Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα μαζικών διαμαρτυριών που ξεπερνά σε γεωγραφική έκταση και κοινωνική βάση όλα τα προηγούμενα κινήματα διαμαρτυρίας της τελευταίας δεκαετίας. Η κατάρρευση του ριάλ, ο εκτοξευμένος πληθωρισμός και η συσσωρευμένη οργή ενάντια στο θεοκρατικό καθεστώς έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την επιβίωση του πολιτικού συστήματος.
Τα αίτια και οι κινητήριες δυνάμεις της εξέγερσης
Το νέο κύμα διαμαρτυριών ξεκίνησε στα τέλη του προηγούμενου χρόνου, όταν η ελεύθερη πτώση του ιρανικού ριάλ, περίπου μείωση 50% της αξίας του σε διάστημα ενός έτους, προκάλεσε απότομη αύξηση των τιμών και οδήγησε σε απεργίες εμπόρων στην Τεχεράνη. Η ισοτιμία άγγιξε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, περίπου 1,4 εκατομμύρια ριάλ ανά δολάριο, ενώ ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε στο 50%. Η οικονομική κατάρρευση έφερε τους εμπόρους του ιστορικού Μεγάλου Παζαριού της Τεχεράνης, παραδοσιακά προσκείμενους στο καθεστώς, σε ανοιχτή ρήξη με τις Αρχές.
Οι δομικοί παράγοντες της δυσαρέσκειας υπερβαίνουν ωστόσο την άμεση οικονομική κρίση. Η γενικευμένη φτώχεια, η ανεργία και η αδυναμία των πολιτών να καλύψουν βασικές ανάγκες έχουν δημιουργήσει μια γενιά που «δεν έχει τίποτε να χάσει», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η Νομπελίστα Σιρίν Εμπαντί. Η κοινή γνώμη δεν αποδίδει πλέον τα δεινά της σε κακή διοίκηση αλλά σε συνειδητές κρατικές επιλογές: διαφθορά, ευνοιοκρατία και σπατάλη εθνικών πόρων σε περιφερειακές «περιπέτειες», στήριξη της Χεζμπολάχ, της Χαμάς και λοιπών proxy δυνάμεων. Τα συνθήματα «Ούτε Γάζα ούτε Λίβανος, η ζωή μου για το Ιράν» αντικατοπτρίζουν αυτήν ακριβώς τη συλλογική οργή.
Η κρίση νομιμοποίησης που πλήττει το καθεστώς δεν είναι νέα· αποτελεί συνέχεια του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022. Ωστόσο, η σημερινή εξέγερση διαφοροποιείται σε δύο κρίσιμα σημεία: πρώτον, στη συγχώνευση οικονομικών και πολιτικών αιτημάτων· δεύτερον, στη συμμετοχή κοινωνικών ομάδων που παραδοσιακά στήριζαν το καθεστώς, όπως οι έμποροι των παζαριών. Η γεωγραφική εξάπλωση είναι εντυπωσιακή: μέσα σε τέσσερις με πέντε ημέρες, οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε τουλάχιστον 17 από τις 31 επαρχίες και σε περισσότερες από 32 πόλεις, συμπεριλαμβανομένων κέντρων όπως η Ισφαχάν, η Σιράζ, η Κερμανσάχ και η Χαμεντάν.
Το ανθρώπινο κόστος είναι ήδη σημαντικό. Σύμφωνα με επαληθευμένες αναφορές, τουλάχιστον δύο διαδηλωτές σκοτώθηκαν στο Λορντεγκάν από πυρά των δυνάμεων ασφαλείας, ενώ ένα μέλος της παραστρατιωτικής οργάνωσης Μπασίτζ σκοτώθηκε από το πλήθος στη Φάσα. Η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων HRANA καταγράφει επτά νεκρούς πολίτες και περισσότερες από 119 συλλήψεις μόνο κατά τις πρώτες πέντε ημέρες. Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν χρησιμοποιήσει κυρίως δακρυγόνα και μαζικές συλλήψεις, αν και η χρήση πραγματικών πυρών κλιμακώνεται στις επαρχίες.
