Άνοιξε, υπό τη διαμεσολάβηση του σουλτανάτου του Ομάν, ο δίαυλος ΗΠΑ και Ιράν - άνγωστο, ωστόσο, πώς θα κλείσει. Το εάν η αμερικανική στρατιωτική δράση αποφεύγεται ή απλώς παίρνει παράταση θα εξαρτηθεί από την «αναμέτρηση» που λαμβάνει πρώτα χώρα στο τραπέζι της διπλωματίας, με την Ουάσινγκτον να ακολουθεί στρατηγική μέγιστης πίεσης και τη θεοκρατία από την πλευρά της να ποντάρει στο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει πρόθεση ή σίγουρο σχέδιο επιβολής καθεστωτικής αλλαγής, λόγω των κινδύνων που ελλοχεύουν για την περιφερειακή σταθερότητα από μία στρατιωτική σύγκρουση, αλλά και με το βλέμμα του στο εσωτερικό των ΗΠΑ και τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Σε αυτό το πλαίσιο δείχνει να εξηγείται και η επιμονή του καθεστώτος Χαμενεΐ στη θέση ότι συνομιλεί αποκλειστικά και μόνο για το πυρηνικό πρόγραμμα, αρνούμενο να θέσει υπό διαπραγμάτευση το βαλλιστικό του οπλοστάσιο, αλλά και την τρομοκρατία που εξάγει στην περιοχή μέσω των πληρεξουσίων του. Τη θέση αυτή επιβεβαίωσε ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, μετά το πέρας των χθεσινών έμμεσων συνομιλιών στο Μουσκάτ, μιλώντας για «καλή αρχή» με αποκλειστικό αντικείμενο το πυρηνικό πρόγραμμα, και «δείχνοντας» σε συνέχεια.
Σε αυτή τη συνέχεια θα διαφανεί και εάν το Ιράν «διαβάζει» σωστά τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και πού ακριβώς θέτει ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος τον πήχη όσον αφορά στο εάν θα αναλάβει δράση ή όχι - και αν θα επιμείνει και στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, το οποίο μάλιστα σύμφωνα με νέο ρεπορτάζ των New York Times βρίσκεται τώρα στην αιχμή των προτεραιοτήτων του Ιράν, το οποίο και επισκευάζει ταχύτατα εγκαταστάσεις που είχαν πληγεί στον «πόλεμο των 12 ημερών».
Για την Τεχεράνη, οι συνομιλίες αυτές ενδέχεται να αποτελούν την τελευταία ευκαιρία αποτροπής μίας αμερικανικής στρατιωτικής δράσης, η οποία, το λιγότερο, θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω ένα καθεστώς που, κατά γενική ομολογία, βρίσκεται στην πιο αδύναμη θέση από την άνοδό του στην εξουσία με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Τόσο σε στρατιωτικό επίπεδο -αφότου το Ισραήλ περιόρισε δραστικά τα «πλοκάμια» των περιφερειακών πληρεξουσίων του Ιράν και ακολούθησε ο «πόλεμος των 12 ημερών»- όσο και ως προς τη νομιμοποίησή του στο εσωτερικό, έπειτα από μαζικό αντικυβερνητικό κύμα που μπορεί να καταπνίγηκε στο αίμα από τους Φρουρούς της Επανάστασης και τις πολιτοφυλακές Μπασίτζ, περιμένει όμως τη στιγμή να εκδηλωθεί ξανά.
Οι τελευταίες έμμεσες, διαβουλεύσεις Ιράν-Ηνωμένων Πολιτειών για το πυρηνικό πρόγραμμα είχαν διακοπεί με τα αιφνιδιαστικά ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων. Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί τη βαθιά δυσπιστία της Τεχεράνης απέναντι στις αμερικανικές προθέσεις και προσωπικά απέναντι στον Τραμπ. Αυτό ακριβώς υπονοούσε ο Αραγτσί προσερχόμενος στο Μουσκάτ, όταν ανέφερε ότι το Ιράν εισέρχεται στη διαδικασία «με ανοιχτά τα μάτια» και με τη μνήμη του 2025, προσθέτοντας πως η Ισλαμική Δημοκρατία συμμετέχει «καλή τη πίστει», υπερασπιζόμενη τα «δικαιώματά» της.
