Μια υπεράσπιση της νομιμότητας στον παγκόσμιο χάρτη
Shutterstock
Shutterstock

Μια υπεράσπιση της νομιμότητας στον παγκόσμιο χάρτη

Η ύπαρξη του Διεθνούς Δικαίου δεν αποτελεί κατάλοιπο ενός ουτοπικού ιδεαλισμού, αλλά συνιστά τον πυρήνα της διεθνούς τάξης. Ακόμη και στις στιγμές που δεν κατορθώνει να αποτρέψει τη βία ή την αδικία, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ως ένα κανονιστικό πλέγμα που καθιστά διακριτά τα όρια μεταξύ νομιμότητας και αυθαιρεσίας. Σε έναν κόσμο χωρίς το Διεθνές Δίκαιο, η ισχύς θα αποτελούσε το μοναδικό επιχείρημα και οι παρεμβάσεις δεν θα χρειάζονταν αιτιολόγηση, μονάχα πυρομαχικά.

Εν απουσία δεσμευτικών κανόνων κάθε ηγεμόνας μπορεί να αυτοδιορίζεται ως ψευδομεσσίας, επικαλούμενος προσχηματικά ανθρωπιστικούς λόγους, για να συγκαλύψει ωμά γεωπολιτικά συμφέροντα και να προσπεράσει τις θεσμικές διαδικασίες με πρόσχημα την «αποτελεσματικότητα». Μα αυτή η οδός δεν οδηγεί στην αποκατάσταση του δικαίου· οδηγεί στην ασυδοσία της ισχύος.

O 20ος αιώνας επιβεβαιώνει με ανατριχιαστική ακρίβεια πως οι μείζονες καταστροφές της ανθρωπότητας δεν υπήρξαν απότοκες κάποιας υπέρμετρης προσήλωσης στο Δίκαιο, αλλά της βάναυσης καταστρατήγησής του. Οι γενοκτονίες, οι απρόκλητοι πόλεμοι, οι οργανωμένες σφαγές και οι εθνοκαθάρσεις διαπράχθηκαν από αυταρχικά καθεστώτα που θεώρησαν πως η ισχύς τους είναι υπεράνω ελέγχου. Το δίκαιο δεν αιματοκύλισε την ιστορία· η περιφρόνησή του το έκανε.

Ωστόσο, ακόμη και σε έναν πλανήτη άναρχο και ατελή, το Διεθνές Δίκαιο απέδειξε την κανονιστική του αξία: η καταδίκη του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, χωρίς στρατιωτική επιβολή, αποτέλεσε το νομικό και ηθικό υπόβαθρο για την παγκόσμια απομόνωση του καθεστώτος.

Η Δίκη της Νυρεμβέργης εισήγαγε την αρχή της ατομικής ποινικής ευθύνης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για την εδραίωση του σύγχρονου διεθνούς ποινικού δικαίου. Οι διακρατικές προσφυγές ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, ανέδειξαν ότι η νομική διαμεσολάβηση είναι εφικτή ακόμη και, εντός συνθηκών έντονης γεωπολιτικής αντιπαλότητας.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν αξιώνει έναν παραδεισένιο κόσμο· δημιουργεί απλώς έναν πλανήτη στον οποίο η ισχύς δεν αποτελεί τη μόνη γλώσσα. Η απαξίωσή του με το επιχείρημα ότι «δεν έχει μηχανισμό επιβολής» είναι ρητορικά εύσχημη, πλην όμως συνιστά νομική αβλεψία ή, έτι ακριβέστερα, διαστρέβλωση των λειτουργιών του.

Δεν είναι λίγα τα εθνικά συντάγματα που ενσωματώνουν θεμελιώδεις αρχές, όπως εκείνη του κοινωνικού κράτους δικαίου ή της αναλογικότητας, δίχως την πρόβλεψη άμεσων κυρωτικών συνεπειών· και όμως, οι αρχές αυτές διατηρούν ακέραιη τη δεσμευτικότητά τους, ως ρυθμιστικοί άξονες της έννομης τάξης.

Ομοίως, το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι ένας ποινικός κώδικας με δύναμη επιβολής· είναι ένα πλαίσιο κανόνων inter pares, ένας ηθικός και θεσμικός φραγμός που ορθώνεται απέναντι στην αυθαιρεσία. Η έλλειψη στρατιωτικής δύναμης επιβολής δεν το καθιστά ανίσχυρο, αλλά αποκαλύπτει τη δυστροπία της παγκόσμιας πολιτικής βούλησης να το υπηρετήσει. Δεν αποτυγχάνει το Δίκαιο· αποτυγχάνει ο πολιτισμός όταν το περιφρονεί.

