Το ερώτημα εάν η διπλωματία μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο εξακολουθεί να αναζητά απάντηση μετά τη Γενεύη. Υπό την πίεση της πρωτοφανούς συγκέντρωσης αμερικανικής δύναμης πυρός, με τη Μέση Ανατολή στο «κόκκινο» μπροστά στην προοπτική μίας σύγκρουσης με απρόβλεπτες προεκτάσεις και με το Ισραήλ να βρίσκεται σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, διεξήχθη χθες ο τρίτος γύρος έμμεσων συνομιλιών των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και μένει να διαφανεί εάν συντελέστηκε ικανή πρόοδος για συμφωνία όσον αφορά τον πυρηνικό φάκελο και εάν στην εξίσωση περικλείεται και το βαλλιστικό πρόγραμμα του καθεστώτος Χαμενεΐ.
Φαινομενικά ενθαρρυντικά, αλλά αμφίσημα, ήταν τα αρχικά σήματα που εκπέμφθηκαν μετά τη συνάντηση, που κατά πολλούς σηματοδοτούσε την τελευταία ευκαιρία της διπλωματίας.
Περί «σημαντικής προόδου» και περαιτέρω διαβουλεύσεων σε τεχνικό επίπεδο προσεχώς στη Βιέννη, έδρα της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), έκανε λόγο ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Σαγίντ Μπαντρ μπιν Χαμάντ Αλ Μπουσάιντι, ο οποίος κόμιζε τα μηνύματα μεταξύ του διδύμου Γουίτκοφ-Κούσνερ και του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. Ο τελευταίος μίλησε για την πλέον σοβαρή ανταλλαγή απόψεων με την Ουάσινγκτον -αποσαφηνίζοντας πως τέθηκε το ζήτημα της άρσης των κυρώσεων-, και επισημαίνοντας πως θα ακολουθήσουν διαβουλεύσεις σε ΗΠΑ και Ιράν και νέες συνομιλίες άμεσα στη Βιέννη.
Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος, που επικαλείται ο Μπάρακ Ράβιντ του Axios, περιέγραψε τις συνομιλίες ως «θετικές», χωρίς ωστόσο να δώσει άμεσα περαιτέρω λεπτομέρειες. Οι διαβουλεύσεις στη Γενεύη πραγματοποιήθηκαν σε δύο φάσεις και πληροφορίες ήθελαν την αμερικανική αντιπροσωπεία «απογοητευμένη» από τις ιρανικές θέσεις κατά τις πρωινές συνομιλίες. Παραμένει ασαφές εάν σημειώθηκε ουσιαστική μετατόπιση κατά το απογευματινό σκέλος των συνομιλιών, η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει τον πιο αισιόδοξο τόνο από πλευράς του Ομάν και τη δήλωση του Αμερικανού αξιωματούχου. Το απογευματινό σκέλος έληξε σύντομα, κάτι που είθισται να αποτελεί κακό οιωνό.
Η διαπραγμάτευση περιστρέφεται γύρω από την εξεύρεση φόρμουλας που θα επιτρέπει στον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, να διακηρύξει ότι απομάκρυνε την πυρηνική απειλή και στο Ιράν να διατηρήσει θεμελιώδη στοιχεία του προγράμματός του. Οι δύο πλευρές εμφανίζονται να αναγνωρίζουν το πολιτικό κίνητρο της άλλης: η Ουάσινγκτον ότι χρειάζεται απτό αποτέλεσμα χωρίς στρατιωτική εμπλοκή, πολλώ δε μάλλον μακροχρόνια, κάτι που ούτε οι σύμμαχοί της στον Κόλπο επιθυμούν ενώ παράλληλα μπορεί να κοστίσει πολιτικά στον Τραμπ εν όψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου· το καθεστώς Χαμενεΐ ότι χρειάζεται να αποφύγει έναν πόλεμο που θα μπορούσε να καταλήξει να σημάνει και το τέλος του, να υπαναχωρήσει αλλά να μην «αποκηρύξει» τον εμπλουτισμό ουρανίου, να δει τις κυρώσεις σταδιακά να αίρονται και να μην υποστεί βαριά στρατηγική αποδυνάμωση. Η διαδικασία της Γενεύης αποτυπώνει αυτή τη δυναμική ενόσω στρατιωτικές προετοιμασίες και διπλωματικές διεργασίες προχωρούν ταυτόχρονα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει λάβει πολλαπλές ενημερώσεις για στρατιωτικές επιλογές, χωρίς να έχει λάβει και την τελική απόφαση εάν θα πλήξει το Ιράν. Η απόφαση για ενδεχόμενα αεροπορικά πλήγματα φέρεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εκτίμηση ειδικών απεσταλμένων του, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, για το εάν η Τεχεράνη καθυστερεί σκόπιμα μία συμφωνία για να θολώσει τις αμερικανικές «κόκκινες γραμμές», τη στιγμή που ο Λευκός Οίκος επιδιώκει μία συμφωνία το ταχύτερο δυνατό. Σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, ο Τραμπ εμφανίζεται να εξετάζει σε πρώτη φορά περιορισμένα πλήγματα, με τη συνέχεια να μένει ανοιχτή και όλες τις επιλογές να εμπεριέχουν ρίσκο.
