένη αξία εάν η γραμμή στην επόμενη χώρα παραμένει ακατάλληλη για βαριά τεθωρακισμένα. Ένα λιμάνι μπορεί να παραλαμβάνει μεγάλες ποσότητες εξοπλισμού, αλλά η μεταφορά του μπορεί να καθυστερεί λόγω ανεπαρκών γεφυρών, τελωνειακών διαδικασιών ή έλλειψης κατάλληλων οχημάτων.
Η Μαύρη Θάλασσα ως ενεργειακό και τεχνολογικό μέτωπο: Η νέα στρατηγική είναι ιδιαίτερα ορατή στη Μαύρη Θάλασσα. Η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Τουρκία διεύρυναν την αποστολή της Ομάδας Αντιμετώπισης Ναρκών, ώστε να περιλαμβάνει την προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών. Η μεταβολή συνδέει άμεσα τη ναυτική ασφάλεια με την οικονομία. Υποθαλάσσιοι αγωγοί, καλώδια επικοινωνιών και ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν πλέον πιθανούς στόχους επιχειρήσεων της «γκρίζας ζώνης». Μια επίθεση σε τέτοια υποδομή μπορεί να προκαλέσει οικονομική ζημία, ενεργειακή ανασφάλεια και πολιτική πίεση χωρίς να λάβει τη μορφή ανοικτής στρατιωτικής σύγκρουσης.
Το ρουμανικό έργο φυσικού αερίου Neptun Deep είναι χαρακτηριστικό. Περιλαμβάνει γεωτρήσεις, υποθαλάσσια συστήματα, υπεράκτια πλατφόρμα και αγωγό περίπου 160 χιλιομέτρων. Η προστασία του δεν αφορά μόνο τη Ρουμανία, αλλά την ευρύτερη ενεργειακή ασφάλεια της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Το νέο νόημα της αποτροπής: Η οικονομία και η τεχνολογία δεν αντικαθιστούν τη στρατιωτική ισχύ. Καθορίζουν εάν αυτή μπορεί να παραχθεί, να μετακινηθεί, να συντηρηθεί και να αναπληρωθεί. Η σύγχρονη αποτροπή δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των διαθέσιμων οπλικών συστημάτων. Μετριέται με τον χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή νέων πυρομαχικών, τη δυνατότητα επισκευής του εξοπλισμού, την ασφάλεια των δεδομένων, την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και την ταχύτητα μετακίνησης δυνάμεων προς το ανατολικό μέτωπο.
Η αναδιαμόρφωση του ΝΑΤΟ είναι, επομένως, πρωτίστως μια μετάβαση από τη λογική της κατοχής στρατιωτικών μέσων στη λογική της διατηρήσιμης ισχύος. Η Συμμαχία αναγνωρίζει ότι ένας πόλεμος υψηλής έντασης δεν κρίνεται μόνο στις πρώτες ημέρες, αλλά στην ικανότητα συνέχισης των επιχειρήσεων για μήνες ή ακόμη και χρόνια.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν οι σύμμαχοι επιθυμούν να υπερασπιστούν την ανατολική πτέρυγα. Είναι εάν μπορούν να δημιουργήσουν την ενιαία οικονομική, βιομηχανική, τεχνολογική και εφοδιαστική αρχιτεκτονική που απαιτείται για να το πράξουν. Σε αυτή ακριβώς την ικανότητα θα κριθεί η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ στη νέα εποχή.
* Ο Ατσαλάκης Γιώργος, Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
