Η επίθεση της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας έχει εισέλθει στο πέμπτο έτος, κάτι που και οι πλέον απαισιόδοξοι δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν, όπως επίσης ότι αυτή θα εξελισσόταν στον μεγαλύτερο συμβατικό πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος από το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί δεν τελειώνει ο πόλεμος, γιατί δεν αποδίδουν οι διπλωματικές προσπάθειες; Πώς φθάσαμε σε αυτή την κατάσταση; Ποιες είναι οι προοπτικές; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα είναι απαραίτητο να γίνει μια ανασκόπηση της εξελίξεως του πολέμου.
Η επίθεση της Ρωσίας άρχισε αφού είχε επιδώσει δύο τελεσίγραφα στη Δύση, τον Δεκέμβριο του 2021, για αναπροσαρμογή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, σύμφωνα με τις σοβιετικές αντιλήψεις τερματισμού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία φυσικά δεν έτυχαν ουδεμίας απαντήσεως. Στο πλαίσιο αυτό η Ουκρανία έπρεπε να τηρηθεί εκτός ευρω-ατλαντικών και ευρωπαϊκών δομών ασφαλείας. Φυσικά, ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας δεν ξεκίνησε το 2022, αλλά αρκετά χρόνια ενωρίτερα, το 2014, όταν η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία και στη συνέχεια πυροδότησε τις συγκρούσεις στην Ανατολική Ουκρανία, στην περιοχή του Ντονμπάς, οι οποίες ήταν ενεργές μέχρι την έναρξη του πολέμου.
Η «Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση» σύμφωνα με τον πρόεδρο Πούτιν άρχισε τις πρώτες πρωινές ώρες της 24 Φεβρουαρίου 2022 με ένα εντυπωσιακό σχέδιο, σε τρεις άξονες εναντίον του Κιέβου, της Νότιας και Ανατολικής Ουκρανίας. Η κυρία προσπάθεια εναντίον του Κιέβου απέτυχε και έτσι από το τέλος Μαρτίου του 2022 έγινε αναπροσανατολισμός των Ρωσικών δυνάμεων στο Νότιο και στο Ανατολικό μέτωπο.
Η αποτυχία πρωτίστως οφειλόταν στην ανεπάρκεια δυνάμεων που διατέθηκαν για την επιχείρηση αλλά και σε άλλους παράγοντες, ενδεικτικά αναφέρονται η έλλειψη ενότητας διοικήσεως, ο έγκαιρος προϊδεασμός και προπαρασκευή των δυνάμεων και η αδυναμία της Ρωσικής αεροπορίας να κυριαρχήσει στο πεδίο της μάχης. Από την άλλη πλευρά η Ουκρανία θεωρούσε απίθανη μιας ευρείας κλίμακας επίθεση της Ρωσίας και δεν είχε προβεί σε ανάλογες προετοιμασίες. Μόνο λίγες ημέρες πριν την εκτόξευση της επιθέσεως και κάτω από το φως αμερικανικών και βρετανικών πληροφοριών, άρχισε κάποιες προπαρασκευές οι οποίες της επέτρεψαν να τουλάχιστον να αντιμετωπίσει τη Ρωσική επίθεση εναντίον του Κιέβου.
Η Ρωσία παρά την ανεπάρκεια δυνάμεων εκμεταλλευόμενη την ισχύ πυρός που διέθετε, κυρίως στο Πυροβολικό, επέτυχε μέχρι τον Μάιο 2022, να συνενώσει στο νότο το ρωσικό έδαφος με την και την Κριμαία και να αποκόψει την πρόσβαση της Ουκρανίας σε ευρύτατη έκταση προς τον Εύξεινο Πόντο. Ενώ στη συνέχεια, μέχρι τον Ιούλιο 2022, κατέλαβε εδάφη στην περιοχή του Χαρκόβου, ανεβάζοντας το ποσοστό κατοχής σχεδόν στο 25%. Η Ρωσία έφθασε τότε στο σημείο κορύφωσης των επιθετικών της δυνατοτήτων. Οι δυνάμεις της είχαν υποστεί απώλειες, ενώ μεγάλο μέρος τους είχε εμπλακεί στην εσωτερική ασφάλεια των κατειλημμένων εδαφών, με αποτέλεσμα να έχουν μια πολύ αδύναμη διάταξη στο μέτωπο.