Η στρατηγική πίσω από στοχευμένα-«συμβολικά»- πλήγματα θα ήταν διπλή: αφενός να καταστραφούν πυρηνικές και πυραυλικές εγκαταστάσεις, αφετέρου να εξωθηθεί η ιρανική ηγεσία σε παραχωρήσεις. Ωστόσο, υπάρχουν αμφιβολίες εντός της ίδιας της κυβέρνησης και στρατιωτικών κύκλων για το κατά πόσο μια τέτοια ενέργεια θα οδηγούσε πράγματι το Ιράν σε εγκατάλειψη του εμπλουτισμού ουρανίου.
Ο πτέραρχος Νταν Κέιν, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, φέρεται, κατά τα σχετικά ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου, να έχει προειδοποιήσει σε συσκέψεις στον Λευκό Οίκο ότι ακόμη και μικρά ή μεσαίας κλίμακας πλήγματα θα μπορούσαν να κοστίσουν ζωές Αμερικανών στρατιωτών ενώ η ανησυχία του εδράζεται και στα χαμηλά αποθέματα αντιαεροπορικών συστημάτων. Στον «πόλεμο των 12 ημερών», όταν τα βομβαρδιστικά Β-2 χτυπούσαν τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις σε Νατάνζ, Φορντό και Ισφαχάν, δεκάδες πυραύλοι Patriot εκτοξεύτηκαν για να αναχαιτίσουν ιρανικές αντεπιθέσεις - ήταν η μαζικότερη χρήση Patriot σε μία μόνο περίσταση στα χρονικά των ΗΠΑ. Η Τεχεράνη έχει πλέον προειδοποιήσει για σκληρή απάντηση σε οποιαδήποτε επίθεση, με τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ να δηλώνει ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να βυθίσει αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι θα «απορροφήσει» περιορισμένα στρατιωτικά πλήγματα ειδικά αν θεωρήσει πως αυτή είναι η αρχή του τέλους για το καθεστώς.
Η συγκέντρωση τόσο ισχυρής αμερικανικής δύναμης πυρός λειτουργεί ως άμεση πίεση προς την Τεχεράνη, αλλά και ως πολιτικό ρίσκο για τον Λευκό Οίκο. Η επιστροφή του αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford για να «ενωθεί» με το USS Abraham Lincoln, καθώς και η επανατοποθέτηση μαχητικών F-22 στον Κόλπο, συνιστούν την πιο εκτεταμένη ανάπτυξη από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003. Η ισχύς αυτή ενισχύει τη διαπραγματευτική επιρροή των ΗΠΑ· ταυτόχρονα όμως, η αποχώρησή της χωρίς χρήση θα έπληττε το κύρος του Τραμπ εάν δεν εξασφαλίσει μία συμφωνία που μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη και υπέρτερη εκείνης του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Η εσωτερική πολιτική διάσταση παραμένει κρίσιμη: το κίνημα MAGA έχει «σημαία» του το δόγμα «Πρώτα η Αμερική», γεγονός που -ειδικά εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου- δεν έχει την πολυτέλεια να μην προσμετρήσει ο Τραμπ. Παράλληλα, η πλειονότητα των Αμερικανών αντιτίθεται σε ένα αμερικανικό χτύπημα στο Ιράν - ο στρατός έχει προετοιμαστεί για πόλεμο, οι πολίτες όχι.
