Στη σκιά των διαπραγματεύσεων στο Μαϊάμι και ενώ Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαίοι εξετάζουν εγγυήσεις ασφαλείας τύπου Άρθρου 5 για την Ουκρανία, η Ρωσία εμφανίζει πρόταση για νομική δέσμευση εκ μέρους της ότι δεν έχει την πρόθεση να επιτεθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας να πείσει «εγγράφως» τη Δύση ότι δεν αποτελεί απειλή και να αποδυναμώσει το πλέγμα ρητών εγγυήσεων με τις οποίες συνδέει το Κίεβο την υπαναχώρησή του από το βασικό στόχο ένταξης στη Συμμαχία.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση διά στόματος του Ρώσου υφυπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Ριάμπκοφ καταγράφεται τη χρονική στιγμή κατά την οποία κορυφώνονται οι διαβουλεύσεις όσον αφορά το καθοριστικό ζήτημα των εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία, και στον απόηχο των χωριστών διαπραγματεύσεων στις οποίες προσήλθε το δίδυμο Γουίτκοφ-Κούσνερ στο Μαϊάμι με ουκρανική και ρωσική αντιπροσωπεία εντός του Σαββατοκύριακου.
Ο Σεργκέι Ριάμπκοφ δήλωσε χθες πως η Μόσχα είναι έτοιμη να επιβεβαιώσει μέσω νομικού συμφώνου πως δεν έχει πρόθεση να επιτεθεί ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε στο ΝΑΤΟ, μιλώντας περί εμμονής της ΕΕ σχετικά με την απειλή μίας επίθεσης από τη Ρωσία και κάνοντας αναφορά στα προγράμματα επανεξοπλισμού στην Ευρώπη, την οποία και κατηγορεί ότι «παρεμποδίζει» την προσέγγιση Μόσχας-Ουάσινγκτον.
Δηλώντας ανοιχτή σε μία νομικά δεσμευτική διατύπωση μη επίθεσης, η Μόσχα δείχνει να επιχειρεί να μετατοπίσει το επίκεντρο της συζήτησης από τις εγγυήσεις που διεκδικεί το Κίεβο προς τις σχέσεις της ίδιας με τη Δύση, προβάλλοντας ότι δεν συνιστά απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ και, κατ’ επέκταση, ότι δεν υφίσταται ανάγκη για ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως έμμεση ενσωμάτωση της Ουκρανίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Σε κάθε περίπτωση είναι δήλωση πρόθεσης, ακόμη κι αν ντυθεί με νομική μορφή, και στο δυτικό πλαίσιο, τέτοιες διατυπώσεις αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα, δεδομένου ότι η Ρωσία είχε στο παρελθόν αναλάβει νομικές και πολιτικές δεσμεύσεις -με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994- οι οποίες αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Περαιτέρω λεπτομέρειες για το περιεχόμενο ή το πλαίσιο μιας τέτοιας συμφωνίας δεν δόθηκαν άμεσα στη δημοσιότητα, πάντως η πρόταση θα μπορούσε να αποδειχθεί ικανή να διχάσει περαιτέρω τη Δύση.
Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει σηματοδοτήσει ότι είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει την επιδίωξη ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλιστούν ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση. Πρόκειται για σημαντική μετατόπιση της ουκρανικής θέσης, δεδομένου ότι η ένταξη στη Συμμαχία αποτελούσε μέχρι σήμερα βασικό στρατηγικό στόχο ως ανάχωμα απέναντι στη ρωσική απειλή - έστω και αν ήταν ήδη σε κάθε περίπτωση σαφές πως οι πύλες του ΝΑΤΟ δεν θα άνοιγαν για την Ουκρανία. Σε αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη του διακηρυγμένου στόχου, το Κίεβο και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί του πιέζουν για εγγυήσεις στη βάση του Άρθρου 5, τον ακρογωνιαίο λίθο της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ.
Δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου την περασμένη εβδομάδα εμφάνιζαν την προεδρία Τραμπ διατεθειμένη πλέον να προσφέρει ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας, ώστε να διασφαλιστεί μια ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός. Βάσει ρεπορτάζ του Μπάρακ Ράβιντ του Axios, η Ουάσινγκτον είναι πρόθυμη να προσφέρει στην Ουκρανία εγγύηση βασισμένη στο Άρθρο 5, η οποία θα επικυρωθεί από το Κογκρέσο και θα έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, αν και οι λεπτομέρειες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Οι συνομιλίες για το θέμα αυτό βρίσκονται σε εξέλιξη από τον Αύγουστο, όταν ο Ζελένσκι και επτά Ευρωπαίοι ηγέτες συναντήθηκαν με τον Ντόναλντ Τραμπ, μετά τη σύνοδο της Αλάσκας με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Επί μήνες, η αμερικανική πλευρά εμφανιζόταν απρόθυμη να παράσχει συγκεκριμένες εγγυήσεις πριν συμφωνηθούν οι όροι μιας εκεχειρίας, στάση που το Κίεβο θεωρούσε ανεπαρκή. Το ιστορικό βάρος του Μνημονίου της Βουδαπέστης του 1994, με το οποίο η Ουκρανία εγκατέλειψε το πυρηνικό της οπλοστάσιο έναντι διαβεβαιώσεων ασφαλείας που αποδείχθηκαν ανεφάρμοστες, παραμένει καθοριστικό στη σημερινή ουκρανική προσέγγιση. Όπως εκτιμά ο Τζον Χερμπστ, ανώτερος διευθυντής του Eurasia Center του Atlantic Council και πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ουκρανία, εάν η Ουάσινγκτον είναι πλέον διατεθειμένη να προσφέρει ισχυρές εγγυήσεις, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με Ευρωπαίους συμμάχους, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τον Ζελένσκι να εξετάσει ακόμη και αποχώρηση από τις στρατηγικής σημασίας περιοχές του δυτικού Ντονμπάς που η Ρωσία δεν έχει καταφέρει σχεδόν σε τέσσερα χρόνια πολέμου να καταλάβει. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ουκρανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το θέμα, ώστε να καλυφθούν οι συνταγματικές απαιτήσεις.
Οι διαπραγματεύσεις στο Μαϊάμι διεξήχθησαν το Σαββατοκύριακο από το δίδυμο Γουίτκοφ-Κούσνερ, τόσο με ουκρανική όσο και με ρωσική αντιπροσωπεία. Αμερικανοί και Ουκρανοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν τις συνομιλίες εποικοδομητικές, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται απτή πρόοδος. Ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ ανέφερε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι στόχος ήταν η ευθυγράμμιση μιας κοινής στρατηγικής προσέγγισης μεταξύ Ουκρανίας, ΗΠΑ και Ευρώπης, με άξονα τη διακοπή των εχθροπραξιών, την εξασφάλιση εγγυημένης ασφάλειας και τη δημιουργία συνθηκών για την ανάκαμψη της χώρας.
Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν χωριστές συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ρώσου ειδικού απεσταλμένου και επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου, Κίριλ Ντμίτριεφ. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι ο Ντμίτριεφ θα ενημερώσει τον Πούτιν για τις αμερικανικές προτάσεις μόλις επιστρέψει στη Μόσχα. Ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ, προϊδέασε πάντως για τη ρωσική στάση, λέγοντας ότι οι αλλαγές που προτείνουν Ευρωπαίοι και Ουκρανοί στο αμερικανικό σχέδιο -που στην αρχική μορφή του ευθυγραμμιζόταν πλήρως με τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Μόσχας- δεν βελτιώνουν τις προοπτικές για μακροπρόθεσμη ειρήνη.
Ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν, στην ετήσια συνέντευξη Τύπου της 19ης Δεκεμβρίου, ουδεμία ένδειξη είχε δώσει πως σκοπεύει να συμβιβαστεί με τίποτα λιγότερο από την υποταγή της Ουκρανίας. Η διπλωματία επιμένει, αλλά μία συμφωνία τερματισμού του πολέμου δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, τουλάχιστον άμεσα. Και το βλέμμα αναπόφευκτα στρέφεται στις επόμενες κινήσεις της προεδρίας Τραμπ. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει σταδιακά περιορίσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία -πλέον άλλωστε δεν διαθέτει αλλά πωλεί όπλα στους Ευρωπαίους για την άμυνα της χώρας- και θα μπορούσε να αναστείλει εκ νέου άμεσα ή έμμεσα τη βοήθεια, ιδιαίτερα αν θεωρήσει το Κίεβο ως βασικό εμπόδιο για τη λήξη του πολέμου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το οικονομικό, στρατιωτικό και επιχειρησιακό βάρος της στήριξης της Ουκρανίας θα μετακυλιστεί ακόμη περισσότερο στις ευρωπαϊκές χώρες.