Τα συνθήματα που ακούγονται είναι ευθέως ανατρεπτικά: «Θάνατος στον δικτάτορα» και «Ο Σεγιέντ Αλί θα ανατραπεί φέτος» στοχεύουν απευθείας τον Αγιατολάχ Χαμενεΐ. Παρατηρείται μάλιστα και φιλομοναρχικό στοιχείο σε ορισμένες πόλεις, με συνθήματα υπέρ του εξόριστου πρίγκιπα Ρεζά Παχλαβί. Το κίνημα συνδυάζει απεργίες καταστηματαρχών, μαζικές διαδηλώσεις σε κεντρικές πλατείες και πανεπιστήμια, καθώς και στοχευμένες πράξεις ανυπακοής.
Κρίσιμο ρόλο στην οργάνωση και τη διάδοση του κινήματος διαδραματίζει η τεχνολογία. Σε αντίθεση με την εξέγερση του 2019, όπου το καθεστώς επέβαλε πλήρη διακοπή του διαδικτύου, αυτή τη φορά εφαρμόζει στοχευμένες διακοπές και επιβράδυνση της σύνδεσης. Η χρήση VPN έχει εκτοξευθεί, ενώ κυκλοφορούν φήμες για διανομή τερματικών Starlink σε ακτιβιστές, αν και αυτό παραμένει ανεπιβεβαίωτο. Η ικανότητα των διαδηλωτών να μεταδίδουν εικόνες και βίντεο σε πραγματικό χρόνο μέσω πλατφορμών όπως το Telegram και το X έχει καταστήσει αδύνατη την πλήρη συγκάλυψη της καταστολής, ενισχύοντας τη διεθνή πίεση στο καθεστώς.
Προοπτικές και σενάρια ανατροπής του καθεστώτος
Παρά τη μαζικότητα των κινητοποιήσεων, η άμεση πτώση του καθεστώτος δεν θεωρείται το πιθανότερο σενάριο. Το καθεστώς διατηρεί σημαντικά εργαλεία αντοχής: συνοχή στην ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), ικανότητα κλιμάκωσης της καταστολής και έλεγχο της πληροφόρησης. Η κυβέρνηση ακολούθησε διττή στρατηγική: αξιωματούχοι όπως ο Πρόεδρος Πεζεσκιάν διακήρυξαν το δικαίωμα σε ειρηνική διαμαρτυρία και υποσχέθηκαν «μηχανισμό διαλόγου», ενώ παράλληλα οι δυνάμεις ασφαλείας ενισχύθηκαν μαζικά και ο Γενικός Εισαγγελέας προειδοποίησε για «αποφασιστική απάντηση».
Η εξέγερση εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον ήδη αποσταθεροποιημένο από τον πόλεμο του Ιουνίου. Η 12ήμερη σύγκρουση με το Ισραήλ περιελάμβανε βομβαρδισμούς πυρηνικών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αποκαλύπτοντας τόσο την ευπάθεια του καθεστώτος όσο και την αδυναμία του να προστατεύσει τους πολίτες. Η ήττα αυτή ενίσχυσε το αίσθημα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δαπανά πόρους σε εξωτερικές «περιπέτειες» ενώ αδυνατεί να εγγυηθεί στοιχειώδη ασφάλεια εντός συνόρων. Για πολλούς αναλυτές, η στρατιωτική αποτυχία του καλοκαιριού άνοιξε το δρόμο για τη λαϊκή έκρηξη του χειμώνα.