Στον αντίποδα, η Ουκρανία προέβη σε επιστράτευση, με την εκδήλωση της Ρωσικής επιθέσεως και άρχισε να υπερέχει αριθμητικά των Ρωσικών δυνάμεων σε ανθρώπινο δυναμικό. Όμως απουσίαζαν οπλικά συστήματα, μέσα και δυνατότητες, τα οποία άρχισαν σταδιακά να φθάνουν, ως υποστήριξη της Δύσεως, από τον Απρίλιο 2022, η οποία κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 2022. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Ουκρανία το φθινόπωρο εκτόξευσε δύο αντεπιθέσεις εναντίον των αποδιοργανωμένων Ρωσικών δυνάμεων. Μια στην Βορειανατολική Ουκρανία (περιοχή Χαρκόβου) και τις απώθησε στις προ του πολέμου γραμμές και δεύτερη στην Νοτιοδυτική Ουκρανία(περιοχή Χερσώνας) και τις οδήγησε ανατολικά του Δνείπερου, περιορίζοντας το κατεχόμενο έδαφος στο 20% περίπου.
Η επιτυχία αυτή δημιούργησε ευφορία τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Δύση ότι οι Ρωσικές δυνάμεις θα μπορούσαν να εκδιωχθούν του Ουκρανικού εδάφους. Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων πέρασε στην Ουκρανία. Η Ρωσία προχώρησε σε επιστράτευση προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις της, αντιμετωπίζοντας ωστόσο δυσχέρειες. Παράλληλα, μετέπεσε στην άμυνα, αναπτύσσοντας τις δυνάμεις της σε μία αμυντική γραμμή, μήκους περίπου 1000 χιλιομέτρων εντός της Ουκρανίας, με έργα εκστρατείας και οχυρώσεις, την μεγαλύτερη στην Ευρώπη από το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η υποστήριξη της Δύσεως καθυστέρησε, έτσι η Ουκρανική επίθεση εκτοξεύθηκε τελικά το καλοκαίρι του 2023 και απέτυχε. Επανάληψη της Ουκρανικής επιθέσεως το φθινόπωρο 2023 δεν έφερε πάλι την επιτυχία. Τότε και οι Ουκρανικές δυνάμεις μετέπεσαν στην άμυνα, δημιουργώντας και αυτές μια τεράστια αμυντική γραμμή. Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων από τον Νοέμβριο 2023 πέρασε στις Ρωσικές δυνάμεις ενώ η σύγκρουση εξελίχθηκε σε πόλεμο φθοράς. Τα έτη 2022 και 2023 πρωταγωνιστής στην επιτυχία και για τις δύο πλευρές ήταν το Πυροβολικό Μάχης. Η αδυναμία της Δυτικής αμυντικής βιομηχανικής υποδομής να υποστηρίξει την Ουκρανία με πυρομαχικά Πυροβολικού, την έστρεψε στα Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα, γνωστά ως drones, τα οποία πρωταγωνίστησαν στις επιχειρήσεις τα έτη 2024 και 2025.
Η Ρωσία και αυτή προσαρμόσθηκε ταχέως στη χρησιμοποίηση των drones, καθώς τα σοβιετικά αποθέματα πυρομαχικών Πυροβολικού υπερκαταναλώθηκαν, η ρωσική βιομηχανία δεν μπορούσε να καλύψει τη ζήτηση, ενώ η συνδρομή της Βόρειας Κορέας και άλλων χωρών ήταν περιορισμένη. Στο νέο αυτό πλαίσιο η Ρωσία μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να διασπάσει την Ουκρανική άμυνα ή να επιτύχει σημαντικά εδαφικά αποτελέσματα, καθώς έχει καταλάβει τα δύο τελευταία χρόνια μόλις 1,5%, του Ουκρανικού εδάφους, με τεράστιο τίμημα.
Η Ρωσία ειδικά από το 2025, χρησιμοποιεί μαζικά πυρά βαθέως πλήγματος (συνδυασμός εκατοντάδων πυραύλων πλεύσεως, βαλλιστικών, υπερηχητικών και drones). Σκοπός αυτών είναι η προσβολή των στρατιωτικών, ενεργειακών, συγκοινωνιακών και βιομηχανικών υποδομών της Ουκρανίας, προς υποβάθμιση της οικονομίας της και αποδυνάμωση της θελήσεως προς αντίσταση του λαού, χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα. Άρα η Ρωσία δεν έχει επιτύχει στο πεδίο αποτελέσματα νίκης, που θα οδηγούσαν την Ουκρανία υποχρεωτικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για συζήτηση των όρων της.
