Το Ισραήλ δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο συνταγματοποιώντας την ανισότητα
Shutterstock
Shutterstock

Το Ισραήλ δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο συνταγματοποιώντας την ανισότητα

Η προκαταρκτική έγκριση στην Κνεσέτ, στις 10 Ιουνίου 2026, του νομοσχεδίου για τον «Βασικό Νόμο: Μελέτη της Τορά» δεν είναι μια ακόμη επεισοδιακή σκηνή από το διαρκές πολιτικό παζάρι του Ισραήλ. Το κείμενο, που πέρασε με 56 ψήφους υπέρ και 43 κατά, όπως μετέδωσε η Jerusalem Post, φιλοδοξεί να αναγνωρίσει τη μελέτη της Τορά ως «θεμελιώδη αξία» της κληρονομιάς του εβραϊκού λαού και να θεωρήσει όσους αφιερώνονται μακροχρόνια σε αυτήν ότι επιτελούν «σημαντική υπηρεσία προς το κράτος και τον εβραϊκό λαό». Η ρήτρα που εξομοίωνε ρητά τα δικαιώματα των σπουδαστών γιεσιβά με εκείνα όσων υπηρετούν στον στρατό αφαιρέθηκε μεν την τελευταία στιγμή, μετά από αντιδράσεις εντός του ίδιου του κυβερνητικού συνασπισμού· η ουσία όμως παρέμεινε. Με άλλα λόγια, επιχειρεί όχι απλώς να προστατεύσει ένα θρησκευτικό αγαθό, αλλά να αναδιαμορφώσει, σε οιονεί συνταγματικό επίπεδο, την ίδια την έννοια της υποχρέωσης προς το κράτος.

Αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα. Το ερώτημα δεν είναι αν η θρησκευτική σπουδή έχει αξία· προφανώς έχει, και για τη συλλογική μνήμη του εβραϊσμού και για την ταυτότητα του Ισραήλ. Το ερώτημα είναι αν ένα κράτος που βρίσκεται, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι ισραηλινοί θεσμοί, στην τρίτη χρονιά ενός εξαιρετικά απαιτητικού πολέμου, μπορεί να μετατρέπει μια τομεακή εξαίρεση σε καταστατική αρχή, την ώρα που ο στρατός ζητεί επειγόντως νέους ανθρώπους και η κοινωνία των εφέδρων εξαντλείται.

Από το «Torato Omanuto» στη συνταγματική ασυλία

Η ιστορία της εξαίρεσης των Χαρεντίμ από τη στράτευση είναι παλιά. Ριζώνει στην απόφαση του Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, το 1948, να επιτρέψει σε έναν μικρό αριθμό σπουδαστών να αφοσιωθούν πλήρως στη θρησκευτική μελέτη, προκειμένου να ανασυσταθεί ένας κόσμος που είχε συντριβεί από το Ολοκαύτωμα. Το πρόβλημα είναι ότι μια εξαίρεση που αφορούσε μερικές εκατοντάδες μετατράπηκε, με το πέρασμα των δεκαετιών, σε δομικό καθεστώς για μια κοινότητα που το 2025 αριθμούσε περίπου 1,45 εκατομμύρια ανθρώπους — το 14,3% του συνολικού πληθυσμού του Ισραήλ — με προβολή να φθάσει το 16% έως το 2030.

Η ισραηλινή Δικαιοσύνη έχει επανειλημμένως κρίνει ότι αυτή η κατάσταση παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανήλθε πολλές φορές στο ζήτημα, ενώ στην ομόφωνη απόφασή του της 25ης Ιουνίου 2024 έκρινε ότι, αφού το σχετικό νομικό πλαίσιο είχε λήξει ήδη από τον Ιούνιο του 2023, δεν υπήρχε πλέον νόμιμη βάση για τη γενικευμένη απαλλαγή των σπουδαστών γιεσιβά από τη θητεία. Παράλληλα, απαγόρευσε τη συνέχιση της κρατικής χρηματοδότησης σε ιδρύματα των οποίων οι σπουδαστές απέφευγαν τη στράτευση.

Ακριβώς γι' αυτό το σημερινό νομοθέτημα είναι ποιοτικά διαφορετικό. Δεν προσπαθεί απλώς να καθυστερήσει την εφαρμογή της απόφασης ή να την αμβλύνει διοικητικά. Προσπαθεί να την παρακάμψει πολιτειακά, μέσω ενός Basic Law. Και επειδή στο Ισραήλ οι Βασικοί Νόμοι λειτουργούν ως κεφάλαια μιας άγραφης, υπό διαμόρφωση συνταγματικής τάξης και διαθέτουν οιονεί συνταγματική βαρύτητα, η μεταφορά μιας τέτοιας ρύθμισης σε αυτό το επίπεδο δεν είναι νομική λεπτομέρεια αλλά θεσμική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας. Το Israel Democracy Institute (IDI) έχει προειδοποιήσει ότι η κίνηση αυτή χρησιμοποιεί τη μορφή του Basic Law για να θωρακίσει μια τομεακή πολιτική επιλογή απέναντι στον δικαστικό έλεγχο, διαβρώνοντας το ίδιο το κύρος της συνταγματικής δομής και την αρχή της ισότητας.

