Βαθιές δομικές αλλαγές διαμορφώνουν σήμερα το γεωπολιτικό τοπίο της Ευρασίας καθώς η παραδοσιακή επιρροή της Μόσχας στο νότιο «μέτωπο» της, από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, διαμέσου των περιοχών του Νότιου Καυκάσου, έως τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, έχει υποστεί σημαντική φθορά, ένα φαινόμενο που επιταχύνθηκε μετά το 2022 και την εισβολή στην Ουκρανία.
Συγχρόνως, η εσωτερική αποσταθεροποίηση και η διάβρωση της εξουσίας στο Ιράν πολλαπλασιάζουν τις ρωγμές στην παραδοσιακή τάξη πραγμάτων. Η συναπόθεση αυτών των μεταβολών απελευθερώνει μακροχρόνιες δυνατότητες διασύνδεσης και επιλογών κατεύθυνσης για τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, καθώς τους επιτρέπει να αναζητήσουν νέους προσανατολισμούς, να διαφοροποιήσουν συμμαχίες και να αξιοποιήσουν εναλλακτικές υποδομές και δίκτυα, μειώνοντας βαθμιαία τη στενή εξάρτηση που επέβαλε το γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο της μετα-σοβιετικής εποχής.

Καθώς οι χώρες της Κεντρικής Ασίας ξανασχεδιάζουν τις στρατηγικές τους επιλογές μακριά από τη ρωσική επιρροή, το Ιράν βλέπει τη λειτουργική του αξία ως διάδρομος να εκφυλίζεται. Η διεθνής απομόνωση του καθεστώτος, οι διπλωματικές του συγκρούσεις με τη Δύση και οι εσωτερικές του κρίσεις έχουν ουσιαστικά ακυρώσει την ικανότητά του να αξιοποιήσει την ευνοϊκή γεωγραφία του ως γρήγορη και ασφαλή οδό μεταφορών. Μια εξέλιξη με σαφές επιπτώσεις για τη διασύνδεση ολόκληρης της περιοχής.
Εάν το Ιράν μεταβληθεί εσωτερικά ή υπογράψει συμφωνία με τις ΗΠΑ, θα απελευθερωθεί μια νέα, γρήγορη αρτηρία διασύνδεσης: οι εμπορικές ροές από την Κασπία θα μπορούν να εκτραπούν προς τα νότια και να φτάσουν στα παγκόσμια εμπορικά δίκτυα μέσω ιρανικών λιμανιών στον Περσικό Κόλπο, μειώνοντας αποστάσεις, χρόνο μεταφοράς και κόστος, με σοβαρές γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες για τους υπάρχοντες διαδρόμους.
Πρόσφατα το Καζακστάν ανακοίνωσε την προσχώρησή του στις λεγόμενες Συμφωνίες του Αβραάμ. Ήταν μια κίνηση που, παρά τον συμβολικό της χαρακτήρα για ένα κράτος που έχει ήδη διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ από το 1992, φέρει πολλαπλές και βαθιές γεωστρατηγικές και οικονομικές προεκτάσεις και αναβιώνει τους Δρόμους του Μεταξιού
Η ταχέως μεταβαλλόμενη γεωπολιτική και οικονομική σημασία του Καζακστάν, μετατρέπει το κράτος ως κεντρικό κόμβο πρώτων υλών, ενέργειας, μεταφορών και ψηφιακής οικονομίας, αλλά και ως δοκιμαζόμενο πεδίο σε επίπεδο περιβαλλοντικό, κοινωνικό και διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων. Όλα ξεκινούν από τη γεωγραφία και τη γεωλογία: παρότι το Καζακστάν θεωρούνταν «το μέσο του πουθενά», κρύβει τεράστια κοιτάσματα με κυρίαρχη την παραγωγή ουρανίου (περίπου 43–45% της παγκόσμιας πρωτογενούς παραγωγής), σημαντικά κοιτάσματα σπάνιων γαιών (τουλάχιστον 15 μεγάλες θέσεις, και αναφορές για >5.000 ανεξερεύνητα κοιτάσματα σημαντικής αξίας) και πετρελαϊκά πεδία υψηλής απόδοσης όπως το Kashagan. Αυτή η συνύπαρξη «παλαιάς» (πετρέλαιο/αέριο) και «νέας» (ουράνιο, σπάνιες γαίες) ενέργειας τοποθετεί το Καζακστάν ως κρίσιμο παίκτη σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας και τεχνολογικών αλυσίδων προμήθειας.