Ωστόσο, το καθεστώς αντιμετωπίζει άνευ προηγουμένου πιέσεις. Το 2025 σημείωσε ρεκόρ εκτελέσεων, πάνω από 1.500, τον υψηλότερο αριθμό από το 1989, γεγονός που υποδηλώνει μια κοινωνία στα όρια της ρήξης. Πέντε κύρια σενάρια διαγράφονται για το μέλλον:
Πρώτον, η διατήρηση του status quo μέσω καταστολής: Το καθεστώς καταφέρνει να εξουθενώσει το κίνημα μέσω συνδυασμού σκληρής καταστολής, μικρών οικονομικών παραχωρήσεων και προπαγάνδας. Αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν επιλύει τις δομικές αιτίες της κρίσης.
Δεύτερον, ελεγχόμενη μεταρρύθμιση από την ελίτ: Ένα τμήμα της ηγεσίας, πιθανώς μετά τον θάνατο του Χαμενεΐ, προωθεί σταδιακές αλλαγές χωρίς να καταργήσει τον θεοκρατικό πυρήνα. Η πιθανότητα είναι μέτρια και εξαρτάται από εσωτερικές διεργασίες που παραμένουν αδιαφανείς.
Τρίτον, στρατιωτικό πραξικόπημα ή εσωτερική ρήξη: Μια μερίδα των Φρουρών ή του τακτικού στρατού αναλαμβάνει την εξουσία, υποσχόμενη σταθερότητα. Η πιθανότητα είναι χαμηλή αλλά όχι μηδενική, ιδίως σε συνθήκες παρατεταμένης αστάθειας.
Τέταρτον, λαϊκή επανάσταση: Οι διαδηλώσεις κλιμακώνονται σε τέτοιο βαθμό που το καθεστώς καταρρέει εκ των έσω, μέσω μαζικών αποσκιρτήσεων ή κατάληψης θεσμών. Αυτό θα απαιτούσε συμμετοχή εκατομμυρίων, γενική απεργία σε κρίσιμους τομείς όπως το πετρέλαιο, και ρήγμα στις δυνάμεις ασφαλείας. Η πιθανότητα είναι χαμηλή προς μέτρια βραχυπρόθεσμα, αλλά αυξάνεται μακροπρόθεσμα.
Πέμπτον, εξωτερικά υποβοηθούμενη αλλαγή: Ένα στρατιωτικό πλήγμα από τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ αποσταθεροποιεί καθοριστικά το καθεστώς, ή διπλωματική πίεση οδηγεί σε διαπραγματευμένη μετάβαση. Η πρώτη εκδοχή ενέχει τον κίνδυνο εθνικιστικής συσπείρωσης γύρω από το καθεστώς· η δεύτερη παραμένει θεωρητική.
Ηγέτες, κινήματα και πιθανοί συνασπισμοί
Ο εξόριστος Πρίγκιπας Ρεζά Παχλαβί
Ο γιος του τελευταίου Σάχη αποτελεί τη δημοφιλέστερη φιγούρα της αντιπολίτευσης στη διασπορά. Προτείνει δημοψήφισμα για το μελλοντικό πολίτευμα, χωρίς να ζητά ανοιχτά την επαναφορά της μοναρχίας. Η απήχησή του είναι υψηλή στα αστικά κέντρα και στη μεσαία τάξη, ενώ συνθήματα υπέρ του ακούγονται συχνά στις διαδηλώσεις. Είναι σαφώς φιλοδυτικός, με άτυπες επαφές με Αμερικανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους. Το Ισραήλ τον αντιμετωπίζει θετικά λόγω της φιλικής στάσης της μοναρχίας προ του 1979. Η Ρωσία και η Κίνα είναι διστακτικές έως αρνητικές. Κριτικοί του επισημαίνουν την έλλειψη πολιτικής εμπειρίας και την αμφιλεγόμενη κληρονομιά του πατέρα του.