Από την άλλη, πρόσφατα δημοσιεύματα υποδηλώνουν ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν την επιβολή νέων κυρώσεων στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας, σε περίπτωση που η Μόσχα απορρίψει τις τελευταίες ειρηνευτικές προτάσεις που διαπραγματεύτηκαν στο Βερολίνο. Ενδεικτική της εσωτερικής συζήτησης στις ΗΠΑ ήταν η παρέμβαση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ, συμμάχου του Τραμπ. Την ώρα που, συνοψίζοντας την έκβαση των συνομιλιών στο Μαϊάμι, ο Στιβ Γουίτκοφ «έβλεπε» μια Ρωσία που «παραμένει πλήρως προσηλωμένη στην επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία», ο Γκρέιαμ υποστήριζε ότι η Ουάσινγκτον υπερεκτιμά τη διάθεση του Πούτιν για ειρήνη και πρότεινε κλιμάκωση της πίεσης, ακόμη και με την προμήθεια πυραύλων Tomahawk στην Ουκρανία, σε περίπτωση απόρριψης συμφωνίας.
Σε συνέντευξή του στο NBC, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής δήλωσε ότι έχει σημειωθεί «μεγάλη πρόοδος» από το Κίεβο, την Ουάσινγκτον και τους Ευρωπαϊκούς ηγέτες για την κατάρτιση μιας πρότασης τερματισμού του πολέμου, προσθέτοντας ότι επιθυμεί να δει ευρωπαϊκές δυνάμεις «στο πεδίο» (κάτι που απορρίπτει κατηγορηματικά η Ρωσία) και αμερικανικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία, ώστε να αποτραπεί μια «τρίτη εισβολή».
Στην Ευρώπη, στη σκιά μίας από τις πλέον κρίσιμες Συνόδους Κορυφής των τελευταίων ετών, που τελικώς προτίμησε την επιλογή του κοινού δανεισμού με εγγύηση τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αντί της χρήσης των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη στήριξη της Ουκρανίας, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, επανήλθε στη θέση του 2022, υποστηρίζοντας ότι οι Ευρωπαϊκοί ηγέτες και η Ουκρανία θα πρέπει να εμπλακούν σε άμεση διαπραγμάτευση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, εάν αποτύχουν οι ειρηνευτικές συνομιλίες υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, σηματοδοτώντας ενδεχόμενο μετασχηματισμό του ρόλου της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
«Εάν οι ειρηνευτικές συνομιλίες υπό τις ΗΠΑ καταρρεύσουν, τις επόμενες εβδομάδες θα χρειαστεί να βρούμε τρόπους ώστε οι Ευρωπαίοι να επανασυνδεθούν με ένα πλήρες διάλογο με τη Ρωσία, σε πλήρη διαφάνεια με την Ουκρανία. Πρέπει να βρούμε το σωστό πλαίσιο για να συνομιλήσουμε σωστά με τους Ρώσους. Η κατάσταση δεν είναι ιδανική, αλλά σύντομα θα είναι χρήσιμο ξανά να μιλήσουμε με τον Βλαντίμιρ Πούτιν», ανέφερε ο Γάλλος πρόεδρος. «Μόλις οι προοπτικές κατάπαυσης του πυρός και ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων γίνουν σαφέστερες, θα είναι ξανά χρήσιμο να συνομιλήσουμε με τον Πούτιν», επαναβεβαίωσε χθες το Ελιζέ, προσθέτοντας ότι είναι θετικό το γεγονός πως το Κρεμλίνο συμφωνεί δημοσίως με αυτή την προσέγγιση. Η σχετική ανακοίνωση ήλθε μετά από δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι ο Πούτιν ήταν ανοιχτός σε συνομιλίες με τον Γάλλο πρόεδρο, εφόσον υπάρξει αμοιβαία πολιτική βούληση.