Όταν η ανισότητα υπονομεύει την ασφάλεια

Όποιος αντιμετωπίζει το θέμα ως απλή πολιτισμική διαμάχη ανάμεσα σε θρησκευόμενους και κοσμικούς, υποτιμά επικίνδυνα το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι κρατικό και στρατηγικό. Το ίδιο το IDI σημειώνει ότι ο ισραηλινός στρατός έχει άμεση και επείγουσα ανάγκη για 12.000 επιπλέον στρατιώτες, ενώ η δεξαμενή των μη Χαρεντί Εβραίων που υπηρετούν βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στα όριά της. Το Institute for National Security Studies (INSS), από τη δική του σκοπιά, έχει προειδοποιήσει ότι η αύξηση της υποχρεωτικής θητείας και του βάρους των εφέδρων, χωρίς ουσιώδη αύξηση της στρατολόγησης των Χαρεντίμ, υπονομεύει το μοντέλο του «στρατού του λαού» και διαβρώνει το κίνητρο υπηρεσίας.

Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία εφαρμογής. Έναν χρόνο μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, είχαν εκδοθεί περίπου 19.000 κλητήρια· μόλις 996 άτομα παρουσιάστηκαν στα κέντρα κατάταξης και μόνο 232 τελικά στρατεύθηκαν. Η ίδια ανάλυση του IDI υπογραμμίζει ότι από το καλοκαίρι του 2026 και μετά ο στρατός θα μπορεί θεωρητικά να απορροφήσει ολόκληρη την ετήσια ανδρική χαρεντί γενιά, περίπου 14.500 νέους. Άρα το επιχείρημα ότι το ζήτημα είναι αποκλειστικά επιχειρησιακό δεν στέκει πια. Το κενό είναι κυρίως πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό.

Γι' αυτό και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2026 — που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας για τη μη συμμόρφωση της κυβέρνησης με την αρχική απόφαση του Νοεμβρίου 2025 — να επιβάλει συγκεκριμένες οικονομικές και διοικητικές κυρώσεις, είχε τόσο μεγάλη σημασία. Η Δικαιοσύνη μετακίνησε το βάρος από τις γενικές κυρώσεις σε προσωπικά μέτρα: στέγαση, επιδόματα παιδικής μέριμνας και απογευματινών προγραμμάτων, εκπτώσεις σε δημοτικά τέλη και μέσα μεταφοράς. Με απλά λόγια, το μήνυμα ήταν ότι η αποφυγή στράτευσης δεν μπορεί να συνυπάρχει με την απρόσκοπτη λήψη κρατικών ωφελημάτων.

Αντί, λοιπόν, η πολιτική τάξη να εδραιώσει μια ρεαλιστική αρχιτεκτονική υποχρεώσεων — με στρατιωτική ή, όπου είναι αναγκαίο, αυστηρά ορισμένη εθνική υπηρεσία — επιχειρεί να επανανοηματοδοτήσει την ίδια την έννοια της προσφοράς στο κράτος. Αυτό δεν είναι συντηρητισμός. Είναι παραίτηση του κράτους από τον πυρήνα της ισοπολιτείας. Και ακριβώς γι' αυτό δεν πρόκειται για σύγκρουση «Δεξιάς–Αριστεράς». Σε έρευνες του IDI, το 85% των μη Χαρεντί Εβραίων υποστήριζε κυρώσεις και στέρηση παροχών για όσους αποφεύγουν τη στράτευση, ενώ το 68% των Ισραηλινών δήλωνε αντίθετο σε έναν νόμο εξαίρεσης, ακόμη κι αν αυτό οδηγούσε σε διάλυση της Κνεσέτ και εκλογές.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις της 1ης Ιουνίου 2026, όταν δεκάδες χιλιάδες υπερορθόδοξοι απέκλεισαν δρόμους και σιδηροδρομικές γραμμές σε όλη τη χώρα, όπως μετέδωσε το Associated Press, δείχνουν ότι η σύγκρουση έχει ξεπεράσει τα όρια μιας κοινοβουλευτικής διαφοράς. Πρόκειται για αναμέτρηση γύρω από την ίδια τη σχέση ανάμεσα στην κοινοτική αυτονομία και την κρατική κυριαρχία. Όταν ένα τμήμα της κοινωνίας αντιλαμβάνεται την εθνική υπηρεσία ως υπαρξιακή απειλή και ένα άλλο ως αυτονόητο θεμέλιο του κοινού βίου, το πρόβλημα δεν είναι απλώς η στράτευση. Είναι η κοινή πολιτική γλώσσα του κράτους.

