Ο Τραμπ με φόντο τις ενδιάμεσες και ο άγνωστος Χ του Ιράν
AP Photo/Matt Rourke
AP Photo/Matt Rourke

Ο Τραμπ με φόντο τις ενδιάμεσες και ο άγνωστος Χ του Ιράν

Με φόντο τη συγκέντρωση της ισχυρότερης αμερικανικής δύναμης πυρός στη Μέση Ανατολή από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003 και την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου για τους δασμούς-σήμα κατατεθέν της πολιτικής του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβηκε στο βήμα του Καπιτωλίου εκφωνώντας την πιο μακρά στα χρονικά ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους ενώπιον των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών. Το βλέμμα του, στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου που θα έλθουν να κρίνουν τα πεπραγμένα της ηγεσίας και το υπόλοιπο της θητείας του Αμερικανού προέδρου.

Η ομιλία Τραμπ έσπασε κάθε ρεκόρ διάρκειας, φθάνοντας τα 108 λεπτά, με την προσοχή του εστιασμένη κυρίως στο εσωτερικό ακροατήριο και χωρίς να προσφέρει κάποια νέα ένδειξη ως προς το εάν, σε ποια έκταση και με ποια τελική στόχευση -από το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα έως την αλλαγή καθεστώτος- θα μπορούσαν να κινηθούν στρατιωτικά οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος κατέστησε σαφές ότι εξακολουθεί να προκρίνει τη διπλωματική λύση, όμως διαμήνυσε εκ νέου πως δεν πρόκειται να επιτραπεί στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, και υπέδειξε τους λόγους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πολεμική επιχείρηση - επιλογή που αντιβαίνει στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική», γύρω από το οποίο συσπειρώνεται η εκλογική του βάση.

Ανάλογη επιχείρηση, ίσως και μεγάλης κλίμακας, «ζυγίζεται» ενόσω η Αμερική εισέρχεται σε τροχιά ενδιάμεσων εκλογών και οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα πασχίσουν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos του Ιανουαρίου έδειξε ότι το 69% των Αμερικανών πιστεύει πως οι ΗΠΑ πρέπει να κινούνται στρατιωτικά μόνο όταν αντιμετωπίζουν άμεση και επικείμενη απειλή· το 18% διαφωνεί και οι υπόλοιποι δηλώνουν αναποφάσιστοι ή δεν απαντούν. Πιο πρόσφατη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ καταγράφει ότι ποσοστό 49% αντιτίθεται, 21% υποστηρίζει και 30% δεν εκφέρει άποψη στο ενδεχόμενο αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν υπό τις παρούσες συνθήκες.

Ενώπιον του Κογκρέσου, ο Τραμπ υπέδειξε την υποστήριξη του Ιράν στους περιφερειακούς «δορυφόρους» του, την αιματηρή καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων και το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα ως απειλές για την περιοχή και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δήλωσε ότι το καθεστώς Χαμενεΐ επανεκκινεί το πυρηνικό πρόγραμμα και εργάζεται για την ανάπτυξη πυραύλων που «σύντομα» θα μπορούσαν να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ συνέδεσε την Τεχεράνη και με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς που προκάλεσαν θανάτους Αμερικανών στρατιωτικών και πολιτών. 

«Οι ηγέτες του Ιράν θέλουν να αρχίσουν ξανά απ’ την αρχή και αυτή τη στιγμή επιδιώκουν εκ νέου τις σκοτεινές φιλοδοξίες τους», δήλωσε ως απάντηση και στις αιτιάσεις που δέχεται σε συνάρτηση με τις αναφορές του, μετά τις αεροπορικές επιδρομές του «πολέμου των 12 ημερών», ότι οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις «εξαϋλώθηκαν». Απαριθμώντας για πολλοστή φορά διεθνείς συγκρούσεις στις οποίες, κατά τον ίδιο, συνέβαλε στον τερματισμό ή την αποκλιμάκωση, ο Τραμπ επισήμανε: «Ως πρόεδρος, θα επιδιώξω την ειρήνη όπου μπορώ, αλλά ποτέ δεν θα διστάσω να αντιμετωπίσω τις απειλές προς την Αμερική όπου χρειαστεί. Προτιμώ να λύσω αυτό το πρόβλημα [σ.σ. του Ιράν] μέσω διπλωματίας. Αλλά ένα είναι βέβαιο. Δεν θα επιτρέψω ποτέ στον μεγαλύτερο χορηγό τρομοκρατίας στον κόσμο -και είναι μακράν ο πρώτος- να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».

Λίγες ώρες πριν από την ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, και ο αρχηγός της CIA, Τζον Ράντκλιφ, ενημέρωσαν την αποκαλούμενη «Ομάδα των Οκτώ» του Κογκρέσου -τις ηγεσίες των κομμάτων σε Βουλή και Γερουσία και τους επικεφαλής των επιτροπών πληροφοριών των δύο Σωμάτων- σχετικά με τις εξελίξεις σε κεκλεισμένων των θυρών σύσκεψη. 

Καταλυτικός για τις τελικές αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου ενδέχεται να αποβεί ο τρίτος γύρος συνομιλιών μεταξύ του διδύμου Γουίτκοφ-Κούσνερ και της ιρανικής αντιπροσωπείας υπό τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, που διεξάγεται σήμερα στη Γενεύη. Εκεί οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ θα κινηθούν ξανά ταυτόχρονα μεταξύ δύο φακέλων -του ιρανικού και του ουκρανικού. Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, εν όψει νέου τριμερούς γύρου συνομιλιών με τη Ρωσία εντός Μαρτίου, αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των σημερινών συνομιλιών Ουάσινγκτον-Κιέβου. Οι τριμερείς της προηγούμενης εβδομάδας είχαν λήξει χωρίς πρόοδο στα κύρια ζητήματα, πρωτίστως στο εδαφικό.