Ενώ όλες οι επιλογές «ζυγίζονται», ρεπορτάζ του Politico αναφέρει πως ορισμένοι σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ θεωρούν πως θα ήταν πολιτικά πιο «ευνοϊκό» εάν το Ισραήλ έκανε την πρώτη κίνηση και ακολουθούσαν οι ΗΠΑ. Κατά την εκτίμησή τους, μια ιρανική αντεπίθεση θα μπορούσε να δημιουργήσει τις πολιτικές προϋποθέσεις για ευρύτερη αμερικανική εμπλοκή, ενισχύοντας τη στήριξη της κοινής γνώμης. Η λογική αυτή συνδέεται με ευρήματα δημοσκοπήσεων που δείχνουν ότι οι Αμερικανοί -και ιδίως οι Ρεπουμπλικανοί- υποστηρίζουν την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν απώλειες αμερικανικών δυνάμεων για την επίτευξή της.
Στην ιρανική πλευρά, η προετοιμασία για ενδεχόμενη σύγκρουση συνυπάρχει με τη δημόσια προβολή αισιοδοξίας για τις συνομιλίες, στις οποίες έχει προσέλθει με αποκλειστικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης το πυρηνικό πρόγραμμα και με τον υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, να δηλώνει ότι το Ιράν «ουδέποτε θα εγκαταλείψει» το δικαίωμα αξιοποίησης πυρηνικής τεχνολογίας για ειρηνικούς σκοπούς. Ο Ιρανός πρόεδρος, Μασούντ Πεζεσκιάν, επανέλαβε χθες ότι το Ιράν δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, επικαλούμενος το θρησκευτικό διάταγμα του Χαμενεΐ κατά των όπλων μαζικής καταστροφής. Ο σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη Αλί Σαμχανί υπογράμμισε επίσης ότι η θέση αυτή εντάσσεται στο αμυντικό δόγμα της χώρας.
Πεζεσκιάν και Σαμχανί απαντούσαν ουσιαστικά στη δήλωση Τραμπ, κατά την ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους ενώπιον του Κογκρέσου, ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη ακούσει τις «μυστικές λέξεις ότι το Ιράν δεν θα κατασκευάσει πυρηνικό όπλο», παρόλο που ανάλογες δηλώσεις έχουν διατυπωθεί κατ’ επανάληψη αλλά ουδείς τις εμπιστεύεται - και πρωτίστως το Ισραήλ όταν προέρχονται από εκπροσώπους ενός καθεστώτος ταγμένο στο αφανισμό του.
Η ιρανική πρόταση, η οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί επισήμως, φέρεται να επιδιώκει ισορροπία μεταξύ ουσιαστικών περιορισμών και διατήρησης βασικών δυνατοτήτων. Σύμφωνα με πληροφορίες από ανώνυμες διπλωματικές πηγές, η Τεχεράνη προτείνει αναστολή εμπλουτισμού για τρία έως πέντε έτη, ένταξη σε περιφερειακό κονσόρτσιουμ και διατήρηση πολύ χαμηλού επιπέδου εμπλουτισμού (περίπου 1,5%) για ιατρική έρευνα. Προτείνεται επίσης σταδιακή αραίωση των περίπου 400 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει η χώρα και πλήρης πρόσβαση των επιθεωρητών του ΟΗΕ για επαλήθευση συμμόρφωσης.
Η πρόταση επιχειρεί να ενσωματώσει πολιτικές ανάγκες της αμερικανικής πλευράς. Ιρανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η συμφωνία θα πρέπει να επιτρέψει στον Τραμπ να ισχυριστεί ότι πέτυχε περισσότερα από τη συμφωνία του 2015 υπό τον Μπαράκ Ομπάμα. Η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη παράλληλα να προσφέρει οικονομικά κίνητρα, όπως αγορά αμερικανικών αεροσκαφών και πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών σε ενεργειακά έργα και ορυκτούς πόρους, συμπεριλαμβανομένου λιθίου. Ο πρώην διαπραγματευτής Χοσεΐν Μουσαβιάν έχει υποστηρίξει ότι ευρεία οικονομική συνεργασία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης εμπιστοσύνης.