Η Μασίχ Αλινετζάντ και το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία»
Η Ιρανοαμερικανίδα δημοσιογράφος και ακτιβίστρια αποτέλεσε πρόσωπο-σύμβολο του κινήματος κατά της υποχρεωτικής μαντίλας και των διαδηλώσεων του 2022. Μέσω των δραστηριοτήτων της στα κοινωνικά δίκτυα, κινητοποίησε εκατομμύρια γυναίκες. Συνεργάστηκε αρχικά με τον Παχλαβί στο «Συμβούλιο Συντονισμού της Αντιπολίτευσης» (Συμμαχία Mahsa), αν και πρόσφατα αποστασιοποιήθηκε. Είναι έντονα φιλοδυτική, με στενούς δεσμούς με αμερικανικά ΜΜΕ και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι Μεταρρυθμιστές εντός συστήματος
Ο πρώην Πρωθυπουργός Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί και η σύζυγός του Ζαχρά Ραχναβάρντ παραμένουν σε κατ’ οίκον περιορισμό από το 2011, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν συμβολικές μορφές για τους μεταρρυθμιστές. Επικρίνουν το καθεστώς αλλά δεν ζητούν ανατροπή του ισλαμικού συστήματος, παρά μόνο εκδημοκρατισμό εντός του. Η βάση τους περιλαμβάνει παλαιότερους υποστηρικτές του Πράσινου Κινήματος του 2009 και πρώην κρατικούς λειτουργούς. Δεν είναι ιδιαίτερα φιλοδυτικοί· προτιμούν μια ουδέτερη πολυκεντρική εξωτερική πολιτική.
Τα κουρδικά κόμματα
Το Δημοκρατικό Κόμμα του Ιρανικού Κουρδιστάν (PDKI) και η αριστερή Κομάλα διατηρούν ένοπλα τμήματα και δίκτυα στο ιρανικό Κουρδιστάν. Στοχεύουν σε ομοσπονδιακή λύση με αυτονομία για τους Κούρδους, χωρίς να επιδιώκουν απόσχιση. Είναι γενικά φιλοδυτικοί, με ιστορικούς δεσμούς με ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Παίζουν σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση της κουρδικής περιοχής, που υπήρξε πρωτοπόρα στις διαδηλώσεις του 2022.
Ο Σουνίτης ηγέτης Μολαβί Αμπντολχαμίντ
Ο εξέχων Σουνίτης κληρικός της Σιστάν-Μπαλουτσιστάν έχει καταστεί φωνή διαμαρτυρίας από το 2022. Από τον άμβωνα επικρότησε τις διαδηλώσεις λέγοντας «ο λαός δεν αντέχει, ακούστε τον». Αν και δεν φιλοδοξεί κεντρική εξουσία, η επιρροή του στη σουνιτική μειονοτική περιοχή είναι τεράστια. Κάθε κήρυγμά του μπορεί να προκαλέσει νέες κινητοποιήσεις.
Οι Μουτζαχεντίν του Λαού (ΜΕΚ/PMOI)
Η οργάνωση αυτή αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Με ισλαμο-αριστερή ιδεολογία και λατρεία προσωπικότητας γύρω από την οικογένεια Ραζαβί, διατηρεί στρατιωτικοποιημένη δομή με έδρα την Αλβανία. Παρά το ισχυρό λόμπι της σε κύκλους της αμερικανικής Δεξιάς, η λαϊκή της υποστήριξη εντός Ιράν είναι ελάχιστη, η πλειοψηφία των Ιρανών την απεχθάνεται για τη στάση της κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Σχεδόν όλες οι άλλες αντιπολιτευτικές ομάδες αρνούνται κάθε συνεργασία μαζί της. Η ΜΕΚ αποτελεί έναν από τους δυνητικά επικινδυνότερους δρώντες σε περίπτωση χαοτικής μετάβασης: η αυταρχική της δομή και η ιστορία της υποδηλώνουν ότι θα μπορούσε να επιχειρήσει να σφετεριστεί την εξουσία, προκαλώντας πιθανώς εμφύλια σύρραξη.