Η ελληνική και κυπριακή οπτική

Γιατί να ενδιαφέρει αυτό την Αθήνα, τη Λευκωσία ή μια ευρωπαϊκή κοινή γνώμη που βλέπει το Ισραήλ κυρίως μέσα από το πρίσμα του πολέμου; Διότι η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν με το Ισραήλ μια συγκυριακή σχέση. Έχουν έναν αναβαθμισμένο στρατηγικό άξονα που περιλαμβάνει άμυνα, θαλάσσια ασφάλεια, ενεργειακή διασύνδεση, προστασία κρίσιμων υποδομών και συντονισμό στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κοινή διακήρυξη της 10ης Τριμερούς Συνόδου Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου, τον Δεκέμβριο του 2025 στην Ιερουσαλήμ, επαναβεβαίωσε ακριβώς αυτά: ενισχυμένη συνεργασία σε ασφάλεια και άμυνα, θαλάσσια ασφάλεια, φυσικό αέριο, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τον Great Sea Interconnector και έργα περιφερειακής συνδεσιμότητας, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του IMEC.

Η στρατηγική αυτή έχει και απτό βάθος. Το Reuters ανέφερε ότι Ελλάδα, Ισραήλ και Κύπρος σχεδίασαν για το 2026 εντατικοποίηση των κοινών αεροναυτικών ασκήσεων, με νέο κοινό σχέδιο αμυντικής συνεργασίας και έμφαση στη μεταφορά τεχνογνωσίας για την αντιμετώπιση συμμετρικών και ασύμμετρων απειλών. Παράλληλα, η Αθήνα επανέλαβε δημοσίως ότι ο Great Sea Interconnector θα προχωρήσει και θα συνδέσει την ηπειρωτική Ευρώπη με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, με το Ισραήλ.

Αυτό σημαίνει ότι η εσωτερική συνοχή του Ισραήλ δεν είναι, για την Ελλάδα και την Κύπρο, θεωρητικό ζήτημα πολιτικής φιλοσοφίας. Επηρεάζει την αξιοπιστία ενός εταίρου ο οποίος καλείται ταυτόχρονα να αποτρέπει απειλές, να προστατεύει ενεργειακές και θαλάσσιες υποδομές, να συμμετέχει σε τριμερή και πολυμερή σχήματα και να λειτουργεί ως προκεχωρημένος πυλώνας δυτικής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα Ισραήλ που στρατιωτικά υπερεκτείνεται και θεσμικά φθείρεται δεν παύει να είναι σύμμαχος· γίνεται όμως δυσκολότερος, λιγότερο προβλέψιμος και πιο ευάλωτος στις εσωτερικές του αντιφάσεις.

Το μήνυμα προς την Ιερουσαλήμ

Εδώ ακριβώς πρέπει να ειπωθεί κάτι που συχνά αποσιωπάται από όσους θεωρούν πως η φιλία προς το Ισραήλ επιβάλλει σιωπή. Η σοβαρή φιλοϊσραηλινή στάση δεν είναι η ανοχή σε κάθε εσωτερική εκτροπή. Είναι η καθαρή υπενθύμιση ότι η δύναμη του Ισραήλ δεν στηρίχθηκε ποτέ μόνο στην τεχνολογία, στην αεροπορική υπεροχή ή στις μυστικές υπηρεσίες. Στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι, παρά τις αμέτρητες διαφορές του, παραμένει μια πολιτεία στην οποία το βάρος της άμυνας και της επιβίωσης μοιράζεται — όσο γίνεται — συλλογικά.

Το Ισραήλ δεν χρειάζεται να ταπεινώσει τον χαρεντί κόσμο για να υπερασπιστεί την κρατική ισότητα. Χρειάζεται, όμως, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με πραγματικές υποχρεώσεις, πραγματικές κυρώσεις και πραγματικά κανάλια ένταξης. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμοσμένα πλαίσια στρατιωτικής υπηρεσίας, συγκεκριμένες μορφές πολιτικής ή εσωτερικής ασφάλειας υπηρεσίας και σεβασμό στις θρησκευτικές ιδιαιτερότητες εκεί όπου αυτό είναι λειτουργικά εφικτό — αλλά όχι συνταγματική εξομοίωση της υποχρεωτικής θυσίας με μια εθελοντική κοινοτική επιλογή.

Στο τέλος της ημέρας, η υπόθεση αυτού του Basic Law λέει κάτι πολύ ευρύτερο από τη διαμάχη για τη στράτευση. Λέει αν το Ισραήλ, υπό ασφυκτική πίεση, θα επιλέξει να ανανεώσει τη δημοκρατική και κρατική του βάση ή να θεσμοθετήσει μια άνιση πραγματικότητα για να εξυπηρετήσει έναν βραχυπρόθεσμο κυβερνητικό συσχετισμό. Και για όλους εμάς στην Ανατολική Μεσόγειο, που θέλουμε ένα ισχυρό, δημοκρατικό και αξιόπιστο Ισραήλ ως εταίρο, η απάντηση δεν είναι αδιάφορη. Ένα κράτος δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει στο πεδίο. Αποδυναμώνεται και όταν μετατρέπει την εξαίρεση σε αρχή και το πολιτικό παζάρι σε καταστατικό κανόνα.