Η ουσία της διαπραγμάτευσης παραμένει δεμένη με δύο ζητήματα: τον εμπλουτισμό και το βαλλιστικό πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ έχουν διατηρήσει ως επίσημη γραμμή τον μηδενικό εμπλουτισμό, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αποδεχθεί περιορισμένο «συμβολικό» εμπλουτισμό υπό αυστηρές εγγυήσεις. Η παρουσία του γενικού διευθυντή της Διεθνούς Υηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), Ραφαέλ Γκρόσι, στις χθεσινές συνομιλίες είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς είναι η Υπηρεσία του ΟΗΕ που θα πρέπει να πιστοποιήσει την επάρκεια των επιθεωρήσεων και των περιορισμών.
Οποιαδήποτε συμφωνία θα απαιτούσε πλήρη λογιστικό έλεγχο των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, περιορισμό αριθμού και τύπου φυγοκεντρητών και καθορισμό τόπων χρήσης τους. Η ύπαρξη άγνωστου αριθμού αποθηκευμένων μονάδων σε άγνωστες τοποθεσίες σημαίνει ότι ο κίνδυνος μυστικού εμπλουτισμού θα αιωρείται πάνω από κάθε μελλοντική συμφωνία, γεγονός που καθιστά καταλυτικό το ρόλο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.
Το ζήτημα του περιορισμού του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου, παραμένει απόλυτη «κόκκινη γραμμή» για τη θεοκρατία: μετά τα πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις και την αποδυνάμωση των πληρεξουσίων μέσω των οποίων εξάγει τρομοκρατία, ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ θεωρεί το βαλλιστικό πρόγραμμα βασικό εγγυητή της επιβίωσης του καθεστώτος. Εκτός συζήτησης για την Τεχεράνη είναι και η δράση των «δορυφόρων» της. Για το ίδιο το Ισραήλ η πιο άμεση απειλή τη δεδομένη στιγμή από το Ιράν είναι το βαλλιστικό του οπλοστάσιο, που αποδυναμώθηκε μεν με τις επιδρομές του Ιουνίου, όμως υφίσταται και επιταχύνεται.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, χαρακτήρισε την ιρανική «κόκκνη γραμμή» για τους βαλλιστικούς πυραύλους «μεγάλο πρόβλημα», όμως υπογράμμισε ότι ο πρόεδρος προτιμά διπλωματική λύση. Δεν είναι συνεπώς σαφές εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών εάν και σε ποιο βαθμό θα «αγγίξουν» σε αυτή τη φάση και το βαλλιστικό οπλοστάσιο πιέζοντας να ενταχθεί στον πυρήνα των συνομιλιών. Θεωρείται ότι η Ουάσινγκτον θα επιδίωκε κατ’ ελάχιστο τον τερματισμό δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη διηπειρωτικών πυραύλων ικανών να πλήξουν την επικράτειά τους. Το Ισραήλ επιδιώκει συμφωνία που θα εξουδετερώνει τόσο την πυρηνική όσο και τη βαλλιστική απειλή, επιθυμώντας δραστικό περιορισμό της εμβέλειας των ιρανικών πυραύλων, και αν όχι τη διατήρηση του δικαιώματος μονομερούς πλήγματος.
Παράλληλα με τις συνομιλίες, το περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας επιδεινώνεται. Πολλές χώρες έχουν αρχίσει να αποσύρουν οικογένειες διπλωματών και μη απαραίτητο προσωπικό από περιοχές της Μέσης Ανατολής ή να εκδίδουν ταξιδιωτικές οδηγίες για το Ιράν, μεταξύ τους κράτη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απομακρύνει μη αναγκαίο προσωπικό από την πρεσβεία τους στον Λίβανο, επικαλούμενες επανεκτίμηση του περιβάλλοντος ασφαλείας.