Παρότι σαφώς εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητες αντεπίθεσης, αλλά και το στρατηγικό «όπλο» των Στενών του Ορμούζ, με το οποίο μπορεί να απειλήσει ευθέως την παγκόσμια οικονομία, το ιρανικό καθεστώς δεν έχει ιδιαίτερη «πολυτέλεια» να υπαγορεύει όρους. Μένει να φανεί πόσο -και για πόσο- μπορεί να δοκιμάσει τα όρια της αμερικανικής πλευράς εάν δεν προχωρήσει σε ουσιώδεις παραχωρήσεις στο ζήτημα των πυρηνικών και του εμπλουτισμού ουρανίου. Σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται ο κρίσιμος παράγοντας του τι θα θεωρήσει επαρκές και ικανοποιητικό, ανάλογα με τους δικούς του υπολογισμούς, ο Ντόναλντ Τραμπ για να κηρυχθεί «ανακωχή» - τόσο ως προς το ίδιο το πυρηνικό πρόγραμμα, όσο και στο πόση βαρύτητα θα δώσει για δεσμεύσεις όσον αφορά το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να προκρίνει τη διπλωματία, συνυπολογίζοντας πληθώρα παραγόντων, περιλαμβανομένης της ανησυχίας χωρών του Κόλπου για ένα ντόμινο αποσταθεροποίησης και του πολιτικού περιβάλλοντος στη χώρα. Έχει, ωστόσο, δείξει ήδη από το καλοκαίρι του 2025 ότι δεν θα διστάσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο. Η ισχυρή δύναμη πυρός που έχει συγκεντρώσει στην περιοχή, με αιχμή το αεροπλανοφόρο «Abraham Lincoln», δεν εντάσσεται μόνο σε στρατηγική πίεσης, αλλά συνιστά και πραγματική προετοιμασία για ενδεχόμενη σύγκρουση. Εάν τα πράγματα οδηγηθούν εκεί, θα μένει τότε να διαφανεί ποια στρατιωτική επιλογή θα προκριθεί. Το Ιράν προειδοποιεί ότι θα απαντήσει με ισχύ, στοχεύοντας αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ.
Οι συνομιλίες στο Μουσκάτ ολοκληρώθηκαν με δηλώσεις από Ιράν και Ομάν περί μιας ευρείας συμφωνίας διατήρησης της διπλωματικής οδού, με πιθανή συνέχεια τις επόμενες ημέρες. Ο Αμπάς Αραγτσί ανέφερε ότι ανώτεροι Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι αναμένεται να συνεχίσουν τις επαφές, ενώ οι πρώτες συζητήσεις ήταν έμμεσες και πραγματοποιήθηκαν με τη διαμεσολάβηση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ αλ-Μπουσαΐντ. Σε ανακοίνωσή του, ο τελευταίος ανέφερε ότι «οι διαβουλεύσεις επικεντρώθηκαν στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την επανέναρξη διπλωματικών και τεχνικών διαπραγματεύσεων, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνομιλιών και την αποφασιστικότητα των πλευρών να επιτύχουν διαρκή ασφάλεια και σταθερότητα».
Μιλώντας στην ιρανική κρατική τηλεόραση, ο Αραγτσί επισήμανε ότι υπάρχει «ατμόσφαιρα δυσπιστίας» μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία «πρέπει να ξεπεραστεί». Οι συνομιλίες της Παρασκευής χαρακτηρίστηκαν την ίδια στιγμή από τον αλ-Μπουσαΐντι ως «χρήσιμες για τη διασαφήνιση της σκέψης τόσο του Ιράν όσο και των ΗΠΑ και για τον εντοπισμό πιθανών σημείων προόδου». Της ιρανικής αντιπροσωπείας ηγήθηκε ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, ενώ την αμερικανική πλευρά εκπροσώπησαν ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και ο γαμπρός του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ. Παρών ήταν και ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ.