Γεωπολιτικές ευθυγραμμίσεις και κίνδυνοι
Η μεγάλη πλειοψηφία της αντιπολίτευσης, κοσμικοί φιλελεύθεροι, μεταρρυθμιστές, εθνοτικές κοσμικές ομάδες, είναι είτε φιλοδυτική είτε ουδέτερη αλλά θα προσανατολιζόταν προς τη Δύση σε περίπτωση αλλαγής καθεστώτος, καθώς η Ρωσία και η Κίνα στήριξαν ανοιχτά την Ισλαμική Δημοκρατία. Δεν υπάρχει ουσιαστική αντιπολιτευτική ομάδα που να είναι φιλορωσική ή φιλοκινεζική· το τρέχον καθεστώς μονοπωλεί αυτές τις σχέσεις.
Η Ρωσία έχει βαθιά στρατηγική εταιρική σχέση με την Τεχεράνη, ιδιαίτερα μετά την εμπλοκή της στη Συρία και την προμήθεια ιρανικών drones για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μια φιλοδυτική αλλαγή στο Ιράν θα αποτελούσε μείζονα γεωπολιτική ήττα για τη Μόσχα. Η Κίνα, από την πλευρά της, έχει υπογράψει 25ετή στρατηγική συμφωνία με το Ιράν και εξασφαλίζει φθηνό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τις κυρώσεις. Και οι δύο χώρες θα εμποδίσουν κάθε διεθνή πρωτοβουλία κατά του καθεστώτος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Οι ΗΠΑ υπό την προεδρία Τραμπ έχουν λάβει σκληρή στάση: ο ίδιος προειδοποίησε την Τεχεράνη «μην πυροβολείτε τους ειρηνικούς διαδηλωτές», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης. Το Ισραήλ, αν και επίσημα τηρεί χαμηλούς τόνους για να μην δώσει πάτημα στο ιρανικό αφήγημα περί «ξένου δακτύλου», ανεπίσημα χαιρετίζει την «ελπίδα για ένα μετα-ισλαμικό Ιράν».
Όσον αφορά τους δυνητικά επικινδυνότερους δρώντες: Πέραν της ΜΕΚ, υπάρχουν μικρές σουνιτικές εξτρεμιστικές ομάδες όπως η Jaish al-Adl στο Μπαλουχιστάν, με σαλαφιστικό προσανατολισμό. Σε περίπτωση κατάρρευσης του κράτους, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θύλακες τύπου Ταλιμπάν. Επίσης, ένα σενάριο «στρατοκρατίας», όπου ένας σκληροπυρηνικός αξιωματικός του IRGC αναλαμβάνει την εξουσία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθεστώς πιο βίαιο προς τους αντιφρονούντες από το τρέχον, έστω και λιγότερο θεοκρατικό.
Μοντέλα μεταβατικής διακυβέρνησης
Σε περίπτωση κατάρρευσης ή σημαντικής αποδυνάμωσης του καθεστώτος, τέσσερα κύρια μοντέλα συνασπισμού διαγράφονται για τη μεταβατική περίοδο:
Συνασπισμός Εθνικής Ενότητας («Σενάριο Βόννης»): Κοσμικοί δημοκράτες, μεταρρυθμιστές και επιλεγμένοι πρώην αξιωματούχοι σχηματίζουν μεταβατική κυβέρνηση κατά το πρότυπο του Αφγανιστάν μετά τους Ταλιμπάν. Ο Παχλαβί, ο Μουσαβί και εκπρόσωποι της κοινωνίας πολιτών θα συνεργάζονταν για τη σύνταξη νέου Συντάγματος και τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Πρόκληση: η συνεργασία μεταξύ τόσο ετερογενών δυνάμεων.
Συνασπισμός Τάξης και Ασφάλειας («Σενάριο Στρατιωτικού Συμβουλίου»): Πραγματιστές αξιωματικοί του IRGC ή του τακτικού στρατού αναλαμβάνουν τον έλεγχο, υποσχόμενοι «αποκατάσταση της τάξης» και εκλογές μετά από «μεταβατική περίοδο». Λιγότερο δημοκρατικό αρχικά, με κίνδυνο μόνιμης δικτατορίας στρατιωτικού τύπου.
