Μέση Ανατολή: Λίγο πριν τη νέα καταιγίδα
AP
AP

Μέση Ανατολή: Λίγο πριν τη νέα καταιγίδα

Τα τελευταία δύο χρόνια η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μία περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας. Η απρόσμενη, για το Ιράν, εξέλιξη των πραγμάτων μετά την πρωτοφανή σε αγριότητα επίθεση της Χαμάς (7 Οκτωβρίου 23) και την αναμενόμενη, αλλά και - σε κάποιο βαθμό - επιδιωχθείσα ολομέτωπη (αντ)επίθεση του Ισραήλ, τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη, στο Λίβανο (Χεζμπολάχ), στη Συρία (προστασία Δρούζων), στην Υεμένη (Χούθι) και – κυρίως – στο ίδιο το Ιράν, κατά τον πόλεμο των 12 ημερών με τη συνδρομή των ΗΠΑ, άλλαξε οριστικά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και κατέστησε το Ισραήλ απόλυτο κυρίαρχο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο – από την επικράτηση της Ισλαμικής Επανάστασης του Αγιατολάχ Χομεϊνί (1979) – στρατηγικός στόχος της αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν, φαίνεται να είναι σήμερα πιο κοντά από ποτέ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
 
Καταρχήν, η αιματηρή καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων των τελευταίων μηνών στο Ιράν, έδωσε θεωρητικά την απαραίτητη δικαιολογία στις ΗΠΑ να συγκεντρώσουν μια άνευ προηγουμένου αεροναυτική δύναμη στην περιοχή του Κόλπου και να αναγκάσουν  την Ηγεσία του Ιράν να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την απειλή των όπλων (coercive diplomacy).

Και ενώ ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι η αλλαγή του καθεστώτος και η μετάβαση σε κάτι άλλο – όχι απαραίτητα δημοκρατικό - αλλά φίλα προσκείμενο προς τις ΗΠΑ (και το Ισραήλ), η συζήτηση γίνεται για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο – κατά δήλωση του Αμερικανού Προέδρου – έπαψε να αποτελεί απειλή, μετά τις επιτυχείς επιθέσεις με στρατηγικά βομβαρδιστικά τον περασμένο Ιούνιο…
 
Αν, δε, υποθέσουμε ότι εκτός από την ιρανική αεράμυνα, οι δυνατότητες και το βληματικό δυναμικό των Φρουρών της Επανάστασης έχει υποστεί καίριο πλήγμα, κάτι που ασφαλώς δεν επιβεβαιώνεται, τότε η ερώτηση είναι μάλλον απλή: Γιατί δεν έχει έχουν έως τώρα επιτεθεί οι ΗΠΑ, με το Ισραήλ ή/και με άλλους συμμάχους τους (πχ. Μεγάλη Βρετανία), ώστε να επιφέρουν το τελειωτικό πλήγμα στο καθεστώς; Η απάντηση προφανώς δεν είναι εύκολη:

Καταρχάς, το Ιράν δεν είναι Ιράκ ή Αφγανιστάν, όπου επιχειρήθηκε εισβολή με τα γνωστά – τελικά - αποτελέσματα. Η επιλογή αυτή, συνεπώς, δεν μπορεί να βρίσκεται μεταξύ αυτών που οι επιτελείς έχουν εισηγηθεί στον Πρόεδρο Τραμπ. Άρα η επιδιωκόμενη αλλαγή καθεστώτος θα πρέπει να γίνει μόνον εκ των έσω. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι επίσης εύκολο, όπως αποδείχθηκε από το εύρος και τη σφοδρότητα καταστολής των πολύ μεγάλων πρόσφατων λαϊκών κινητοποιήσεων.

Η αναμφισβήτητα επιτυχημένη δράση των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ (και των ΗΠΑ) για την προετοιμασία και επιτυχή έκβαση του πολέμου των 12 ημερών, είναι πολύ δύσκολο να επαναληφθεί για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα.

 
Εν συνεχεία, αν υποθέσουμε ότι η βίαιη αλλαγή του καθεστώτος δεν είναι εφικτή, ή έστω πολύ δύσκολη, παρατηρείται σημαντική απόκλιση και στους αντικειμενικούς σκοπούς των ΗΠΑ και Ισραήλ. Ενώ, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ συζητούν στη Γενεύη για τη διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου και αυστηρή επιτήρηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με παράλληλη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων, το Ισραήλ απαιτεί την πλήρη καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, καθώς και του συνόλου του βληματικού δυναμικού του. 

Τέλος, δεν φαίνεται ότι υπάρχει έτοιμη μια διάδοχη κατάσταση στην οποία να συμφωνούν – αν όχι όλοι – οι περισσότεροι δρώντες, ώστε να γίνει μια ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας και να αποφευχθεί περαιτέρω χάος στο εσωτερικό και αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή. Η περίπτωση, δε, της επιστροφής του διαδόχου του περσικού θρόνου, Ρεζά Παχλαβί, παρά τη φαινομενική δυτική αποδοχή, δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες καθόσον δεν φαίνεται να χαίρει εκτίμησης από την πλειοψηφία του ιρανικού λαού. 
 