Από την άλλη πλευρά, εδώ και ένα χρόνο έχουν αναληφθεί διπλωματικές πρωτοβουλίες από τον πρόεδρο Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου, οι όποιες όμως δεν έχουν αποδώσει. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι ο Τραμπ έχει αποφασίσει να τορπιλίσει το ευρωατλαντικό πλέγμα ασφάλειας και να «θυσιάσει» την Ουκρανία, έναντι της ελευθερίας ενεργείας των ΗΠΑ, σε ένα συζητήσιμο διεθνές σύστημα ζωνών επιρροής. Σε συνομιλίες με τον Πούτιν (Αλάσκα κτλ) έχει αποδεχθεί αφενός η Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη στη Ρωσία τα οποία δεν έχουν καταληφθεί ακόμη και αφετέρου έχουν πιθανόν συζητηθεί κάποιες νέα διευθετήσεις ασφάλειας της Ευρώπης, ερήμην των Ευρωπαίων.
Δηλαδή η Δύση έχει αποδεχθεί την αποτυχία της. Το μόνο ορατό σημείο αυτών είναι να μείνει η Ουκρανία εκτός ΝΑΤΟ, έναντι κάποιων αμερικανικών εγγυήσεων, ο βαθμός αξιοπιστίας των οποίων είναι ελεγχόμενος. Φυσικά, ένα τέτοιο πλαίσιο εξυπηρετεί μόνο τα Ρωσικά συμφέροντα και θα είναι καταστροφικό για την Ουκρανία και επικίνδυνο για τις Ευρωπαϊκές χώρες. Επιβάλλεται η συμμετοχή των Ευρωπαϊκών χωρών στη διαπραγμάτευση και η διασφάλιση της ελευθερίας της Ουκρανίας στην επιλογή συνθηκών και δεσμεύσεων ασφαλείας, εντός του ευρωπαϊκού χώρου.
Στο γενικότερο πολιτικο-στρατηγικό πλαίσιο. Η Ρωσία ενεπλάκη σε έναν πόλεμο για τον οποίο δεν ήταν προετοιμασμένη, χωρίς σαφή στρατηγική και για αυτό δεν μπορεί να τον τερματίσει. Άρχισε με υπερφιλόδοξους στόχους, δηλαδή την ευθεία αμφισβήτηση της υπάρξεως της Ουκρανίας ως ανεξάρτητο κράτος, οι οποίοι σε ένα μήνα υποβιβαστήκαν σε ποσοστό κατοχής Ουκρανικού εδάφους, το οποίο λίγο ως πολύ οριστικοποιήθηκε μέχρι το φθινόπωρο του 2022. Έκτοτε, λαμβάνει χώρα ένας αγώνας φθοράς για την κατάληψη κωμοπόλεων της ανατολικής Ουκρανίας, ενίοτε χωρίς επιτυχία και η Ρωσική στρατηγική έχει εκφυλισθεί σε μικροδιαχείριση επιπέδου χαμηλόβαθμου στρατιωτικού διοικητή, δηλαδή αν η γραμμή καταπαύσεως του πυρός θα είναι μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα ή δυτικότερα και όλα αυτά με τεράστιο τίμημα σε προσωπικό και υλικό.
Επίσης, η Ρωσία με την επιθετική της στάση οδήγησε παραδοσιακά ουδέτερες σκανδιναβικές χώρες στους κόλπους του ΝΑΤΟ, ενώ έφερε τις ΗΠΑ στη «αυλή» της να διαμεσολαβεί μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, ενώ απώλεσε την ισχυρή επιρροή της στη Συρία. Η συνεχής επίκληση της πιθανής χρησιμοποιήσεως πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία δημιουργεί ευρύτερο κλίμα ανασφάλειας και ανοίγει τη συζήτηση αν πρέπει να αποκτήσουν και άλλες χώρες τέτοια όπλα, ως αντίβαρο στις Ρωσικές απειλές. Όταν τερματισθεί ο πόλεμος σίγουρα όλα αυτά είναι πιθανόν να τεθούν επί τάπητος στη Ρωσία και ενδεχομένως να οδηγήσουν και σε πολιτικές εξελίξεις, ωστόσο ένα είναι βέβαιο ότι η ιστορία πολύ δύσκολα θα καταγράψει την Ουκρανική περιπέτεια του προέδρου Πούτιν με χρυσά γράμματα.
