Το λυκόφως της πρωθυπουργίας Στάρμερ
Carl Court/Pool Photo via AP
Carl Court/Pool Photo via AP

Το λυκόφως της πρωθυπουργίας Στάρμερ

Σε ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον, όπου απαιτείται σταθερότητα κυβερνήσεων, στο Γουεστμίνστερ το ερώτημα μοιάζει να μην είναι εάν ο Κιρ Στάρμερ θα οδηγηθεί σε παραίτηση, αλλά πότε. Το σκάνδαλο που περιβάλλει τον Πίτερ Μάντελσον, μετά τις αποκαλύψεις από τα αρχεία Έπστιν, εξελίχθηκε σε καταλύτη εσωκομματικής αμφισβήτησης· οι παραιτήσεις δύο κορυφαίων συνεργατών σε λιγότερο από ένα 24ωρο, η δημόσια αποστασιοποίηση της ηγεσίας των Εργατικών στη Σκωτία, αλλά και η καθίζηση της προσωπικής του δημοφιλίας, «δείχνουν» στον ηγέτη των Εργατικών το τέλος της διαδρομής - αν και το τέλος αυτό μπορεί να μην είναι τόσο κοντά.

Οι αποκαλύψεις για τη συνεχιζόμενη σχέση του Πίτερ Μάντελσον με τον Τζέφρι Έπστιν, ακόμη και μετά την καταδίκη του τελευταίου για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων το 2008, καθώς και το γεγονός ότι είχε προωθήσει το επόμενο έτος στον Έπστιν ευαίσθητα έγγραφα σχετικά με την αγορά, κατά τη θητεία του ως υπουργός Επιχειρήσεων στην κυβέρνηση Μπράουν εν μέσω της χρηματοπιστωτικής κρίσης, έπληξαν καίρια το αφήγημα «ηθικής επανεκκίνησης» που είχε προωθήσει ο Κιρ Στάρμερ από την πρώτη ημέρα της πρωθυπουργίας του, στον απόηχο των σκανδάλων της περιόδου των Συντηρητικών. Η υπόθεση του τέως πρέσβη στις Ηνωμένες Πολιτείες μετατοπίστηκε ταχύτατα από τη συμπεριφορά ενός προσώπου στην πολιτική κρίση και ικανότητα διακυβέρνησης του ίδιου του πρωθυπουργού - ενός πρωθυπουργού που βρισκόταν ήδη υπό εσωκομματική αμφισβήτηση και με τη δημοτικότητά του σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. 

Σε λιγότερο από 24 ώρες, δύο από τα πιο κεντρικά πρόσωπα στο στενό επιτελείο του Κιρ Στάρμερ υπέβαλαν την παραίτησή τους. Ο Μόργκαν ΜακΣουίνι, προσωπάρχης του Βρετανού πρωθυπουργού και καθοριστικός παράγοντας της εκλογικής επικράτησης των Εργατικών προ διετίας, ανακοίνωσε την αποχώρησή του δηλώνοντας ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τη σύστασή του να προωθηθεί ο Πίτερ Μάντελσον στη θέση του πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσινγκτον, παρότι γνώριζε ότι διατηρούσε επαφές με τον Έπστιν μετά την καταδίκη του.

Λίγες ώρες αργότερα ακολούθησε ο Τιμ Άλαν, διευθυντής επικοινωνίας του Στάρμερ, μόλις πέντε μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Στη σύντομη δήλωσή του ανέφερε ότι αποχωρεί ώστε να «δοθεί η δυνατότητα συγκρότησης μιας νέας ομάδας στο Νο 10», ευχόμενος καλή επιτυχία στον πρωθυπουργό - ένας προσεκτικά σκηνοθετημένος, αλλά ενδεικτικός ελιγμός περιορισμού της πολιτικής ζημιάς. Καμία από τις παραιτήσεις δεν λειτούργησε ωστόσο ως βαλβίδα αποσυμπίεσης.