Αναφορικά με τους λοιπούς δρώντες, για τη Ρωσία ο πόλεμος στην Ουκρανία φαίνεται να έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά υπολόγιζε. Προσπαθεί, συνεπώς, να βρει ταύτιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ, ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει (…), προκειμένου να διατηρήσει την αξιοπιστία και τη διαπραγματευτική της ικανότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν ήταν οι καλύτερες και – στην περίπτωση του Ιράν – η διατήρηση του status quo παραμένει πρωταρχικός στόχος, ακόμα και με κάποιες «φιλοδυτικές» μεταρρυθμίσεις.

Η Κίνα, που αποτελεί τον βασικό προμηθευτή οπλικών συστημάτων του Ιράν και η πιθανή αλλαγή του καθεστώτος δεν τη βρίσκει σύμφωνη, εστιάζεται στην πολιτική της παγκόσμιας οικονομικής διείσδυσης με τη λιγότερη δυνατή στρατιωτική δράση, και κατά συνέπεια δεν αναμένεται να αντιδράσει σθεναρά.  
 
Η πιθανή αλλαγή καθεστώτος υποβαθμίζει και το ρόλο της Τουρκίας, ως γέφυρας μεταξύ Ιράν και Δύσης. Συνεπώς, η όποια φιλοδοξία ανάδειξής της σε περιφερειακή δύναμη στη Μέση Ανατολή, θα περιοριστεί, ανάλογα με το στρατηγικό σχεδιασμό του Ισραήλ.

Οι αραβικές μοναρχίες έχουν κοινά συμφέροντα με το Ισραήλ στην περίπτωση του Ιράν, και η περαιτέρω προώθηση των Συμφωνιών του Αβραάμ με πιθανή προσχώρηση και της Σαουδικής Αραβίας, δημιουργεί συνθήκες σταθερότητας, ώστε αφενός να ισορροπήσουν μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου και αφετέρου να μετασχηματίσουν τις οικονομίες τους και πέρα από το πετρέλαιο.

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μεν σημαντικός εμπορικός και ενεργειακός εταίρος στην περιοχή, αλλά – δυστυχώς - στερείται ενιαίας στρατηγικής και στην περίπτωση του Ιράν. Η απουσία κοινής αμυντικής πολιτικής περιορίζει την επιρροή της και την αναγκάζει να παρακολουθεί τις εξελίξεις, συνήθως συντασσόμενη με τις αμερικανικές θέσεις. Συνεπώς, τι μέλλει γενέσθαι; 

Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν την ανάπτυξη ισχυρών αεροναυτικών δυνάμεων στην περιοχή, προετοιμαζόμενες για επιχειρήσεις διαρκείας. Στην ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, θα προστεθεί από την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου και η ομάδα του αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford, που θα αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο παρέχοντας αντιβληματική προστασία στο Ισραήλ.

Η εκτίμηση είναι ότι οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν μια βηματιστική επιχειρησιακή προσέγγιση: Θα επιλέξουν σημειακές προσβολές στρατηγικών στόχων, στρατιωτικών και πολιτικών, ώστε αφενός να πλήξουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Φρουρών της Επανάστασης, και αφετέρου να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς, παρακολουθώντας παράλληλα τις εσωτερικές εξελίξεις στο Ιράν.

Αναφορικά με το χρόνο των προσβολών, θα πρέπει να τονιστεί ότι ενδεχόμενο πρώτο πλήγμα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Ραμαζανίου (19/2 – 19/3), θα προκαλέσει αφενός συσπείρωση στον λαό του Ιράν, σε εθνικό αλλά και θρησκευτικό επίπεδο, και αφετέρου δυσφορία, στην καλύτερη περίπτωση, του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου.   
 
Από την πλευρά του, το Ιράν θα συνεχίσει την ανάπτυξη πυραυλικών και μη επανδρωμένων δυνατοτήτων και την αποφυγή άμεσης σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι μια ανοικτή πολεμική αναμέτρηση δεν την εξυπηρετεί και επιδιώκει να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας μέσω διαφόρων εμμέσων πιέσεων αλλά και υποχωρήσεων.

Παράλληλα, το Ιράν επενδύει στην εμβάθυνση σχέσεων με την Κίνα και τη Ρωσία (πρόσφατες κοινές ασκήσεις στα Στενά του Ορμούζ), ελπίζοντας ότι αυτό θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στη δράση των ΗΠΑ, στοχεύοντας σ’ ένα μη ταπεινωτικό συμβιβασμό, που θα διατηρήσει το υφιστάμενο καθεστώς στην εξουσία. Κάτι που, σε τελική ανάλυση, ενδεχομένως να εκτιμηθεί ότι είναι προς το συμφέρον όλων…


* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.