Όπως και στο εσωτερικό των κρατών, δεν είναι η ισχύς που θεμελιώνει τον σεβασμό στον νόμο· είναι η πίστη στο νόμο που νομιμοποιεί τους μηχανισμούς επιβολής του. Η νομιμότητα δεν προηγείται της εμπιστοσύνης, απορρέει από αυτήν.

Η αρχιτεκτονική του Διεθνούς Δικαίου ερείδεται επί ενός σύνθετου σώματος θεμελιωδών πηγών: ο Καταστατικός Χάρτης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οι Συμβάσεις της Γενεύης, το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και το Statute του Διεθνούς Δικαστηρίου, συνιστούν ένα διαρθρωμένο πλέγμα αρχών και θεσμικών μηχανισμών, το οποίο φιλοδοξεί να διασφαλίσει τη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της κρατικής κυριαρχίας εντός των ορίων του ορθού λόγου.

Το διεθνές δίκαιο επιδιώκει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στη legality και τη legitimacy, αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι κάθε «νόμιμη» πράξη δίκαιη, ούτε κάθε «δίκαιη» πράξη νόμιμη. Η θεσμική πρόοδος δεν έγκειται στην κατάργηση της νομιμότητας, αλλά στην εξελικτική αναμόρφωση των δομών της, ώστε η νομιμότητα να προσεγγίζει την ηθική ισχύ.

Η προσφυγή στο επιχείρημα περί υποτιθέμενης ανεπάρκειας του Διεθνούς Δικαίου, εξαιτίας της αδυναμίας του να παρεμποδίσει ορισμένες κραυγαλέες εκτροπές, αποτυγχάνει να διακρίνει το χάσμα που υφίσταται μεταξύ της θεσμικής υποδομής ενός κανονιστικού πλαισίου και της βούλησης εφαρμογής του.

Η αστοχία δεν βαρύνει το ίδιο το Δίκαιο, αλλά την απροθυμία της διεθνούς κοινότητας να το προσλάβει ως δεσμευτικό πλαίσιο, και όχι ως εργαλειακό προκάλυμμα επιλεκτικών παρεμβάσεων.

Η υπόρρητη θέση ότι μια «καλώς ενορχηστρωμένη επέμβαση» αποδίδει περισσότερη δικαιοσύνη από την προσήλωση στις προβλεπόμενες διαδικασίες του διεθνούς νομικού συστήματος δεν συνιστά ρεαλισμό· είναι, στην ουσία, ένας κυνισμός περιβεβλημένος με το ένδυμα της πραγματιστικής πρόνοιας.

Ο μόνος ρεαλισμός που είναι συμβατός με την προοπτική της ειρηνικής συνύπαρξης είναι εκείνος που αποδέχεται το Διεθνές Δίκαιο ως την αναγκαία, έστω και ανεπαρκή, υποδομή για την επιβίωση της δικαιοσύνης σε έναν κατακερματισμένο κόσμο.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν συνιστά μία αδρανή, παγιωμένη συμφωνία μεταξύ κρατών· αποτελεί έναν ζώντα, εξελισσόμενο οργανισμό, ο οποίος αναδιαμορφώνεται αενάως υπό την επίδραση της ιστορικής εμπειρίας και των επιταγών κάθε εποχής. Η σταδιακή του μετάβαση από το στενό πεδίο της κρατικής κυριαρχίας προς ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα εγγυήσεων προστασίας, είναι ήδη εμφανής.

Η κατοχύρωση διεθνώς αναγνωρισμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η συγκρότηση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η θέσπιση της αρχής της Ευθύνης Προστασίας - Responsibility to Protect - R2P, αποτυπώνουν την εμπεδωμένη πλέον μετατόπιση: το Δίκαιο εκλαμβάνεται πλέον ως αξιακή υπόσχεση προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στη βαρβαρότητα.