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι είναι ανοικτοί σε παραχωρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη δημιουργία ενός «περιφερειακού κονσόρτσιουμ» παραγωγής πυρηνικής ενέργειας -πρόταση που είχε τεθεί και στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ πριν καταρρεύσουν πέρυσι- καθώς και τη μεταφορά αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, περίπου 400 κιλών, σε τρίτη χώρα. Η Τεχεράνη, πάντως, επιμένει ότι το δικαίωμά της να εμπλουτίζει ουράνιο σε ιρανικό έδαφος -δικαίωμα που της είχε αναγνωριστεί στη συμφωνία του 2015 επί προεδρίας Ομπάμα- δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Θεωρείται ότι πιθανότερο σημείο συμβιβασμού θα μπορούσε να είναι μια συμφωνία αναστολής του εμπλουτισμού για συγκεκριμένο αριθμό ετών, στο πλαίσιο ενός περιφερειακού σχήματος που θα οδηγούσε σε ένα πιο ολοκληρωμένο πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Σε κάθε περίπτωση, το Ιράν αναμένεται να απαιτήσει άρση των κυρώσεων που έχουν παραλύσει την οικονομία του σε αντάλλαγμα για ένα νέο καθεστώς επιθεωρήσεων στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις. Οι αντίπαλοι του καθεστώτος προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε ανακούφιση θα προσέφερε σανίδα σωτηρίας στη θεοκρατία.
Όσον αφορά το Ισραήλ, ακολουθεί η «ανάγνωση της αναλύτριας Σάρα Ιζαμπέλα Λίκιν, ερευνήτρια στο τμήμα Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής του Ιταλικού Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών (ISPI):
«Για το Ισραήλ, το να σταματήσει μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν είναι επαρκές. Κατά την επίσκεψη του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ κατέστησε σαφές ότι οι κόκκινες γραμμές της χώρας για οποιαδήποτε αποδεκτή συμφωνία με το Ιράν περιλαμβάνουν όχι μόνο μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου και την απομάκρυνση από το ιρανικό έδαφος των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, αλλά και τον τερματισμό του βαλλιστικού προγράμματος και της στήριξης της Τεχεράνης προς τους περιφερειακούς της πληρεξουσίους. Η μνήμη του πολέμου των 12 ημερών του Ιουλίου 2025 παραμένει ζωντανή για μεγάλο μέρος του ισραηλινού πληθυσμού.
»Παρότι η Τεχεράνη μπορεί να θεωρείται ότι ηττήθηκε, το γεγονός ότι ορισμένα από τα πιο πυκνοκατοικημένα κέντρα του Ισραήλ -από το Τελ Αβίβ έως τη Μπατ Γιαμ και τη Χάιφα- επλήγησαν από ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους ενίσχυσε τους φόβους για μια νέα αντιπαράθεση, ιδίως υπό το φως της ταχείας στρατιωτικής ανάκαμψης του Ιράν. Αν και η κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένει το προτιμητέο αποτέλεσμα για το Ισραήλ, η προοπτική ενός ακόμη περιφερειακού πολέμου -που τροφοδοτείται από απειλές της ιρανικής ηγεσίας- συνεχίζει να προκαλεί βαθιά ανησυχία. Οι φόβοι αυτοί επιτείνονται από την απρόβλεπτη και συναλλακτική προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει την Ουάσινγκτον να συμβιβαστεί επί ορισμένων από τις βασικές απαιτήσεις του Ισραήλ. Στο τέλος, όμως, το Ισραήλ είναι αυτό που θα παραμείνει στην περιοχή - και αυτό που θα κληθεί να ζήσει με τις συνέπειες των αμερικανικών αποφάσεων».
Την ίδια στιγμή, δημοσίευμα των New York Times αναφέρει, επικαλούμενο ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ότι το Ιράν φαίνεται να έχει επισκευάσει ταχύτατα αρκετές εγκαταστάσεις βαλλιστικών πυραύλων που είχαν υποστεί ζημιές από πλήγματα πέρυσι, ενώ έχει προχωρήσει μόνο σε περιορισμένες αποκαταστάσεις σε μεγάλες πυρηνικές εγκαταστάσεις που επλήγησαν από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο διαφορετικός αυτός ρυθμός ανασυγκρότησης προσφέρει ενδείξεις για τις στρατιωτικές προτεραιότητες της Τεχεράνης, καθώς οι ΗΠΑ ενισχύουν τις δυνάμεις τους στην περιοχή και ο Ντόναλντ Τραμπ σταθμίζει στρατιωτικές επιλογές. Εμπειρογνώμονες επιβεβαιώνουν ότι, με βάση τις διαθέσιμες εικόνες -οι οποίες αποτυπώνουν μόνο την επιφάνεια των εγκαταστάσεων- η Τεχεράνη φαίνεται να έχει καταστήσει την αποκατάσταση του πυραυλικού προγράμματος άμεση προτεραιότητα.