Στην ομιλία του ο Αμερικανός πρόεδρος περιορίστηκε σε μία σύντομη αναφορά στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία που έχει εισέλθει πλέον στο πέμπτο έτος. Χαρακτήρισε τις χώρες του ΝΑΤΟ «φίλους και συμμάχους» και εξήρε τη δέσμευσή τους -κατόπιν αμερικανικών πιέσεων- να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ. Αναφορές στο ζήτημα της Γροιλανδίας δεν υπήρξαν. Υπερασπίστηκε το δόγμα εξωτερικής πολιτικής «ειρήνη διά της ισχύος», έκανε μία πολύ σύντομη αναφορά στην Κίνα και εστίασε κυρίως στο δυτικό ημισφαίριο. Εξήρε τη μείωση της παράτυπης μετανάστευσης στα νότια σύνορα καθώς και τις επιδρομές κατά πλοίων που φέρονται να διακινούν ναρκωτικά στην Καραϊβική, υποστηρίζοντας ότι ενίσχυσε την ασφάλεια των ΗΠΑ. Επαίνεσε επίσης τη στρατιωτική επιχείρηση του Ιανουαρίου κατά του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, λέγοντας ότι υπό τη μεταβατική διακυβέρνηση της Ντέλσι Ροδρίγκες η χώρα έχει καταστεί «νέος φίλος και εταίρος» των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το εσωτερικό μέτωπο -και όχι η εξωτερική πολιτική- ήταν όμως στον πυρήνα της μαραθώνιας ομιλίας Τραμπ, σε περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητά του φθίνει, γεγονός που προκαλεί προβληματισμό σε Ρεπουμπλικανούς κυβερνήτες, γερουσιαστές και βουλευτές εν όψει των εκλογών του Νοεμβρίου.

Ο ίδιος ο Τραμπ υποστήριξε ότι εγκαινίασε «τη χρυσή εποχή της Αμερικής» σε όλα τα επίπεδα, λέγοντας ότι οι πολιτικές του βελτίωσαν τη ζωή των πολιτών τον τελευταίο χρόνο και η οικονομία είναι ισχυρότερη απ’ όσο πολλοί πιστεύουν, επικαλούμενος επιβράδυνση του πληθωρισμού, ιστορικά υψηλά των αγορών, εκτεταμένες φορολογικές μειώσεις και χαμηλότερες τιμές φαρμάκων. Ο Τραμπ κατηγόρησε τον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν, και τους Δημοκρατικούς βουλευτές, επιρρίπτοντάς τους την ευθύνη για την αύξηση των τιμών και το υψηλό κόστος της υγειονομικής περίθαλψης - δύο θέματα που οι πολιτικοί του αντίπαλοι έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει εναντίον του.

Στο ζήτημα των δασμών και της οικονομίας, χαρακτήρισε «ατυχή» την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε τους έκτακτους δασμούς του, δεσμευόμενος ότι θα τους διατηρήσει βάσει άλλων νομικών διατάξεων και χωρίς ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης. Υποστήριξε ότι οι δασμοί «σώζουν τη χώρα» παρά τα στοιχεία ότι το κόστος μετακυλίεται σε Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρήσεις. Δεν επιτέθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο ωστόσο, ούτε σε επικριτές του εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ο Τραμπ. Στην αίθουσα παρίσταντο ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς και οι δικαστές Μπρετ Κάβανο, Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και Έλενα Κέιγκαν, τους οποίους χαιρέτισε προσωπικά πριν από την ομιλία, παρά το ότι είχε πρόσφατα επικρίνει την Μπάρετ -την οποία ο ίδιος είχε διορίσει- για τη στάση της στην υπόθεση των δασμών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ακόμη ότι οι περισσότερες χώρες επιθυμούν να διατηρήσουν τις εμπορικές συμφωνίες που συνήψαν υπό το καθεστώς υψηλών αμερικανικών δασμών· επέκρινε τον υψηλότερο πληθωρισμό επί προεδρίας Μπάιντεν και προέβαλε χαμηλότερα επίπεδα για το 2025, ενώ μεταξύ άλλων ανακοίνωσε νέα προσπάθεια συγκράτησης των τιμών ενέργειας για τα νοικοκυριά μέσω δεσμεύσεων τεχνολογικών εταιρειών να καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες των κέντρων δεδομένων τους.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε συγκρατημένος και προσηλωμένος στο κείμενο της ομιλίας του, αν και δεν έλειψαν σκηνές έντασης με Δημοκρατικούς βουλευτές κυρίως στο ζήτημα της μετανάστευσης. Κατά την εκτίμηση αναλυτών, η ομιλία δύσκολα θα μεταβάλει τη δυναμική της δεύτερης θητείας του, με τους Ρεπουμπλικανούς να μην καταγράφουν ούτε ουσιαστικά κέρδη ούτε απώλειες εν όψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών. Στον Ντόναλντ Τραμπ απάντησε εκ μέρους των Δημοκρατικών η κυβερνήτης της Βιρτζίνια Άμπιγκεϊλ Σπάνμπεργκερ, κατηγορώντας τον για αδιαφορία απέναντι στο αυξημένο κόστος διαβίωσης και για την επιθετική πολιτική του στο μεταναστευτικό, ιδιαίτερα σε πόλεις όπως η Μινεάπολη, δίνοντας τη γραμμή στην οποία θα κινηθεί το κόμμα εν όψει Νοεμβρίου.