Το γεγονός ότι ένας κανόνας παραβιάζεται δεν σημαίνει ότι είναι ανίσχυρος· σημαίνει ότι υπάρχει. Όπως η διάπραξη εγκλημάτων δεν συνεπάγεται την ακύρωση του ποινικού δικαίου, ούτε η ύπαρξη των πολέμων εκμηδενίζει τις αρχές της ειρήνης, έτσι και η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου δεν το καθιστά ανενεργό, αλλά φανερώνει τη δυσανεξία της ωμής ισχύος απέναντι στον περιορισμό της.

Το Δίκαιο αποτελεί τον τελευταίο εναπομείναντα κοινό τόπο, όπου ακόμη και η υπερέχουσα δύναμη καλείται, έστω απρόθυμα, να λογοδοτήσει. Δεν είναι αλάνθαστο ούτε παντοδύναμο· αλλά είναι το μόνο εργαλείο με θεσμική συνέπεια. Όταν το Δίκαιο καταλύεται, δεν απελευθερώνεται η συμπόνια ούτε αποκαθίσταται κάποιο ανώτερο αγαθό· απελευθερώνεται ο κίνδυνος και, η επιστροφή στο δίκαιο της ζούγκλας.

Η αντίληψη ότι η παραβίαση του Δικαίου καθίσταται θεμιτή εφόσον προβάλλεται ως υπηρετούσα έναν υποτιθέμενο «ευγενή» σκοπό δεν είναι απλώς νομικά έωλη· είναι ιστορικώς ολισθηρή. Όποιος επικαλείται αφηρημένες αγαθές προθέσεις για να υπερκεράσει τις θεσμικές εγγυήσεις, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, όπου κάθε παρέμβαση μπορεί να προσλάβει το ένδυμα της νομιμότητας, εφόσον επενδυθεί με επαρκές προπαγανδιστικό υλικό.

Το αποτέλεσμα δεν είναι η προστασία των ευάλωτων· είναι η εργαλειακή εκμετάλλευσή τους ως προκάλυμμα σκοπιμοτήτων. Κανένα ανώτερο ηθικό επιχείρημα δεν έχει βαρύτητα εάν δεν εντάσσεται σε ένα κοινώς αποδεκτό νομικό και θεσμικό πλαίσιο· αλλιώς, η ηθική γίνεται εργαλείο επιβολής, όχι αρχή συνύπαρξης.

Ο πρωτεύων λόγος ύπαρξης του Διεθνούς Δικαίου έγκειται στην κανονιστική του ισχύ ως εγγύηση ότι οι πιο αδύναμοι δεν θα αποσιωπηθούν υπό το βάρος του τετελεσμένου γεγονότος - fait accompli. Το Δίκαιο είναι εκείνο που επιτρέπει στη Λιθουανία να μιλήσει ισότιμα με την Κίνα, που προσφέρει θεσμικό έρεισμα στην Ουκρανία για να εγκαλέσει τη Ρωσία, που επιτρέπει σε ένα ασυνόδευτο παιδί πρόσφυγα να επικαλεστεί διεθνή προστασία.

Εν τη απουσία του, οι ευάλωτοι δεν διαθέτουν ούτε λόγο, ούτε πρόσβαση σε ακρόαση, ούτε ελπίδα· το Δίκαιο είναι το κανονιστικό αντίβαρο που συγκρατεί την αυθαιρεσία της ισχύος.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί πανάκεια, είναι συχνά ανεπαρκές, αργοκίνητο, ατελές και, όμως, παραμένει η μοναδική θεσμική αρχιτεκτονική εντός της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να αξιώσει δικαιοσύνη όχι χάριν της ισχύος, αλλά επί τη βάσει του δικαίου του. Είναι το μόνο πλαίσιο που αρνείται να ταυτίσει την επιβολή με τη νομιμότητα, που δεν μεταφράζει τη δύναμη σε δίκαιο τετελεσμένο.

Ένας κόσμος χωρίς κανόνες Δικαίου δεν θα είναι πιο «λειτουργικός»· θα είναι πιο απειλητικός, πιπ αδιαφανής, πιο βίαιος. Το Δίκαιο συνιστά το όριο της αυθαιρεσίας, το μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τη μνήμη της ιστορίας, και την ελπίδα της επανόρθωσης· είναι η άρνηση να δεχτούμε ότι κάτι συνέβη επειδή μπορούσε να συμβεί. Διότι, εν τέλει, η Ιστορία δεν απονέμει δικαίωση μόνο στο αποτέλεσμα, αλλά και στην πορεία που ακολουθήθηκε για να καταστεί εφικτό.


*Η Μαίρη Αποστολίδη είναι νομικός