Σημαντική έμφαση δίνεται στον «μεσαίο διάδρομο» (Trans-Caspian International Transport Route) ως στρατηγικό υποκατάστατο της βόρειας σιδηροδρομικής οδού που πληγώθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η διαδρομή αυτή του Δρόμου του Μεταξιού (Κίνα → Καζαχστάν → Θαλάσσια διάβαση Κασπίου → Αζερμπαϊτζάν → Γεωργία → Τουρκία → Ευρώπη) εμφανίζει ραγδαία αύξηση φορτίων: από 840.000 τόνους το 2021 σε 4,5 εκατ. τόνους μέχρι το τέλος του 2024 (αύξηση ~500% σε 3 χρόνια), με στόχο 10 εκατ. τόνους έως το 2030. Το ξηρό λιμάνι, στα σύνορα με την Κίνα, στην πόλη Khorgos, η Κίνα έχει το μεγαλύτερο «λιμάνι» μεταφόρτωσης ξηρού φορτίου από τα τραίνα της Κίνας στις φαρδύτερες ράγες των σιδηρόδρομων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και θεωρεί την περιοχή ως ένα από τους σημαντικούς «Δρόμους του Μεταξιού», το οποίο αναδεικνύεται σε κρίσιμη υποδομή μεταφόρτωσης (trak-gauge μεταφορές, ανάστροφη φόρτωση κ.ά.) και βάσει στοιχείων του πρώτου εξαμήνου 2025 διακινήθηκαν δεκάδες εκατομμύρια τόνοι. Η λειτουργία του διαδρόμου έχει σαφές γεωπολιτικό αντίκτυπο καθώς απεξαρτάται από τη ρωσική διέλευση, προσφέρει στη Δύση ένα κανάλι εφοδιασμού χωρίς να διευκολύνει άμεσα τη Ρωσία και ταυτόχρονα θεωρείται από τη Μόσχα απειλή και από το Πεκίνο «γραμμή ζωής».
Παράλληλα, το Καζακστάν εξελίσσεται σε κόμβο ψηφιακής οικονομίας και κρυπτονομισμάτων. Η μετεγκατάσταση εξορυκτών Bitcoin μετά την κινεζική απαγόρευση οδήγησε σε μαζική εγκατάσταση εξοπλισμού και στην υιοθέτηση ενός ρυθμιστικού-επιχειρηματικού μοντέλου συνεργασίας, με το μοντέλο 70/30 όπου ξένοι επενδυτές χρηματοδοτούν αναβαθμίσεις παλαιών σοβιετικών σταθμών και το δίκτυο κρατά το 70% της ενέργειας, ενώ οι miners λαμβάνουν 30%. Το κράτος φορολόγησε και ενσωμάτωσε τη δραστηριότητα, με σημαντικά έσοδα (π.χ. 13,1 δισ. τένγκε στα πρώτα 9 μήνες του 2025) και πρωτοβουλίες όπως η δημιουργία Εθνικού Ταμείου Κρύπτο (1 δισ. $) από κρατικά και κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως η «Neon Nomad Visa» και το Astana Hub (ειδική οικονομική ζώνη με μηδενικούς φόρους για τεχνολογικές εταιρείες) στοχεύουν στην προσέλκυση ταλέντων, επενδύσεων και την προώθηση εξαγωγών ΤΠΕ (από $50 εκατ. πριν πέντε χρόνια σε $1 δισ. έως το τέλος του 2025).
Το Καζακστάν ακολουθεί ενεργή, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική («multectorism»), επιχειρώντας να εξισορροπήσει τις σχέσεις με Ρωσία, Κίνα και Δύση: συμφωνίες στρατηγικής συνεργασίας με τη Μόσχα συνδυάζονται με συμφωνίες ύψους δισεκατομμυρίων με αμερικανικές εταιρείες για κρίσιμα μέταλλα και τεχνολογία. Το παράδειγμα του προέδρου Τοκάγιεφ, που απέσυρε αναγνώριση από τα «ημιαυτόνομα» εδάφη και παράλληλα υπέγραψε μεγάλες συμφωνίες με ΗΠΑ, αποτυπώνει την προσπάθεια να διατηρηθεί η στρατηγική αυτονομία. Σημαντική μάχη εκτυλίσσεται και γύρω από τον σχεδιαζόμενο πρώτο εγχώριο πυρηνικό σταθμό: το δημοψήφισμα του 2024 έδωσε ναι στην προοπτική, ωστόσο η επιλογή αναδόχου (Rosatom, EDF, κινεζικά ή κορεατικά σχήματα ή διεθνές κονσόρτσιουμ) έχει βαριά γεωπολιτική σημασία, καθώς όποιος κτίσει τον σταθμό αποκτά μακροχρόνιο έλεγχο σημαντικού τμήματος ενεργειακής ασφάλειας.