Από την άλλη πλευρά και οι Ουκρανοί πολιτικοί είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να διεκδικήσουν δάφνες για τον τρόπο χειρισμού των Ρωσο-Ουκρανικών σχέσεων. Οι ενέργειές τους πυροδότησαν τη σύγκρουση και οδήγησαν τη Χώρα τους να πληρώνει ένα βαρύτατο φόρο αίματος και καταστροφής. Η Ουκρανία είναι αναμφισβήτητα το αδύναμο μέρος της συγκρούσεως το οποίο με την υποστήριξη της Δύσεως, εξακολουθεί να υπερασπίζεται τα εδάφη της με τεράστιες θυσίες. Τα αποτελέσματα στο πεδίο, αλλά και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι τέτοια που δεν δημιουργούν ενθαρρυντικές προϋποθέσεις για την Ουκρανία, τόσο για τον άμεσο τερματισμό του πολέμου, όσο και για την επίτευξη διαρκούς και σταθερής ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή.
Η Δύση δεν στερείται ευθύνης για τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία. Ακολουθώντας μια επιθετική στρατηγική με σημαιοφόρο τις ΗΠΑ και ίσως πιο λογικές τις Ευρωπαϊκές χώρες, προώθησε επιθετικά τις δυτικές διευθετήσεις ασφάλειας, στα σύνορα της Ρωσίας, χωρίς να της προσφέρει κάποιο αντιστάθμισμα, αγνοώντας επιδεικτικά και τις προειδοποιήσεις της για δυναμική αντίδραση (Γεωργία – 2008, Κριμαία, Ντονμπάς 2014-15). Έτι χειρότερο, οι ΗΠΑ με τον πρόεδρο Τραμπ εγκατέλειψαν επιδεικτικά αυτή την στρατηγική, δηλώνοντας ότι δεν είναι δικός τους πόλεμος, μετέφεραν το βάρος στους Ευρωπαίους, ήλθαν σε μια συναλλαγή με τη Ρωσία και πιέζουν ασφυκτικά Ουκρανία να αποδεχθεί όρους ευνοούντες τη Ρωσία, έχοντας παραγκωνίσει τις Ευρωπαϊκές χώρες.
Κλείνοντας, η Ουκρανία θα είναι τεράστιο στρατηγικό σφάλμα να αποδεχθεί τον τερματισμό του πολέμου με όρους υπό την πίεση οι ΗΠΑ, χωρίς την Ευρωπαϊκή συμμετοχή, γιατί μετά δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής και ας θυμηθεί το Μνημόνιο της Βουδαπέστης. Επίσης, οι Ευρωπαϊκές χώρες, παρά τη στρατιωτική τους αδυναμία στην παρούσα φάση, πρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν την Ουκρανία και να διεκδικήσουν συμμετοχή σε οποιαδήποτε ειρηνευτική διευθέτηση, εντεταγμένη σε μια νέα αρχιτεκτονικής ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Ως εκ τούτου, υπό τις παρούσες συνθήκες, η συνέχιση του πολέμου είναι μονόδρομος τόσο για την Ουκρανία όσο και για την Ευρώπη, η οποία πρέπει να χειραφετηθεί έναντι των ΗΠΑ, αν θέλει να έχει παρουσία στη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων που αναδύεται. Σε ό,τι αφορά στη Ρωσία, θα μπορέσει να μιλήσει για νίκη, μόνο αν η Ουκρανία και η Ευρώπη υποχωρήσουν ενώπιον της Ρωσο-Αμερικανικής πιέσεως, άλλως και για αυτή ο πόλεμος είναι μονόδρομος με ουσιαστικά αποτελέσματα στο πεδίο. Επομένως, έχουμε προ ημών μια σύγκρουση θελήσεων και αντοχής, στην οποία ο πρώτος που θα ενδώσει, χωρίς αξιόπιστες συμφωνίες ασφαλείας, θα καταστεί ο ηττημένος.
*Ο Κωνσταντίνος Γκίνης είναι στρατηγός ε.α.-Επίτιμος Α/ΓΕΣ