Η πιο ηχηρή πολιτική παρέμβαση ήλθε χθες από τη Σκωτία. Ο ηγέτης των Εργατικών, Άνας Σάρουαρ, κάλεσε δημοσίως τον Κιρ Στάρμερ να παραιτηθεί, δηλώνοντας ότι οι πολίτες της Σκωτίας «διψούν για μια ικανή κυβέρνηση» και ότι η κατάσταση στη Ντάουνινγκ Στριτ έχει εξελιχθεί σε «τεράστια απόσπαση προσοχής» από το έργο του κόμματος. Επιβεβαίωσε ότι είχε συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό πριν από τις δηλώσεις του, σημειώνοντας πως «είναι ασφαλές να πούμε ότι διαφωνήσαμε», ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν στηρίζει κάποιον συγκεκριμένο διάδοχο. Παράλληλα, μίλησε για μία πολύ οδυνηρή προσωπικά για τον ίδιο απόφαση, δεδομένης της πενταετούς συνεργασίας του με τον Στάρμερ και της στήριξης που του είχε προσφέρει στην πορεία προς την εξουσία. 

Η Ντάουνινγκ Στριτ απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σενάριο παραίτησης. Εκπρόσωπος του Νο. 10 απάντησε με ένα απόλυτο «όχι» σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων χθες, δηλώνοντας ότι ο πρωθυπουργός παραμένει «θετικός, σίγουρος και αποφασισμένος» να υλοποιήσει το κυβερνητικό έργο. Σύμφωνα με την επίσημη γραμμή, ο Στάρμερ απευθύνθηκε στο προσωπικό του τονίζοντας ότι καθοδηγείται από τις αξίες της δημόσιας υπηρεσίας που τον οδήγησαν στην πολιτική μετά τη θητεία του ως διευθυντής της Εισαγγελίας. Διαψεύστηκαν επίσης δημοσιεύματα των Times που τον ήθελαν «βαθιά καταβεβλημένο» και έτοιμο να αποχωρήσει. 

Μετά την παρέμβαση του επικεφαλής των Εργατικών στη Σκωτία, κορυφαία κυβερνητικά στελέχη έσπευσαν να εκφράσουν δημόσια τη στήριξή τους. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ντέιβιντ Λάμι και η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς τόνισαν ότι η κυβέρνηση διαθέτει νωπή εντολή πενταετίας και ότι τίποτα δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από την εφαρμογή του προγράμματος των Εργατικών. Αντίστοιχες παρεμβάσεις έκαναν ο υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι και ο υπουργός Στέγασης Στιβ Ριντ, καλώντας το κόμμα να διατηρήσει την πολιτική του συνοχή. Ο ίδιος ο Στάρμερ απευθύνθηκε χθες το βράδυ στην κοινοβουλευτική ομάδα των Εργατικών, και σύμφωνα με το BBC εισήλθε στην αίθουσα υπό χειροκροτήματα.

Πάντως, η συζήτηση για τη διαδοχή επιμένει. Το βασικό εμπόδιο για μια άμεση κίνηση εναντίον του Στάρμερ είναι το timing. Οι επικείμενες αναπληρωματικές εκλογές στην ευρύτερη περιοχή του Μάντσεστερ στα τέλη Φεβρουαρίου και οι τοπικές κάλπες του Μαΐου σε Αγγλία, Ουαλία και Σκωτία καθιστούν πολλούς βουλευτές επιφυλακτικούς απέναντι σε μια παρατεταμένη εσωκομματική σύγκρουση. Την ίδια στιγμή, ο κατακερματισμός στο εσωτερικό των Εργατικών λειτουργεί τόσο ως πηγή αδυναμίας όσο και ως ανάχωμα σε μια ταχεία ανατροπή. 

Τρία ονόματα κυριαρχούν στις συζητήσεις. Ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ κουβαλά το βαρίδι των σχέσεων που διατηρούσε Μάντελσον. Η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ θεωρείται από μερίδα της βάσης υπερβολικά τοποθετημένη προς τα δεξιά. Στον αντίποδα, η πρώην αναπληρώτρια πρωθυπουργός Άντζελα Ρέινερ, παρά τις ανοιχτές φορολογικές τις υποθέσεις, εμφανίζεται ενισχυμένη, έχοντας διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στη διαβίβαση ευαίσθητων εγγράφων στην Επιτροπή Πληροφοριών και Ασφαλείας. Πολλοί εκτιμούν ότι θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 80 υπογραφές βουλευτών και να επικρατήσει στη βάση του κόμματος. 

