Πέρυσι τον Δεκέμβριο ένας τζιχαντιστής, καταζητούμενος από τις ΗΠΑ τρομοκράτης με επικήρυξη 10 εκατ. δολαρίων για τις φρικαλεότητες στη Συρία, έβγαλε το σαρίκι, φόρεσε κοστούμι και νομιμοποιήθηκε ως ο νέος πρόεδρος της χώρας. Σε λιγότερο από ένα χρόνο ο Μοχάμεντ αλ-Τζολάνι, κατά κόσμον Αχμέντ αλ-Σαράα, πέρασε το κατώφλι του Λευκού Οίκου και εντάχθηκε στον διεθνή συνασπισμό κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Η προ ημερών συνάντηση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, με τον Αχμέντ αλ-Σαράα εκτιμάται ότι ήλθε να ανοίξει το δρόμο σε νέες εξελίξεις για το μέλλον τόσο της Συρίας όσο και της Μέσης Ανατολής.
Ήταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη προέδρου της Συρίας στον Λευκό Οίκο από την ανεξαρτησία της χώρας το 1946. Μετά τις συνομιλίες, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον μέχρι πρόσφατα καταζητούμενο Αλ-Σαράα «ισχυρό ηγέτη» και δήλωσε ότι επιθυμεί να αποτελέσει «σημαντικό μέρος του σχεδίου ειρήνης για τη Μέση Ανατολή», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Συρία θα γνωρίσει περίοδο ευημερίας υπό την ηγεσία του. Ο Αλ-Σαράα, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, υποστήριξε ότι η συμμετοχή του στην Αλ Κάιντα ανήκει στο παρελθόν και ότι το ζήτημα δεν συζητήθηκε με τον Τραμπ, προσθέτοντας πως η επίσκεψή του σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας περιόδου συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συνάντηση της Δευτέρας ήταν η τρίτη μεταξύ Τραμπ και Αλ-Σαράα, έπειτα από την πρώτη διά ζώσης επαφή τους στη Σαουδική Αραβία τον Μάιο και τη σύντομη συνομιλία τους στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο. Και στις δύο προηγούμενες συναντήσεις, η συριακή αντιπροσωπεία είχε επικεντρωθεί στις διαπραγματεύσεις για την άρση των αμερικανικών κυρώσεων, το πιο κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία της χώρας. Μετά τη συνάντηση στο Ριάντ, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει την άρση των περισσότερων μέτρων, ωστόσο οι αυστηρότερες κυρώσεις -οι λεγόμενες Caesar του 2019- παραμένουν σε ισχύ, καθώς η άρση τους απαιτεί έγκριση του Κογκρέσου.
Μέχρι σήμερα, οι σχέσεις με το Ισραήλ έχουν αποτελέσει βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των επαφών μεταξύ ΗΠΑ και Συρίας και η επίσκεψη του Αλ-Σαράα στην Ουάσινγκτον δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, το Ισραήλ έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες αεροπορικές επιδρομές σε στόχους εντός της Συρίας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Δαμασκού, καθώς και χερσαίες επιχειρήσεις στις γειτονικές επαρχίες Κουνέιτρα και Νταράα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν για τη σύναψη μίας συμφωνίας ασφαλείας μεταξύ των δύο χωρών, ως πρώτο βήμα προς ομαλοποίηση των σχέσεων, έστω και περιορισμένης κλίμακας, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Ξεκάθαρος όρος του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι η αποστρατιωτικοποίηση της νοτιοδυτικής Συρίας και η προστασία της μειονότητας των Δρούζων.
Η νέα συριακή κυβέρνηση, σε μία προσπάθεια -εξ ανάγκης- να αποφύγει την αντιπαράθεση με το Ισραήλ, έχει κόψει τον διάδρομο τροφοδοσίας όπλων από το Ιράν προς τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, κατάσχοντας πολλές αποστολές, γεγονός που απαντά στις ανησυχίες ασφαλείας του Ισραήλ, όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του δημοσιογράφου Φραντσέσκο Πετρονέλα που φιλοξενεί το Ιταλικό Ινστιτούτο Διεθνών Πολιτικών Μελετών (ISPI).