Ομοσπονδιακός Συνασπισμός («Σενάριο Ομοσπονδίας»): Εκπρόσωποι εθνοτικών μειονοτήτων - Κούρδοι, Άραβες, Μπαλούχοι, Αζέροι - ενσωματώνονται σε μια ομοσπονδιακή δομή με ευρείες αυτονομίες. Θα απαιτούσε σημαντικές συνταγματικές αλλαγές και εγγυήσεις για τις μειονότητες. Κίνδυνος: αποτυχία διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό ή εμφύλιο πόλεμο.
Ριζοσπαστική Ανάληψη Εξουσίας (Χειρότερο Σενάριο): Μια εξτρεμιστική ομάδα όπως η ΜΕΚ, ή ένας σκληροπυρηνικός αξιωματικός του IRGC, εκμεταλλεύεται το χάος για να σφετεριστεί την εξουσία. Θα εγκαθιδρυόταν νέα δικτατορία, πιθανώς με αιματηρή εσωτερική σύγκρουση. Αυτό είναι το σενάριο που οι περισσότεροι αναλυτές επιδιώκουν να αποφύγουν.
Το Ιράν βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η παρούσα εξέγερση δεν είναι απλώς μια ακόμη έκρηξη λαϊκής οργής, αλλά σημάδι βαθιάς κρίσης νομιμοποίησης ενός καθεστώτος που αδυνατεί πλέον να εξασφαλίσει στοιχειώδη ευημερία για τους πολίτες του. Η συγχώνευση οικονομικών και πολιτικών αιτημάτων, η διεύρυνση της κοινωνικής βάσης των διαδηλωτών και η γεωγραφική εξάπλωση υποδηλώνουν ότι το καθεστώς εισέρχεται σε κύκλο επαναλαμβανόμενων κρίσεων.
Η άμεση ανατροπή παραμένει απίθανη: Το καθεστώς διατηρεί ακόμη τη συνοχή και την καταστολική του ικανότητα. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις, αν και κατακερματισμένες, τείνουν προς φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ένας μελλοντικός συνασπισμός εθνικής ενότητας, με τον Παχλαβί, μεταρρυθμιστές όπως ο Μουσαβί και εκπροσώπους εθνοτικών μειονοτήτων, παραμένει το ευκταιότερο σενάριο για μια δημοκρατική μετάβαση.
Για τη Δύση, οι προκλήσεις είναι διττές: Αφενός να υποστηρίξει τις δημοκρατικές φιλοδοξίες του ιρανικού λαού χωρίς να τροφοδοτήσει το αφήγημα περί ξένης επέμβασης· αφετέρου να προετοιμαστεί για τα πιθανά σενάρια αστάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ανόδου επικίνδυνων δρώντων όπως η ΜΕΚ ή σουνιτικών εξτρεμιστικών ομάδων. Η επόμενη φάση της ιρανικής κρίσης θα διαμορφώσει τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή για τις επόμενες δεκαετίες.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι Ελληνοκύπριος Εβραίος, με καταγωγή επίσης από την Κεφαλονιά, μέλος του Διπλωματικού Σώματος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου (WJC) και διαμένει σήμερα στο Λονδίνο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο. Ειδικεύεται στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και της αντισιωνιστικής ρητορικής, με ενεργή παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, την Κύπρο, καθώς και σε διεθνή διπλωματικά fora.
Διαθέτει μακρά εμπειρία στον τομέα της στρατηγικής επικοινωνίας και της δημόσιας διπλωματίας, εκπροσωπώντας τις φωνές της εβραϊκής διασποράς και προωθώντας τον διαθρησκευτικό διάλογο και την κοινωνική συνοχή. Έχει εργαστεί σε διάφορους οργανισμούς, μεταξύ των οποίων το Υπουργείο Παιδείας του Ηνωμένου Βασιλείου ως Chief Social Media Officer και στη Shell ως Global Brand Analytics Lead. Πρόσφατα ίδρυσε στο Λονδίνο τον οργανισμό Group of Verified Intelligence.