Μια πιθανή «υποψηφιότητα-έκπληξη» θα μπορούσε να είναι ο υφυπουργός Άμυνας Αλ Κάρνς, σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Μάντοξ στον Independent. Παρασημοφορημένος πρώην αξιωματικός των Βασιλικών Πεζοναυτών, με θητεία στο Αφγανιστάν, θεωρείται από κύκλους προσκείμενους στον Νάιτζελ Φάρατζ «εφιάλτης» για το Reform UK, καθώς θα μπορούσε να εξουδετερώσει βασικές γραμμές επίθεσης σε ζητήματα άμυνας και μετανάστευσης. Η έλλειψη πολιτικής εμπειρίας, ωστόσο, περιορίζει τις πιθανότητές του.

Ο Άλεξ Γουίκαμ του Bloomberg σημειώνει ότι το εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως οι Εργατικοί φαίνεται να «θάβουν» τον Στάρμερ χωρίς σαφές σχέδιο διαδοχής, προειδοποιώντας για ένα χαοτικό «free-for-all» με πολλαπλές υποψηφιότητες, από τον Έντ Μίλιμπαντ έως τη Σαμπάνα Μαχμούντ και την Ιβέτ Κούπερ. Σύμμαχος του Στάρμερ προειδοποίησε ότι μια αλλαγή ηγεσίας προς τη Ρέινερ ή τον Μίλιμπαντ θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές και ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης, με πιθανή ανάγκη προσφυγής σε πρόωρες κάλπες.

Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, οι Τόρις υπό την ηγεσία της Κέμι Μπάντενοκ έχουν εντείνει τις επιθέσεις τους κατά του Στάρμερ, θέτοντας ευθέως ζητήματα αξιοπιστίας και ηγεσίας. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος την ίδια στιγμή είναι ότι ο Νάιτζελ Φάρατζ του Reform UK -που προηγείται ήδη στις δημοσκοπήσεις- επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την πολιτική αστάθεια παρουσιάζοντας το πολιτικό σύστημα ως συνολικά διεφθαρμένο, ενισχύοντας το αφήγημα ότι η χώρα χρειάζεται «νέα κατεύθυνση». 

Την ίδια στιγμή μία σημαντική διάσταση του βρετανικού «θρίλερ» είναι και γεωπολιτική, με προεκτάσεις τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην ΕΕ. Η επικείμενη δημοσιοποίηση εγγράφων που συνδέονται με τον διορισμό και τη θητεία Μάντελσον στην Ουάσινγκτον ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο την εσωτερική πολιτική, αλλά και τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αν αυτά τα έγγραφα περιέχουν ευαίσθητο περιεχόμενο που μπορεί να δημιουργήσει τριβές με την προεδρία Τραμπ. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να διαχειριστεί προσεκτικά το εύρος και τον χρόνο των αποκαλύψεων για λόγους εξωτερικής πολιτικής ενέχει ταυτόχρονα τον κίνδυνο να εκληφθεί ως προσπάθεια πολιτικής αυτοσυντήρησης, εντείνοντας την εσωτερική πίεση. 

Παράλληλα, οι κυβερνητικοί κλυδωνισμοί σημειώνονται ενώ ενώ το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες κινούνται προς βαθύτερη συνεργασία σε εμπόριο και άμυνα, με συζητήσεις για μείωση των τελωνειακών ελέγχων και αποκατάσταση εμπορικών διαδρόμων. Η κυβέρνηση Στάρμερ επένδυσε πολιτικά στην επανεκκίνηση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως απάντηση στη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Το ερώτημα που αιωρείται είναι αν μια κυβέρνηση σε φάση πολιτικής φθοράς μπορεί να στηρίξει αυτή τη στρατηγική επιλογή με την απαιτούμενη σταθερότητα.