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παράλληλα προκειμένου να στηρίξουν μία συμφωνία ασφαλείας σχεδιάζουν να εγκαταστήσουν μία αεροπορική βάση στη Δαμασκό, κατά πληροφορίες που έχει μεταδώσει το πρακτορείο Reuters. Παρά τη σχετική διάψευση από το συριακό υπουργείο Εξωτερικών, εκτιμάται ότι βρίσκεται σε εξέλιξη κάποιας μορφής διαπραγμάτευση προς αυτή την κατεύθυνση.
Ένα από τα βασικά θέματα των συνομιλιών στον Λευκό Οίκο ήταν επίσης η σταδιακή ενσωμάτωση των κουρδικών Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας (SDF) στον επίσημο συριακό στρατό, κάτι για το οποίο πιέζει σταθερά η Άγκυρα. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν τη συμφωνία της 10ης Μαρτίου που υπεγράφη μεταξύ του Αλ-Σαράα και του ηγέτη των SDF Μαζλούμ Αμπντί - μία συμφωνία που, πέραν από το στρατιωτικό της σκέλος, προέβλεπε και την παράδοση κρίσιμων εγκαταστάσεων που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους, όπως αεροδρόμια και κοιτάσματα πετρελαίου. Το ζήτημα άπτεται του Κουρδικού και η όποια μορφή αυτονομίας των Κούρδων στον Βορρά της Συρίας εκλαμβάνεται από την Τουρκία ως ευθεία απειλή για την εδαφική της ακεραιότητα και την εσωτερική της ασφάλεια.
Για την Ουάσινγκτον, η προσχώρηση της Δαμασκού στο διεθνή συνασπισμό κατά του Ισλαμικού Κράτους προσφέρει τη δυνατότητα να περιοριστεί ο ρόλος των Κούρδων στην αντιμετώπιση του ISIS και να μεταφέρουν οι ΗΠΑ την ευθύνη στον συριακό στρατό, κρατώντας έτσι ικανοποιημένους τους Τούρκους, ενώ παράλληλα θα κρατήσουν οι ίδιες τις βάσεις στα ανατολικά και δυτικά της χώρας.
Ως εκ τούτου, η παρουσία του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, στον Λευκό Οίκο, την ώρα που πραγματοποιείτο η συνάντηση Τραμπ-Αλ Σαράα, ήταν λεπτομερώς προσχεδιασμένη. Σε κάποιο σημείο της συνομιλίας του με τον Αλ-Σαράα, στο Οβάλ Γραφείο, ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τον Φιντάν να συμμετάσχει και να εκθέσει τις τουρκικές θέσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν ουσιαστικά να διαμορφώσουν μια νέα ισορροπία μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας με επίκεντρο τη Συρία, η οποία και θα εκτείνεται στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό της Μέσης Ανατολής.
Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, σε χθεσινή γραπτή του δήλωση χαρακτήρισε «ιστορική» και «αποφασιστική στιγμή» στη Μέση Ανατολή την επίσκεψη του προέδρου της Συρίας, Αχμέντ αλ-Σαράα, στον Λευκό Οίκο, κάνοντας ευθέως λόγο για επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Τουρκίας-Συρίας-Ισραήλ.
Συγκεκριμένα, ο Τομ Μπάρακ ανέφερε μεταξύ άλλων: «Σε μία καίρια τριμερή συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών [των ΗΠΑ Μάρκο] Ρούμπιο, τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Χάκαν Φιντάν και τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάντ αλ Σιμπάνι, χαράξαμε την επόμενη φάση του πλαισίου ΗΠΑ-Τουρκίας-Συρίας: την ενσωμάτωση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) στη νέα οικονομική, αμυντική και πολιτική δομή της Συρίας, τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Τουρκίας-Συρίας-Ισραήλ, την ευθυγράμμιση στην υποστήριξη της εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, καθώς και διάφορα ζητήματα που αφορούν τα σύνορα του Λιβάνου».
Μέχρι στιγμής, ούτε η Ουάσινγκτον ούτε η Άγκυρα έχουν τοποθετηθεί επίσημα σχετικά με το τι ακριβώς εννοούσε ο Μπάρακ με τον όρο «επαναπροσδιορισμό των σχέσεων».