Υπάρχουν όμως και μεγάλες αδυναμίες όπως η υδατική κρίση (πτώσεις στάθμης στην Κασπία πάνω από 2 μ. από το 2006, ιστορικά χαμηλά το 2025, ανάγκες εκβαθύνσεων σε λιμάνια όπως το Aktau) και η εξάρτηση από υδάτινους πόρους που ελέγχονται σε υψηλό βαθμό από άλλες χώρες (π.χ. ροή από ποτάμια που ελέγχονται από Ρωσία, Κίνα, Κιργιστάν). Η μείωση των υδάτινων αποθεμάτων και η τήξη παγετώνων φέρνει σοβαρούς κινδύνους στην αγροτική παραγωγή.
Ως προς την εσωτερική πολιτική, το «πρωτόκολλο Ρομπέν των Δασών» (νόμος για επιστροφή παράνομα αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων) και η ανακατεύθυνση κεφαλαίων σε κοινωνικές υποδομές αποτελούν προσπάθεια αντιμετώπισης κοινωνικής δυσαρέσκειας και ανισοτιμιών: ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ολιγαρχών και δημιουργία Ταμείου Στήριξης Εκπαιδευτικής Υποδομής (άνω των 140 νέων σχολείων χρηματοδοτήθηκαν έως το τέλος του 2025). Παρά τις προσπάθειες όμως, ο πραγματικός κόσμος των πολιτών επιβαρύνεται (πληθωρισμός 2025 12,3%, αύξηση τιμών τροφίμων >13%), γεγονός που καθιστά την κοινωνική συνοχή ευάλωτη.
Το Καζακστάν έχει κατορθώσει να γίνει αναντικατάστατο ως μια «μπαταρία» για την πράσινη μετάβαση, δεξαμενή ουρανίου, κόμβος για crypto, και γέφυρα για παγκόσμιο εμπόριο. Όμως η επιτυχία αυτή στηρίζεται σε ευαίσθητους άξονες: γεωπολιτική ισορροπία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, βιωσιμότητα υδατικών πόρων και αποδοχή/διαχείριση εσωτερικών ανισοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, το μέλλον διαγράφεται ως διαρκές πείραμα επιβίωσης, με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας, αλλά και εξίσου σοβαρές παγίδες (περιφερειακή σύρραξη, εξάντληση φυσικών πόρων, κοινωνική έκρηξη).
Ο Πρόεδρος Κασίμ-Ζομάρτ Τοκάγεφ κατά την ομιλία του τον Ιανουάριο του 2026 στο Εθνικό Κουρλτάι φαίνεται ότι έχει λάβει υπόψη τις παραπάνω παραμέτρους του παγκόσμιου ρευστού περιβάλλοντος και την αναγκαιότητα της προσαρμογής και της βιώσιμης ανθεκτικότητας, διαθέτοντας την σοφία της χρονικής στιγμής που πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και οι προσαρμογές. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει αφορούν όλα τα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την χώρα του: την γεωγραφία, την πολιτική, την οικονομία, την άμυνα, την τεχνολογία και τον πολιτισμό. Δυνατή χώρα είναι αυτή που έχει τους πόρους να αναπτυχθεί και την διορατική ηγεσία να καταλάβει ότι όταν τελειώνει ένα μεγάκυκλος, για να γεννηθεί ένας νέος, πρέπει να γίνουν ανατρεπτικές μακροχρόνιες, επίμονες και επίπονες αλλαγές σε όλους τους τομείς.
Είναι μια ιστορική στιγμή όπου η ηγεσία πρέπει να σταθμίσει όχι μόνο το κόστος της νίκης αλλά και το αντίτιμο μιας ατελούς αποτυχίας. Ένας πρόεδρος πρέπει να πλάθει τον εαυτό του ανάλογα με τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, να συνδυάζει δύναμη και σοφία, να γνωρίζει πότε να αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Και η ιστορία δείχνει ότι όταν τα χρηματοοικονομικά συστήματα συγκρούονται, δεν επικρατεί το πιο γενναίο έθνος αλλά επικρατεί το πιο οικονομικά πειθαρχημένο. Το Καζαχστάν παρουσιάζεται ως κρίσιμος διεθνής «κόμβος» του 21ου αιώνα, αλλά η σταθερή και δίκαιη μετάβαση απαιτεί συνετή διακυβέρνηση, διεθνή συνεργασία και προτεραιότητα στην ανθεκτικότητα των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων.
* Ο Γιώργος Σ. Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
